Legislator Case Law & Legislation
567/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract characterization, upholding lower court's finding of independent services.

Case Number 567/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding the characterization of a service contract. The appellant argued for an employment relationship, but the court found the lower court's reasoning sufficient to establish an independent contractor relationship based on the freedom of time allocation and lack of mandatory office cleaning during business hours. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's reasoning sufficiently establishes the nature of the contract as one for independent services, rendering further review of the characterization unnecessary.

Keywords

AI generated
contract characterization independent services employment relationship appeal admissibility legal costs service contract lower court reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2, section a and b of the Code of Civil Procedure
Article 120 of Law 4842/2021
Article 116 paragraph 2 beta of Law 4842/2021
Article 21 paragraph 2 of Law 4912/2022
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 567 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 567/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ. Κ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ζ. Π., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν η 39/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων που συνεκδικάσθηκαν, η 321/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσας με την από 20-1-2021 αίτησή της και τους από 15-11-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 20-1-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών 321/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 12-12-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 39/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ....

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 Ν. 4842/2021), καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 β του ίδιου Ν. 4842/2021, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912.2022, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, το από 15-11-2021 δικόγραφο πρόσθετου λόγου αναίρεσης, η κατάθεση του οποίου έγινε στις 22-11-2021, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...

πράξη κατάθεσης της Γραμματέα του Αρείου Πάγου. Το ως άνω δικόγραφο πρόσθετου λόγου επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμό 938ΣΤ/24-11-2021, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Ε. Χ.. Επομένως, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος είναι παραδεκτός και πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 817/2019, 580/2019), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 304/2020, 805/2020, 236/2020) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτού (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε, που είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης, και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν` ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της, ως άνω, εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεών του, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Δηλαδή, βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο κατά την εκτέλεση της σύμβασης, η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσής της και το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο ή όχι να εκφεύγει του εργοδοτικού ελέγχου, ως προς τον τρόπο (εκτέλεση) της παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών του.

Πάντως και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνει, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την έννοια που προεκτέθηκε.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν καθορίζεται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 1205/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 608/2014, ΑΠ 2242/2013).

Με βάση το κριτήριο αυτό, η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον, καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του, τόπο δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 617/2017, ΑΠ 2242/2013).

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 602/2017, ΑΠ 608/2014, ΑΠ 2105/2013).

Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 1775/2017, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017, ΑΠ 608/2014).

Σε κάθε περίπτωση, εξ άλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011 και ΟλΑΠ 7/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` KΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, 7/2006).

Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1390/2012).

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. (Ολ.

Α.Π. 26/04, ΑΠ 46/2023, 639/2022, 630/2021, 60/2019, 934/14, 604/11). Κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 76/2016, 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του KΠολΔ (αντίστοιχης έννοιας μ' εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 7/2006, 1/1999).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα: Α) με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ, 6 ν. 765/1943, με το να μην τις εφαρμόσει αν και συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής τους σύμφωνα με τα υπ' αυτού ανελέγκτως δεχθέντα πραγματικά περιστατικά και έτσι, κρίνοντας ότι η μεταξύ της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου σχέση εργασίας δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεσή της κατά της πρωτοδίκου με αρ. 39/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ..., η οποία είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή της ως αβάσιμη κατ' ουσία, Β) με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς της ισχυρισμούς, σε σχέση με το χαρακτήρα της μεταξύ αυτής και του εναγομένου σχέσης εργασίας ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, περί της συνδρομής των στοιχείων της εξάρτησης, του ελέγχου και της εποπτείας του εναγομένου κατά την παροχή της εργασίας της, τους οποίους παραδεκτά επανέφερε και στο Εφετείο με τους σχετικούς λόγους εφέσεως, έχουν δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Γ) με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τον χαρακτηρισμό της μεταξύ αυτής και του εναγομένου σχέσης εργασίας, ως προς τα κριτήρια του χρόνου παροχής της εργασίας της, την μη ασφάλιση αυτής στο ΙΚΑ καθώς και τη μη λήψη δώρων εορτών, αποδοχές αδείας και επιδομάτων αδείας, Δ) με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173-200 ΑΚ και συγκεκριμένα, αν και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε εμμέσως ότι υπάρχει αμφιβολία σχετικά με την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, σε σχέση με την κατάρτιση της μεταξύ αυτής και του εναγομένου σύμβασης, παρέλειψε και δεν προχώρησε, όπως είχε υποχρέωση, για την πλήρωση του κενού αυτού και με βάση τα αρχές των άρθρων 173-200 ΑΚ, της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεών τους, αλλά παρέλειψε να τους εφαρμόσει και απέρριψε την έφεσή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., ως προς τους ερευνώμενους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Ιανουάριο του έτους 2007, κατόπιν προφορικής συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", και της ενάγουσας, συμφωνήθηκε η τελευταία να προσφέρει τις υπηρεσίες της, ως καθαρίστρια, στα γραφεία και στο κλιμακοστάσιο της οικοδομής, όπου στεγάζονται τα γραφεία του εναγομένου, τις δε υπηρεσίες αυτές θα προσέφερε η ενάγουσα κάθε Δευτέρα αντί αμοιβής 210 ευρώ μηνιαίως, ενώ τις ώρες της απασχόλησης της θα τις καθόριζε ελεύθερα η ίδια, με την συμφωνία όμως να έχει γίνει ο καθαρισμός πριν την έναρξη της λειτουργίας των γραφείων της Μητρόπολης και θα αποχωρούσε κατά βούληση από το κτίριο της Μητρόπολης.

Η ενάγουσα παρείχε τις ανωτέρω υπηρεσίες της στο εναγόμενο μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2015 με τους ανωτέρω όρους, ενώ από τον Φεβρουάριο του έτους 2015 μέχρι και τέλη Νοεμβρίου του έτους 2017, οπότε και έπαψε η ενάγουσα να παρέχει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, η ενάγουσα, κατόπιν επίσης προφορικής συμφωνίας που καταρτίστηκε με το εναγόμενο, πέρα από την καθαριότητα των γραφείων της Μητρόπολης, προέβαινε και στην καθαριότητα και της οικίας του Μητροπολίτη, η οποία βρίσκεται στην ίδια οικοδομή με εκείνη όπου στεγάζονται τα γραφεία της Μητρόπολης, για τις ημέρες από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ενώ τις ώρες της απασχόλησης της τις καθόριζε ελεύθερα η ενάγουσα έναντι αμοιβής 640 ευρώ μηνιαίως.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα σχετικά εντάλματα και τις αποδείξεις πληρωμής του εναγομένου, από τα οποία διαφαίνεται ότι από τον Ιανουάριο του 2012 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2015 η ενάγουσα λάμβανε το ποσό των 210 ευρώ το μήνα, ωστόσο όμως ως οικονομική ενίσχυση, ενώ από τον Φεβρουάριο του έτους 2015, όπως συνομολογεί το εναγόμενο με τις κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ως προς το ύψος του ποσού), μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2017 το ανωτέρω ποσό ανήλθε σε 640 ευρώ το μήνα (βλ.

τα σχετικά εντάλματα και τις αποδείξεις πληρωμής του εναγομένου και τις εντολές Μητροπολίτου των μηνών Ιανουάριου 2012, Αυγούστου 2012, Φεβρουάριου 2013, Σεπτεμβρίου 2013, Μαΐου 2014, Σεπτεμβρίου 2014, Νοεμβρίου 2015, Δεκεμβρίου 2016). Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απασχολούνταν οκτώ ώρες ημερησίως με τον καθαρισμό τόσο των γραφείων του εναγομένου όσο και της οικίας του Μητροπολίτη, η δε κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο σημείο αυτό δεν κρίνεται πειστική, καθώς η ενάγουσα δεν ήταν οικονόμος (οικιακή μισθωτός) της οικίας του Μητροπολίτη, ώστε να είναι επιφορτισμένη πέρα από την καθαριότητα και με την εν γένει φροντίδα της οικίας του Μητροπολίτη (π.χ.

τροφοδοσία, μαγείρεμα, σιδέρωμα ράσων), δεδομένου ότι με τα εν λόγω καθήκοντα ήταν επιφορτισμένοι οι εκάστοτε διάκονοι της Μητρόπολης. Αλλά και από την υπ' αριθμ. ... ένορκη κατάθεση του Π. Γ. κατά κόσμον Γ. Τ. δεν προκύπτει η οκτάωρη απασχόληση της ενάγουσας στο εναγόμενο, απασχολούμενη με την καθαριότητα των γραφείων της Μητρόπολης και της οικίας του Μητροπολίτη, καθώς ο εν λόγω μάρτυρας στην ανωτέρω κατάθεση του αναφέρεται γενικά και αόριστα σε απασχόληση της ενάγουσας σε συγκεκριμένο ωράριο, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει ποιο ήταν αυτό και πόσες ώρες απασχολούνταν η ενάγουσα ημερησίως.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε νομική ή προσωπική εξάρτηση από τους εκπροσώπους του εναγομένου ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας και ως προς τον χρόνο, καθώς και ότι τελούσε υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο αυτών, οι δε εκπρόσωποι του εναγομένου δεν απέβλεπαν στην εργασία αυτή καθαυτή της ενάγουσας, αλλά αντίθετα στο υπ' αυτής παραγόμενο έργο και η ενάγουσα ήταν ελεύθερη να κανονίζει τις ώρες της απασχόλησης της, περαιτέρω δε η ενάγουσα παρά τη μακροχρόνια συνεργασία της με το εναγόμενο δεν ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ και δεν ελάμβανε δώρα εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, όπως συμβαίνει όταν καταρτίζεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Άλλωστε, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου όταν πρόκειται να συνάψουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αυτές καταρτίζονται εγγράφως, περίπτωση που δεν συνέβη εν προκειμένω. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι αυτή της εξαρτημένης εργασίας.

Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου ότι τα ανωτέρω ποσά που ελάμβανε η ενάγουσα αποτελούσαν οικονομική ενίσχυση της οικογένειας της λόγω της απορίας της και των ιδιαίτερων οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και η ίδια προς ένδειξη ευγνωμοσύνης για την οικονομική ενίσχυση που ελάμβανε από το εναγόμενο προσφέρθηκε να παρέχει εθελοντική προσφορά προς το εναγόμενο είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται σχετική απόφαση του εναγομένου για την απονομή οικονομικής ενίσχυσης στην ενάγουσα, καθώς επίσης δεν γίνεται αναφορά των προϋποθέσεων υπό τις οποίες χορηγήθηκε στην ενάγουσα η σχετική οικονομική ενίσχυση, περαιτέρω δε ......".

Με τις άνω παραδοχές, το ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., (κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος), απορρίπτοντας την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, ως αβάσιμη κατ' ουσία, μετ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, ορθά προέβη στον χαρακτηρισμό της συνδέουσας την ενάγουσα με το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο συμβάσεως, ως συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συνακόλουθα δεν επιδίκασε τις αιτούμενες παροχές με βάση την εργατική νομοθεσία και ορθά έκρινε ότι δεν συνέτρεχε, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, περίπτωση εξαρτημένης εργασίας και ως εκ τούτου δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις προαναφερόμενες διατάξεις καταλήγοντας ακολούθως στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα δε, ως προς το στοιχείο του χρόνου παροχής της εργασίας εκ μέρους της ενάγουσας, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει στη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης, δοθέντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας σαφώς έκρινε ότι η ίδια θα καθόριζε ελεύθερα τον χρόνο παροχής της εργασίας της, αρκεί ο καθαρισμός των γραφείων να μη γίνεται κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτών και δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται και να καθορίζεται, αν ο χρόνος παροχής θα ήταν πριν την πρωινή καθ' ημέρα έναρξη λειτουργίας των γραφείων ή μετά το κλείσιμο αυτών, για την επόμενη ημέρα λειτουργίας τους.

Ακολούθως δεν συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας η σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης, ως προς την μη ασφάλιση της ενάγουσας στο ΙΚΑ και την μη λήψη από την ίδια δώρων εορτών κλπ, καθόσον αυτή συνιστά πραγματικό επιχείρημα, προς ενδυνάμωση του σαφούς προεκτεθέντος πορίσματος αυτής ως προς τον χαρακτήρα της συμβάσεως της ενάγουσας.

Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως προς τον χαρακτήρα της συμβάσεώς της, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και τους απέρριψε, με την αντίθετη παραδοχή του ότι αυτή έχει το χαρακτήρα σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Επομένως είναι αβάσιμοι οι από τους αρ. 1, 5, 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Περαιτέρω, και ο μοναδικός από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπό τις ως άνω παραδοχές και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας σχετικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων κατά την κατάρτιση της συμβάσεως της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων παροχής της εργασίας εκ μέρους της, ούτως ώστε να έπρεπε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Ούτε βεβαίως συνιστά έμμεση παραδοχή ασάφειας και κενού σχετικά με την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, σε σχέση με την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης, όπως αβασίμως επίσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, η διαπίστωση από το Εφετείο ότι οι διάδικοι υποστήριξαν ενώπιόν του διαφορετικές εκδοχές περί την κατάρτιση της συμβάσεώς της και ειδικότερα ότι κατά το αναιρεσίβλητο καμία σύμβαση δεν καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας, αλλά επρόκειτο περί χορηγήσεως εκ μέρους του προς αυτήν οικονομικής ενίσχυσης, ενώ κατά την αναιρεσείουσα, καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο του προσθέτου λόγου. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2021 αίτηση και το από 15-11-2021 δικόγραφο προσθέτου λόγου αναιρέσεως, για αναίρεση της με αρ. 321/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ