Port Authority of Piraeus appeal dismissed; court upheld lower court's rejection of abuse of rights claim regarding employee vacation pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Port Authority of Piraeus's appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision. The Port Authority argued that the port workers' exercise of their right to claim vacation pay constituted an abuse of rights, yet the lower court found their conduct lacked the necessary bad faith to justify rejection. The court agreed, ruling that the workers' actions did not create a reasonable belief that their rights would not be exercised, thereby failing to meet the threshold for abuse of rights under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.K.; Art. 559(1) & (19) C.P.D.; The exercise of a legal right is not considered an abuse of rights merely because it is exercised after a period of inactivity, unless the prior conduct creates a reasonable belief that the right will not be exercised, thereby violating good faith and the social purpose of the right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 568 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 568/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη, Κωνσταντίνο Καλαβρό και Ανδρέα Μαμαγκάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ... και 3) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαξώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-3-2006 τρεις αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5500/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 968/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-3-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 30-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 3 του α.ν 539/1945 κατά τη διάρκεια της άδειας αναπαύσεώς του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν, αν απασχολούνταν στην "υπόχρεη" (με τον τελευταίο όρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1346/1983 ο αρχικός όρος "υποκείμενη") επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο ή τις αποδοχές τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσεως με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4547/1966, στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ).
Ακόμη, κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του ν.4504/1966, "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί κατ' έτος "επιδόματος άδειας" ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη τα αποδοχάς ενός 15θημέρου, δια του επί μηνιαίω μισθώ αμειβομένους, των 13 δε εργασίμων ημερών, δια τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς.
Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού....". Κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η οποία συνάγεται και από το σκοπό του νόμου, ο οποίος απέβλεψε στη μη αποστέρηση των εργαζομένων εξαιτίας της άδειάς τους οποιασδήποτε από τις τακτικές απολαβές τους, για να μην υφίσταται εκ τούτου οποιοδήποτε δισταγμός προς αναζήτηση και απόληψη της άδειας, δικαιούται ο μισθωτός κατά τη διάρκεια της άδειάς του πλήρεις τις συνήθεις αποδοχές του, τις οποίες θα είχε σε περίπτωση απασχολήσεώς του.
Προς τις αποδοχές δε αυτές είναι ίσο και το επίδομα άδειας υπό τον ως άνω χρονικό περιορισμό, ενώ ως συνήθεις αποδοχές νοούνται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές δηλαδή εκείνες που δίδονται τακτικώς και μονίμως ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία.
Ειδικότερα, η έννοια των συνήθων αποδοχών, επί των οποίων υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, είναι ταυτόσημη με τις τακτικές αποδοχές, που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και είναι ίσες με εκείνες τις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της κανονικής άδειας αναψυχής του.
Ως τακτικές δε αποδοχές θεωρούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, η οποία καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικώς ανά μήνα ή σε σταθερώς επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα. Οι ανωτέρω διατάξεις ως διατάξεις του "κρατικού νομοθέτη", όπως είναι και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός καθόσον αυτός θέτει κανόνες δικαίου κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, υπερισχύουν έναντι αντίθετων κανονιστικού περιεχομένου ρυθμίσεων του "επαγγελματικού νομοθέτη", που περιέχονται σε κανονισμούς εργασίας ή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθόσον με τις διατάξεις αυτές θεσπίζονται, κατά το νόημα και το σκοπό τους, αναγκαστικό δίκαιο, το οποίο για λόγους δημοσίου συμφέροντος ορίζει τα ελάχιστα όρια προστασίας όλων των μισθωτών της Χώρας και συνεπώς η απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις του "επαγγελματικού νομοθέτη" είναι επιτρεπτή μόνο για τη θέσπιση καθεστώτος ευμενέστερου για τους μισθωτούς.
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ.1 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, αφού εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 45058/7/71 της 7/22-7-1971 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (ΦΕΚ τ.Β 579/22-7-1971), η οποία εκδόθηκε, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, μαζί με τον προσαρτημένο στον Κανονισμό αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε τόννους ή Μ3 και ρυθμίζει τους όρους εργασίας και τις αμοιβές του εργατικού προσωπικού του ΟΛΠ, καθώς και τις συνθήκες και τον τρόπο διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς (άρθρ. 1 παρ. 1 αυτού), ορίζεται ότι η εργασία στο λιμένα διεξάγεται "επί αποδόσει" στις περιπτώσεις εκφορτώσεως ή φορτώσεως των αναφερομένων στο εν λόγω άρθρο ειδών και, ειδικότερα, στις περιπτώσεις της μεταφοράς των ειδών αυτών από το κύτος ή τις φορτηγίδες μέχρι τον τόπο της οριστικής αποθέσεως ή και αντίστροφα, ενώ με το άρθρο 23 αυτού ορίζεται ότι το βασικό ημερομίσθιο των μονίμων, δοκίμων και ελευθέρων εργατών του ΟΛΠ για επτάωρη συνεχή εργασία τακτικών ή εκτάκτων φυλακών καθορίζεται ανάλογα με την απασχόληση αυτών κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 12, όπως ειδικότερα κατά κατηγορία εργαζομένων ορίζεται κατά ποσό στο εν λόγω άρθρο του Κανονισμού.
Επίσης, κατά το άρθρο 27 αυτού, για τις παρεχόμενες εργασίες "επί αποδόσει" καταβάλλεται σε κάθε μόνιμο, δόκιμο ή ελεύθερο εργάτη της ομάδας η αμοιβή κατά τόννο ή Μ3, όπως αυτή καθορίζεται στον προσαρτημένο στον Κανονισμό αυτόν πίνακα συνθέσεων και αποδόσεων των εργατικών ομάδων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 στοιχεία β' και δ', 3 και 4 του εν λόγω Κανονισμού, οι αποδοχές άδειας, εκτός άλλων, και των μόνιμων εργατών του αναιρεσείοντος Ο.Λ.Π ισούται με το γινόμενο των ημερών άδειας, που δικαιούται κάθε ένας, επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχολήσεώς του.
Ως βασικό ημερομίσθιο για τον υπολογισμό των αποδοχών άδειας των μονίμων εργατών λογίζεται εκείνο της επικρατέστερης απασχολήσεως αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της άδειας, προκειμένου δε περί των μόνιμων εργατών, που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων, το καθοριζόμενο για την απασχόληση αυτή βασικό ημερομίσθιο.
Με τις αποδοχές της κανονικής άδειας του εργατικού προσωπικού καταβάλλεται και το ιδιαίτερο επίδομα άδειας, όπως τούτο προβλέπεται. Οι αποδοχές άδειας, που καταβάλλονται σε όλους τους απασχολούμενους με οποιοδήποτε τρόπο σε φορτοεκφορτωτικές και λοιπές εργασίες του λιμένος εργάτες, προσαυξάνονται κατά ποσοστό 25%.
Τέλος, με το άρθρο 6 της από 5-4-1990 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στον ΟΛΠ κλπ" ορίζεται ότι το σύστημα αμοιβής με απόδοση, που προβλέπεται από το άρθρο 20 του ως άνω Κανονισμού για τα μεταφερόμενα δια θαλάσσης εμπορεύματα, επεκτείνεται και στα εμπορεύματα, που μεταφέρονται δια ξηράς.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού συνάγεται ότι οι λιμενικές φορτοεκφωρτωτικές εργασίες των αναφερόμενων στο άρθρο 20 αυτού ειδών διεξάγεται με το σύστημα της αποδόσεως, η δε οφειλόμενη αμοιβή στους εργαζομένους με το σύστημα αυτό δεν είναι προκαθορισμένη σε συγκεκριμένο σταθερό ποσό (εκτός από τους εργαζόμενους στη γερανογέφυρα), αλλά ποικίλλει και υπολογίζεται ανά τόννο ή Μ3 με βάση ένα σταθερό ελάχιστο φορτίο υποχρεωτικής φορτοεκφόρτωσης και ένα αναπροσαρμοζόμενο με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ χρηματικό ποσό.
Από τα στοιχεία αυτά διαμορφώνεται (εκτός από το κατώτατο σταθερό ημερομίσθιο, που αντιστοιχεί στο ελάχιστο όριο φορτοεκφόρτωσης) το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, το οποίο αναλογεί στις ποσότητες, που πράγματι φορτοεκφορτώνονται επιπλέον του ελάχιστου σταθερού φορτίου φορτοεκφόρτωσης, όπως αναλυτικά προβλέπεται στον ανωτέρω πίνακα συνθέσεων και αποδόσεων εργατικών ομάδων.
Η κυμαινόμενη και ανώτερη αυτή αμοιβή απόδοσης προβλέπεται και καταβάλλεται στους εργαζομένους τακτικά και σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τους.
Συνεπώς, η εν λόγω αμοιβή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών, επί των οποίων πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές άδειας, το επίδομα άδειας και τα λοιπά επιδόματα, σύμφωνα με τις οικείες ως άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που υπερισχύουν από τις αντίθετες και δυσμενέστερες για τους εργαζομένους διατάξεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ, ενώ έχουν παράλληλη ισχύ με τις αποκλίνουσες ευνοϊκές για τους εργαζομένους ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ, τις οποίες μπορούν να επικαλούνται οι τελευταίοι για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεών τους.
Αποκλίνουσα δε και ευμενής για τους μόνιμους εργάτες του ΟΛΠ διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 35 παρ. 1δ του ως άνω Κανονισμού, η οποία θεσπίστηκε για τον ευχερέστερο προσδιορισμό των καταβλητέων αποδοχών άδειας και κατά την οποία ως βασικό ημερομίσθιο για τον υπολογισμό αυτών λογίζεται το ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
Οι αναιρεσίβλητοι, έγγαμοι και με δύο τέκνα ο καθένας, εργάζονται ως λιμενεργάτες στον αναιρεσείοντα Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, που με τον ν. 2688/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, οι μεν πρώτος και τρίτος από τις 14-6-1977, ο δε δεύτερος από τις 24-4-1989, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, οι οποίες διέπονται από τον ανωτέρω Κανονισμό Εργασίας και τις οικείες ΕΣΣΕ, που συνάπτονται μεταξύ του ΟΛΠ και της Ένωσης Μονίμων και Δοκίμων Λιμενεργατών ΟΛΠ.
Οι αναιρεσίβλητοι κατανέμονται από τα αρμόδια όργανα του ΟΛΠ ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες και απασχολούνται σε όλα τα είδη των λιμενικών εργασιών, είτε διεξάγονται με το σύστημα της απόδοσης είτε με σταθερό ημερομίσθιο, ενώ καταβάλλεται σ' αυτούς, ανάλογα με την παρεχόμενη εργασία, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του Κανονισμού και τις οικείες ΕΣΣΕ σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, το οποίο αναλογεί στις ποσότητες, που φορτοεκφορτώνονται επιπλέον του ελάχιστου ορίου φορτοεκφόρτωσης.
Με βάση το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και καταβάλλονταν κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1-1-2001 έως 31-12-2005 όλα τα προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές, εκτός από τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας, που καταβάλλονταν στους αναιρεσιβλήτους με βάση το κατώτερο ημερομίσθιο ασφαλείας, προσαυξημένο κατά ποσοστό 20% από το έτος 1990 και κατά ποσοστό 25% αργότερα, με βάση τις αντίστοιχες ΕΣΣΕ, ενώ έπρεπε να καταβάλλονται σ' αυτούς με βάση το ημερομίσθιο, το οποίο προέκυπτε από την πραγματική απόδοσή τους και καταβαλλόταν στους ίδιους, είτε από το ημερομίσθιο, που αναλογούσε στην επικρατέστερη απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη λήψη της άδειας.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκρινε ακολούθως το Εφετείο ότι ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας των αναιρεσιβλήτων σε ποσά κατώτερα από τα προαναφερόμενα είναι βλαπτικός γι' αυτούς, εντεύθεν δε δικαιούνται οι τελευταίοι να αξιώσουν τον υπολογισμό αυτών με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη λήψη της άδειας, σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του ως άνω Κανονισμού Εργασίας.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη από 27-3-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το ανωτέρω αίτημά της, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο (με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους) τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του όπως πιο πάνω αναφέρεται δεν στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το ύψος του βασικού ημερομισθίου, με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχολήσεως των αναιρεσιβλήτων κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της ετήσιας άδειας αναπαύσεώς τους, με βάση το οποίο υπολογίστηκαν οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας αυτών κατά το ως άνω ένδικο χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα αναφορικά με το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού και του καθορισμού των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας αυτών (αναιρεσιβλήτων) κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω απόφαση περαιτέρω σχετικώς διαλαμβανόμενα, και πλήρως επαρκείς και σαφείς είναι.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και ήταν εφαρμοστέες. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών επί του όλου αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, περαιτέρω κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), ότι η άσκηση του ως άνω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, που αφορά τον υπολογισμό των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας καθενός από αυτούς με βάση το πραγματικό βασικό ημερομίσθιο, που προκύπτει από την απόδοσή του και την επικρατέστερη απασχόλησή του κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη λήψη της άδειας, δεν είναι καταχρηστική, διότι η καταβολή επί πολλά έτη σ' αυτούς και τους λοιπούς εργαζομένους του αναιρεσείοντος αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας κατωτέρων από τα πράγματι οφειλόμενα και η πρόβλεψη του ανωτέρω βλαπτικού για τους ίδιους τρόπους υπολογισμού αυτών με τις αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή από τους τελευταίους του εν λόγω υπολογισμού και ως συνειδητή αποβολή της προθέσεώς τους για δικαστική επιδίωξη των σχετικών απαιτήσεών τους.
Ούτε μπορεί η κατάσταση αυτή να στηρίξει εύλογη πεποίθηση του αναιρεσείοντος ότι οι αντίδικοί του αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν πρόκειται να ασκήσουν τα δικαιώματά τους στο μέλλον και συγκεκριμένα, κατά την επίδικη χρονική περίοδο από 1-1-2001 έως 31-12-2005, ενόψει του ότι η συνδικαλιστική οργάνωσή τους αξίωσε ρητά τη μεταβολή του τρόπου υπολογισμού των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας ήδη από το έτος 1994, αλλ' αποκρούστηκε από τον αναιρεσείοντα.
Σχετικά δε με τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες, που πρόκειται να υποστεί ο τελευταίος από την ευδοκίμηση των ένδικων τριών αγωγών (και άλλων παρομοίων), ανεξάρτητα από την έκταση της επικαλούμενης από αυτόν ζημίας, η ζημία αυτή δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με επιλήψιμη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, αλλά με την αρνητική και αντίθετη προς τον οικείο Κανονισμό και τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τακτική του ίδιου να δεχτεί τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας των αντιδίκων του αυτών και των λοιπών λιμενεργατών και δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτόν να επικαλεστεί την ύπαρξη ζημίας για την απόκρουση των αγωγικών απαιτήσεων.
Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, όπως εκτιμάται, ότι η σχετική από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση του αναιρεσείοντος για το ότι η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων με τις ένδικες αγωγές τους άσκηση του ως άνω ένδικου δικαιώματος αυτών ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό τέταρτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 5500/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τον οποίο λόγο αυτός (αναιρεσείων) παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της εν λόγω ενστάσεώς του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της) την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τα όσα δέχτηκε το Εφετείο, η συμπεριφορά καθενός από τους αναιρεσιβλήτους που προηγήθηκε της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματός του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στους έχοντες τη διοίκηση του οφειλέτη αναιρεσείοντος την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με τις ένδικες αγωγές άσκησή του να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, για τους πιο πάνω λόγους, που ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του επί της προαναφερόμενης ενστάσεως του αναιρεσείοντος για κατάχρηση δικαιώματος και δη με σαφώς διατυπωμένο σχετικό αποδεικτικό πόρισμα όπως πιο πάνω αναφέρεται δεν στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση αναφορικά με το ζήτημα αυτό, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το ζήτημα αυτό και ειδικότερα για το ότι το ως άνω δικαίωμα καθενός από τους αναιρεσείοντες δεν ασκήθηκε καταχρηστικώς και πλήρεις και σαφείς είναι.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ. Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, όπως εκτιμάται, επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2008 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθ. 968/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ