Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility from absent co-defendant and vague cost complaint.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding a company liquidation. The appellant company and its partner argued for a retrial based on evidence assessment errors and excessive court costs, while the respondent company was absent. The court ruled the appeal inadmissible because a co-defendant failed to participate in the hearing, preventing a valid check on the lower court's procedural validity, and the cost complaint was too vague and legally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576, 226, 183, 193, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a co-defendant fails to participate in the hearing, rendering the summary invalid, and cost complaints must be specific and challenge the substance of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 567 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 567/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου-Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη,Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ως εταίρου, διαχειριστού, εκκαθαριστού και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...". Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Δαμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3110/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 754/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-07-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ' αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).
Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).
Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α'48) ορίστηκαν τα εξής: "2.Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, δηλαδή μέχρι και τις 5-4-2021, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η κρινόμενη από 21-7-2019 αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 754/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, της οποίας η συζήτηση, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 8-3-2021, ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με βάση την Δ1α/Γ.Π.οικ.9147 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 534Β'/10-2-2021), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" (ΦΕΚ Α' 55), επαναπροσδιορίστηκε δε, αυτεπαγγέλτως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 12-5-2021 πράξη του προέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με αριθμό 44, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, ενώ προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 9698 Δ/20-11-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ.
Α. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της, 8-2-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης και επαναπροσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (11-10-2021) επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, (παρότι για την αρχική ως άνω δικάσιμο είχε καταθέσει προτάσεις και δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ το έννομο συμφέρον αποτελεί την κύρια θετική προϋπόθεση, που πρέπει να υπάρχει στον αναιρεσείοντα για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη. Το έννομο συμφέρον, το οποίο απαιτείται για το παραδεκτό όχι μόνο γενικώς της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης (ΑΠ 98/2017), κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1428/2019).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθ. 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρχει και όταν ο διάδικος, που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν απ' αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 6/2018, ΑΠ 640/2015).
Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης του τελευταίου κατά του αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο αυτός νίκησε, εφόσον δεν επικαλείται τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό του για την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν διαλαμβάνει στο οικείο δικόγραφο συγκεκριμένους λόγους (πλημμέλειες) που τον αφορούν (ΑΠ. 1194/2021, ΑΠ128/2018, ΑΠ706/2017).
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας, στρεφόμενη κατά της αναιρεσίβλητης ως προς την οποία νίκησε στη δευτεροβάθμια δίκη, αφού η κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) έφεση της αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η ως άνω αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον για την άσκησή της και δεν διαλαμβάνει λόγο αναίρεσης που αφορά το νομικό της πρόσωπο, ούτε δε και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ευνοϊκή διάταξη υπέρ της αναιρεσίβλητης κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι οι υπέρ αυτής (αναιρεσίβλητης) διατάξεις αφορούν μόνο στο δεύτερο των αναιρεσειόντων.
Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντιστοίχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο, που δύναται να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ), εφόσον μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ/τος 1325/1972, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υποστάσεως του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.
Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό.
Οι διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του ανωτέρω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.
Επομένως η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχάς με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δύναται να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, εφ' όσον αυτός υφίσταται τελικώς τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, υπό την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ.ΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/2010).
Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΑΠ 705/2007).
Την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής δεν αποκλείει το γεγονός ότι την υπέγραψε αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας και απλώς στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, και μάλιστα ανεξαρτήτως από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, εφόσον και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικώς για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 219/2020, ΑΠ179/2019, AΠ1051/2012).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση "μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες". Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και κατά το οποίο: "Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση".
Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 1353/2011, ΑΠ 1160/2004). Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (πρβλ.
Ολομ. ΑΠ 1/2009, ΑΠ 29/2020).
Συνεπώς σε περίπτωση αδικοπραξίας σύμφωνα με το προμνημονευθέν άρθρο (1047 παρ. 1ΚΠολΔ) παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ' αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, η βαρύτητα της πράξης και οι συνέπειές της, το πταίσμα του υπόχρεου, η φερεγγυότητα αυτού, η τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και οι λοιπές εν γένει περιστάσεις.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1049 ΚΠολΔ αν αποδείχθηκε αδικοπραξία, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται να διατάξει ή όχι προσωπική κράτηση. Η κρίση αυτή δεν υπόκειται κατ' αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 76/2008, ΑΠ 546/2011, ΑΠ 788/1993), αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΑΠ 1309/2021, ΑΠ785/2018), πλην όμως συνιστά λόγο αναιρέσεως η υπό του δικαστηρίου χρήση απρόσφορων στοιχείων η κριτηρίων, κειμένων εκτός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως (ΑΠ1138/2019, ΑΠ 361/2016, ΑΠ 1442/2003, ΑΠ554/2007).
Σημειώνεται ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ.
ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ1309/2021, ΑΠ785/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ1514/2018, 226/2016).
Εν προκειμένω από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η από 2-11-2011 εξ αδικοπραξίας αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων για αποζημίωση λόγω της έκδοσης και παράδοσης σ' αυτήν επτά επιταγών χωρίς αντίκρυσμα εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της πρώτης αναιρεσείουσας, εν γνώσει του τελευταίου περί της έλλειψης διαθεσίμων παρ' αυτή κεφαλαίων, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος με την 3110/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν παραδοχής και της συναφούς ένστασης των τελευταίων περί συνδρομής εξ οικείου της ενάγουσας πταίσματος στην επέλευση της εξ αδικοπραξίας βλάβης της, διότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της ήταν μέτοχος της πρώτης εναγομένης κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έκδοσης των επίδικων επιταγών και γνώστης της δυσμενούς οικονομικής της κατάστασης κατά τα διαλαμβανόμενα στην άνω απόφαση.
Η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση από την αναιρεσίβλητη -κομίστρια των εν λόγω επιταγών-ενάγουσα, που την προσέβαλε ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο του συντρέχοντος πταίσματος, αλλά και εκείνο της απόρριψης της απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως σε βάρος του εκδότη των επίμαχων επιταγών, έγινε δεκτή με την 754/2019 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που προσβάλλεται με την υπό κρίση αναίρεση από τους εναγόμενους.
Ειδικότερα, το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος ότι ο δεύτερος αναιρεσείων ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας εξέδωσε την άνοιξη του 2011 στη Θεσσαλονίκη σε διαταγή της ενάγουσας αναιρεσίβλητης τις ακόλουθες (μεταχρονολογημένες) τραπεζικές επιταγές:
την με αρ. 48141022-8, της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ, ποσού 19.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 31-8-2011, και τις με αρ. 20325375-2, 20325381-7 , 20325398-1, 20325408-2, 20325414-7, 20861247-7 επιταγές της EFG EUROBANK ERGASIAS AE, ποσού 25.000 ευρώ οι πέντε πρώτες και 35.000 ευρώ η τελευταία, με φερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως 31-3-2012, 30-6-2012, 30-9-2012, 31-12-2012 οι τέσσερεις πρώτες και 31- 3-2013 οι δύο τελευταίες .
Ότι οι άνω επιταγές εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες (25-10-2011) η 2η, 3η, 4η, 5η και 6η και στις 8-9-2011 και 14-10-2011 η πρώτη και 7η αντιστοίχως, πλην όμως δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν , γιατί δεν υπήρχε επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο, καθώς και ότι ο ανωτέρω γνώριζε ότι κατά τους χρόνους έκδοσης δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, ενώ κατά τους χρόνους πληρωμής ότι ήταν σφόδρα πιθανό ότι επίσης δεν θα υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια, πράγμα που αποδέχθηκε, ότι έτσι ζημίωσε υπαιτίως και παρανόμως την αναιρεσίβλητη κατά το συνολικό ποσό των παραπάνω επιταγών, ευθυνόμενος για την αποζημίωσή της, και ότι για την αποκατάσταση της ζημίας της ευθύνεται και η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία (πρώτη αναιρεσείουσα).
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι: ο Σ. Π. που ήταν ο πραγματικός διαχειριστής της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης εταιρείας, απέκτησε με το 10451/22-2-2010 συμβόλαιο μεταβίβασης εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας τη συμμετοχή σε 500 εταιρικά της μερίδια αξίας 15.000 ευρώ επί συνόλου 1500 μεριδίων. Ταυτόχρονα κατέστη και εκπρόσωπός της από κοινού με τους Βασίλειο Λάζαρη και Αναστάσιο Μπελεσιώτη (δεύτερο αναιρεσείοντα), αλλά και μεμονωμένως ο καθένας χωρίς τη σύμπραξη των υπολοίπων.
Ότι ο ανωτέρω τελούσε σε γνώση των οικονομικών δεδομένων της πρώτης αναιρεσείουσας, του ετησίου κύκλου εργασιών της και της εν γένει οικονομικής της πορείας και ότι βάσει των στοιχείων αυτών προέβη στην ανάληψη της νόμιμης εκπροσώπησης και διαχείρισής της επωμιζόμενος και τις παρεπόμενες με αυτές συνέπειες και ευθύνες.
Ότι απέβαλε τις ιδιότητες του συνεταίρου, συνδιαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας ένα μήνα προ της εμφανίσεως των πέντε από τις επτά επίδικες επιταγές προς πληρωμή και λίγες ημέρες πριν την εμφάνιση των άλλων δύο επιταγών, όταν με το 11087/5-9-2011 συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Άννας Ταβλαρίδου μεταβίβασε χωρίς αντάλλαγμα τα εταιρικά του μερίδια στους Νικόλαο Φουρναράκη και Αναστάσιο Μπελεσιώτη (δεύτερο αναιρεσείοντα- εκδότη των ως άνω επιταγών), στον οποίο και ανατέθηκε αποκλειστικά η εκπροσώπηση της εν λόγω εταιρείας (πρώτης αναιρεσείουσας), δηλαδή σε χρονικό σημείο κατά το οποίο με την άνω ιδιότητά του ήταν σε θέση να γνωρίζει επακριβώς τα οικονομικά στοιχεία αυτής και την αδυναμία της να φανεί συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.
Ότι ήδη κατά την έκδοση των άνω επιταγών η πρώτη αναιρεσείουσα είχε αρχίσει να παρουσιάζει ισχυρή πτώση του τζίρου της και έντονες δυσκολίες αφενός στην εισροή εσόδων, αφετέρου στην ικανοποίηση των οικονομικών υποχρεώσεών της, ότι η κακή οικονομική πορεία της προκύπτει και από το γεγονός ότι, όπως εμφανίζεται στους ισολογισμούς της κατά την εταιρική χρήση 1-2-2009 ως 31-12-2009, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της ήταν αρνητικό (-79.093,09 ευρώ), ενώ κατά την εταιρική χρήση από την 1-1-2011 ως την 18-11-2011, οπότε η εταιρεία διέκοψε τη λειτουργία της κατόπιν της 11.135/9-11-2011 πράξης λύσης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Άννας Ταβλαρίδου, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της ανήλθε στο αρνητικό ποσό των -465.423,38 ευρώ, καθώς και ότι ενόψει της συνολικής εποπτείας και γνώσης της οικονομικής κατάστασης της πρώτης εναγόμενης-αναιρεσείουσας εκ μέρους του Συμεών Παπαηλία και κατ' επέκταση της αναιρεσίβλητης (κρίθηκε) ότι η τελευταία παραλαμβάνοντας τις επίδικες επιταγές συνετέλεσε στην πρόκληση της ζημίας της κατά ποσοστό 40%.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την με αριθμό 1875/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε παρόμοια με την υπό κρίση αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων για μη πληρωμή δύο (άλλων) επιταγών εκδόσεως της πρώτης αναιρεσείουσας συνολικού ποσού 75.000 ευρώ, γιατί δεν αποδείχθηκε νόμιμη εμφάνιση και σφράγισή τους, ούτε δόλος των εναγομένων με την αιτιολογία ότι πρόκειται για διαφορετική ιστορική αιτία σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση.
Τέλος όσον αφορά το αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης ενάγουσας για απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος ως μέσου για την εκτέλεση της απόφασης λόγω του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα , το Εφετείο δέχθηκε ότι : "... ενόψει του ύψους της απαιτήσεως της εκκαλούσας, της βαρύτητας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εφεσίβλητου και των συνεπειών της σε βάρος της εκκαλούσας, του βαθμού υπαιτιότητας του 2ου εφεσίβλητου και της συνυπαιτιότητας της εκκαλούσας, της αφερεγγυότητας αυτού και της ελλείψεως εμφανών περιουσιακών στοιχείων σε αμφοτέρους τους εφεσιβλήτους, καθώς επίσης και όλων εν γένει των περιστάσεων, κρίνεται ότι πρέπει να απειληθεί σε βάρος του 2ου εφεσίβλητου προσωπική κράτηση διάρκειας δύο μηνών (και όχι πέντε, όπως εκ προφανούς παραδρομής ανεγράφη, ακολούθως όμως διορθώθηκε στο σκεπτικό του και διαλαμβάνεται στο διατακτικό του) ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως.
Η αναγκαιότητα αυτή ουδόλως αναιρείται από το γεγονός ότι ο γιός του εφεσιβλήτου Χρήστος, που γεννήθηκε το 2004 πάσχει από τη χρόνια εντερική πάθηση κοιλιοκάκη, καθόσον μάλιστα αυτή δεν είναι σπάνια και αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με την εφ' όρου ζωής κατανάλωση τροφών χωρίς γλουτένη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε τον λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την παραδοχή της εκ του άρθρου 300 ΑΚ ενστάσεως των εναγομένων - αναιρεσειόντων, α) απέρριψε την έφεση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και β) δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως προς δεύτερο αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της προσωπικής κράτησης και δικάζοντας την υπόθεση επί της ουσίας, δέχθηκε κατά το μέρος αυτό την αγωγή και απήγγειλε σε βάρος του τελευταίου προσωπική κράτηση δύο μηνών ως μέσο για την εκτέλεση της απόφασης.
Με βάση αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1047 παρ. 1, 2, 3, και 1048 του ΚΠολΔ, 11 του ν. 2462/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον έλαβε υπόψη όλα τα πρόσφορα στοιχεία, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την αναγκαιότητα του μέτρου της προσωπικής κρατήσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, η οποία τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς μέτρο πρόσφορο, αλλά και απολύτως αναγκαίο για τη συμμόρφωση του ως άνω αναιρεσείοντος προς την προσβαλλομένη απόφαση, ενόψει και του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτή η μη ύπαρξη εμφανών περιουσιακών στοιχείων αυτού, ενώ, εξάλλου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που στηρίζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση την ως άνω κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ως άνω διάταξης.
Η παραδοχή δε της προσβαλλόμενης "περί της ζημίας της αναιρεσίβλητης υπαίτια και παράνομα από τον δεύτερο αναιρεσείοντα που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές μολονότι γνώριζε ότι κατά τους χρόνους εκδόσεως τους δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή, ενώ κατά τους χρόνους πληρωμής τους ήταν σφόδρα πιθανό ότι επίσης δεν θα υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια πράγμα που αποδέχθηκε", δεν είναι αντιφατική προς την έτερη παραδοχή ότι "κατά το χρόνο εκδόσεως των ως άνω επιταγών ο Σ.
Π. ήταν συνδιαχειριστής με τον δεύτερο αναιρεσείοντα και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας και συνακόλουθα τελούσε σε γνώση των οικονομικών της δεδομένων της πρώτης αναιρεσείουσας, του ετήσιου κύκλου εργασιών της και της εν γένει οικονομικής της πορείας". Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, κατά τα οικεία μέρη και όγδοος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι η απαγγελθείσα προσωπική κράτηση διαρκείας δύο μηνών ως μέσον εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης επιβλήθηκε λόγω αδικοπραξίας του δεύτερου αναιρεσείοντος και η κρίση αυτή δεν ελέγχεται κατ' αρχήν αναιρετικά σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν, εφόσον δεν προσάπτεται αιτίαση ως προς την διάρκειά της, αλλά απλώς ο ανωτέρω αναιρεσείων επικαλείται ότι η εκτέλεση του εν λόγω μέτρου θα του επιφέρει προσωπική, επαγγελματική και οικογενειακή βλάβη, στοιχεία που δεν επαρκούν (όπως και οι λοιπές ως άνω αιτιάσεις του ) για τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ούτε και περί διαπίστωσης υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου.
Περαιτέρω, είναι απαράδεκτοι, ο μεν τρίτος λόγος, καθ'ό μέρος στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η προσωπική κράτηση του δεύτερου αναιρεσείοντος απαγγέλθηκε "αποκλειστικά λόγω της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας", οι δε πρώτος και δεύτερος λόγος καθ'ο μέρος εσφαλμένα υπολαμβάνουν ότι η συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στην επέλευση της ζημίας της αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 1047 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι πρώτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος κατά το οικείο μέρος, και όγδοος λόγοι, καθ'ο μέρος διαλαμβάνουν αιτιάσεις ως προς το ζήτημα του δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο έκδοσης των ένδικων επιταγών είναι ωσαύτως απαράδεκτοι (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον με την προσβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, με σχετικό λόγο έφεσης, του κεφαλαίου της προσβαλλόμενης, που αφορά την παραδοχή της ένστασης του αναιρεσείοντος περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης στην επέλευση της ζημίας της, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο και το κεφάλαιο της αδικοπρακτικής (εκ δόλου) ευθύνης του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, αφού ο αναιρεσείων δεν άσκησε έφεσή ή αντέφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, παραπονούμενος ως προς τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής του ευθύνης, ώστε να μεταβιβαστεί στο Εφετείο το αντίστοιχο κεφάλαιο και να ερευνηθεί κατά τούτο.
Τα αυτά ισχύουν και για τον έκτο αναιρετικό λόγο, αλλά και το αντίστοιχο (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) μέρος του πέμπτου λόγου με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με το να δεχθεί το Εφετείο ότι "δεν παράγεται δεδικασμένο σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, από το περιεχόμενο της με αρ. 1875/2018 αποφάσεως του Μον/λούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν παρόμοια αγωγή της αναιρεσίβλητης (3281/2012) για τη μη πληρωμή δύο επιταγών της πρώτης αναιρεσείουσας συνολικού ποσού 75.000 ευρώ, γιατί δεν αποδείχθηκε νόμιμη εμφάνιση και σφράγισή τους, ούτε δόλος των εναγομένων, καθόσον πρόκειται για διαφορετική ιστορική αιτία".
Ανεξαρτήτως αυτών, οι προβαλλόμενες με τους λόγους αυτούς ως άνω αιτιάσεις, ως προς το ζήτημα του δόλου του εκδότη των επιταγών και ως προς τη συνδρομή ή μη των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς, ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω, (πέμπτος, έκτος) λόγοι, κατά το μέρος που ανάγονται στη γνώση των οικονομικών δεδομένων της πρώτης αναιρεσείουσας εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτοι και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος λόγω της νίκης του δευτέρου αναιρεσείοντος στο Εφετείο, μετά την απόρριψη του σχετικού λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε κατ' ουσίαν την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση των εναγομένων.
Ομοίως, και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο "αναιτιολόγητα επέβαλε το μέτρο της προσωπικής κράτησης παρά την ύπαρξη σοβαρής ασθένειας του τέκνου του και τη δεινή οικονομική του κατάσταση και χωρίς μνεία περί υπάρξεως ή απόκρυψης περιουσιακών του στοιχείων", είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας επιχειρείται να ελεγχθεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου που σχηματίσθηκε από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων με χρήση προσφόρων στοιχείων και κριτηρίων, κειμένων εντός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως, μεταξύ των οποίων σε κάθε περίπτωση συμπεριλήφθηκαν και τα φερόμενα ως παραλειφθέντα στοιχεία.
Τέλος, απαράδεκτος είναι και ο έβδομος αναιρετικός λόγος, διότι υπό την αιτίαση "της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, μολονότι αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων ουδόλως γνώριζε ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής", δεν ιδρύεται η εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αλλά υπό την επίφαση της επίκλησης παραδοχής πραγμάτων ως αληθινών από το Εφετείο χωρίς απόδειξη επιχειρείται η αναδίκαση της ουσίας της υπόθεσης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου, που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 - 182 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 121/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 193 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται προσβολή της αποφάσεως με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο αναιρετικό λόγο, ο δεύτερος αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 193 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο "επιδίκασε δικαστικά έξοδα που υπερβαίνουν αυτά που είθισται να επιβάλλουν τα δικαστήρια", καθώς και με την έτερη αιτίαση της "αδικαιολόγητης επιβολής του μεγαλύτερου ποσού των 5.000 ευρώ για αμφότερους τους βαθμούς της δικαιοδοσίας αντί του ορθού υπολογισμού των 3.179,04 ευρώ".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον υπό την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν προσδιορίζεται υπό ποίαν έννοια εσφαλμένως εφαρμόσθηκε το άρθρο 193 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στο μη επιτρεπτό των ενδίκων μέσων, εφόσον δεν προσβάλλεται ταυτοχρόνως και η ουσία της υπόθεσης, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2019 αίτηση: 1. Της υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης " ..." και 2. του Α. Μ. για αναίρεση της με αρ. 754/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ