Supreme Court dismisses appeal on failure to cite specific documents, ruling general reference sufficient for evidence consideration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider specific rental agreements and a survey plan, claiming this violated procedural requirements for evidence evaluation. The court rejected this, ruling that the lower court's explicit statement confirming it examined all submitted documents, including those mentioned, was sufficient proof of consideration without needing itemized listing.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; When a specific document is cited but not separately listed in the judgment, the appeal alleging failure to consider it is inadmissible if the judgment explicitly states all submitted evidence was examined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 567 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμό 567/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. συζ. Μ. Κ., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Βρέλλο.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. συζ. Α. Ζ. το γένος Ν. Χ.-Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Γαργαρέτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-04 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/06 του ίδιου Δικαστηρίου και 214/2015 Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2015 αίτησή της και τους από 5-4-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 22-4-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 214/2015 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 300/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 6-9-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς της στο ακίνητο, που περιγράφεται και να απαγορευτεί κάθε προσβολή του στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από την διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔικ, η οποία ορίζει, ότι "Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας" προκύπτει, ότι, όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, αλλά το αδίκημα δεν παραγράφηκε, μπορεί αυτή να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης.
Όταν όμως η πλαστογραφία έχει παραγραφεί, τότε η περί αυτής πρόταση πρέπει να γίνει, επί ποινής απαραδέκτου, κατά την συζήτηση, κατά την οποία προσήχθη το έγγραφο, ακόμη και κατά την δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527, 269 ΚΠολΔικ. Τούτο συμβαίνει, επειδή η πρόταση αυτή αποτελεί μήνυση για πλαστογραφία, η οποία όμως, λόγω της παραγραφής, κατέστη ανέγκλητη και έτσι εξέλιπαν οι ποινικές συνέπειες, οι οποίες ενδιαφέρουν την δημοσία τάξη και επέβαλαν την εν λόγω ρύθμιση. `Αν όμως στις ως άνω περιπτώσεις προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο διάδικος εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έγγραφο και ότι συνεπώς διαπράττει το αυτοτελές έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου (άρθρο 216 παρ. 2 Π.Κ.), ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται για την περίπτωση απόδοσης της πλαστογραφίας σε ορισμένο πρόσωπο.
Επειδή δε το άρθρο 524 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔικ ορίζει, ότι "εφόσον η δίκη στον πρώτο βαθμό διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων, η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως την δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά την συζήτηση", κατά λογική ακολουθία έπεται, ότι ο περί πλαστότητας και ο περί της χρήσης πλαστού εγγράφου ισχυρισμός θα προταθούν με την προσθήκη των προτάσεων, εκτός εάν στην περίπτωση του περί πλαστότητας ισχυρισμού το σχετικό έγγραφο είχε προσκομισθεί και σε προηγούμενη συζήτηση.
Μέσα δε στα ίδια χρονικά περιθώρια, της κατά δηλαδή της προσθήκης των προτάσεων, δικαιούται και ο καθ` ου η ένσταση να αμυνθεί κατ` αυτής, σύμφωνα με τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις, αλλά και τις διατάξεις α) των άρθρων 110 παρ. 1 ΚΠολΔικ και 4 του Συντάγματος, οι οποίες καθιερώνουν την ισότητα των διαδίκων ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και β) του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
περί δίκαιης δίκης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔικ, χωρεί αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι ως απαράδεκτο νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ολΑΠ 963/1985).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα-εναγομένη πρόβαλε , για πρώτη φορά, με τις από 12-1-2015 έγγραφες προτάσεις της κατά τη συζήτηση, στις 13-1-2015, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, της από 13-12-2006 έφεσής της κατά της 300/2006 απόφασης, τον ισχυρισμό ότι το .../1959 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε. Μ. έχει νοθευθεί στο Υποθηκοφυλακείο … Κρήτης ως προς την έκταση του επίδικου ακινήτου με την επικάλυψη των λέξεων «τριάκοντα κιλών σ...υ» με τη λέξη «[τριάκοντα] στρεμμάτων».
Κατονόμασε δε ως πλαστογράφους την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα και τη μητέρα της Μ. Χ.-Σ. και προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού προσκόμισε και επικαλέσθηκε αντίγραφο από το πρωτότυπο του ως άνω συμβολαίου και πρότεινε τον εαυτό της ως μάρτυρα. Το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί πλαστότητας του εν λόγω συμβολαίου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:
«Επί της ένδικης από 6-9-2003 (αρνητικής) αγωγής της εφεσίβλητης κατά της εκκαλούσας, που συζητήθηκε την 5-4-2006 εξεδόθη η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 300/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία δέχθηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή, ακολούθως δε, ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση της εναγομένης ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, η οποία συζητήθηκε το πρώτον ενώπιον του άνω Εφετείου την 21-9-2010, εξεδόθη δε η υπ’ αριθ. 65/2011 απόφαση του άνω Εφετείου με την οποία και αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Η υπόθεση μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης επανήλθε προς εκδίκαση στο παρόν Εφετείο κατ’ άρθρο 8 Ν. 4022/2011 και κατά τη παρούσα συζήτηση της η εκκαλούσα, κατέθεσε τις προτάσεις της την 12-1-2015, όπως προκύπτει από την σχετική επ’ αυτών σημείωση του Γραμματέως, επιπλέον δε ο ίδιος κατέθεσε και προσθήκη των προτάσεων, όπως προκύπτει επίσης από σχετική επ’ αυτής σημείωση της Γραμματέως, την 16-1-2015.
Με τις άνω προτάσεις της η εκκαλούσα- εναγομένη προβάλει την ένσταση πλαστογραφίας και την ένσταση της χρήσεως πλαστού εγγράφου εκ μέρους της ενάγουσας, ισχυρισθείσα ειδικότερα ότι η τελευταία με την μητέρα της, προκειμένου να διευκολύνουν τις επικείμενες διεκδικήσεις τους, πλαστογράφησαν στο Υποθηκοφυλάκειο ...
το σώμα του υπ’ αριθ. .../1959 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ε. Μ., επικαλύπτοντας τις λέξεις "τριάκοντα κιλών σ...υ" με τη λέξη τριάκοντα "στρεμμάτων" κατά τα έτη 2003-2004 , του οποίου έκαναν χρήση επανειλημμένους και συγκεκριμένα κατά τη σύνταξη του υπ’ αριθ. ...2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β.
Φ. , το προσήγαγε δε και επικαλέστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις από 15-11-2005 προτάσεις της, ως τίτλο κτήσεως για την υποστήριξη της από 13-9-2004 αγωγής της, επιτυγχάνοντας την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά και στις από 21-9-2010 προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη (επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 65/2011 παρεμπίπτουσα απόφαση) και ότι κατονομάζει ως πλαστογράφους την μητέρα της ενάγουσας Μ.
Χ., αλλά και την ίδια την εφεσίβλητο- ενάγουσα Θ. Ζ., το γένος Χ.- Κ., ότι ο ισχυρισμός της αποδεικνύεται από έγγραφα, επικουρικά δε προτείνει ως μάρτυρα τον εαυτό της. Η επικαλούμενη πλαστογραφία του εγγράφου αυτού, κατά τους ισχυρισμούς της ενισταμένης-εκκαλούσας- εναγομένης έγινε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003-2004 ήτοι προ της συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (5-4-2011), οπότε και έγινε χρήση αυτού, με την προσκόμισή του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης Έκτοτε και μέχρι της εκ νέου, κατά συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του παρόντος Εφετείου (13-1-2015) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών και το αδίκημα της πλαστογραφίας, όσο και εκείνο της χρήσεως πλαστού εγγράφου και αν είχαν τελεσθεί, είχαν υποπέσει σε παραγραφή, αφού και το αδίκημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου, ετελέσθη, κατά τον ισχυρισμό του ενισταμένου, το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τον χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως.
Επομένως, ο άνω ισχυρισμός της εναγόμενης που προβάλλεται για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου είναι, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρονται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το αδίκημα της πλαστογραφίας και της χρήσεως πλαστού εγγράφου είχε κατά τα άνω παραγραφεί, η πρόταση αυτού (που μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης κατά τα προεκτεθέντα) έπρεπε να γίνει, επί ποινή απαραδέκτου κατά τη συζήτηση κατά την οποία προσήχθη το άνω έγγραφο και έγινε χρήση του , ήτοι τουλάχιστον κατά την πρώτη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης την 21-9-2010, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό της εφεσίβλητης».
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά τα δύο μέρη, λόγο του κύριου δικογράφου αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: α) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της για χρήση του εν λόγω πλαστού συμβολαίου, που έγινε στις 21-9-2010, ενώπιον του Εφετείου κατά την πρώτη συζήτηση της έφεσής της, μετά την οποία εκδόθηκε η 65/2011 μη οριστική απόφασή του, γιατί τότε δεν είχε παραγραφεί το αδίκημα της χρήσης πλαστού εγγράφου και β) από τον αριθμό 8 του ίδιου ως άνω άρθρου , ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν απάντησε στον ισχυρισμό της ότι δικαιολογείται η προβολή της ένστασης πλαστότητας και χρήσης του πλαστού εγγράφου για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, γιατί συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμός 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 269 παρ. 2 περ.
γ-δ ΚΠολΔικ, αφού έλαβε γνώση της πλαστότητας ενόψει της συζήτησης της 120/15-12-2006 έφεσης και της μελέτης των τίτλων ιδιοκτησίας σχετικά με το επίδικο, στους οποίους ως μονάδα μέτρησης του εμβαδού αναφερόταν «το κιλό σπόρου», η νόθευση ήταν «αριστοτεχνική» και δεν γινόταν αντιληπτή από μέσο άνθρωπο και αποδεικνυόταν παραχρήμα από την αντιπαραβολή των δύο τίτλων.
Οι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι, μετά τη σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Μ. Χ.-Σ. παρέλαβε στη νομή και κατοχή της το επίδικο ακίνητο, κατά το έτος 1959, ασκώντας έκτοτε συνεχώς επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, που ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση, χωρίς την εναντίωση κανενός μέχρι το έτος 2004 και έτσι έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ως αληθής κυρία το μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη με το ...2004 συμβόλαιο γονικής παροχής, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας και χρήσης του συμβολαίου .../1959 δεν ασκεί σε κάθε περίπτωση ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης και, συνεπώς, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.8 περ.
β` και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες με το να απορρίψει τον πιο πάνω ισχυρισμό, διότι κρίσιμο γεγονός για την απόδειξη της κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) δεν είναι η πλαστότητα ή μη του επίμαχου εγγράφου, αλλά η συνδρομή των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και της κτήσης της κυριότητας αυτής [ενάγουσας] του επιδίκου με παράγωγο τρόπο από αληθή κυρία.
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος), αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Άσκηση της νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η μίσθωση, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων.
ΑΠ 85/2015, ΑΠ 26/2015]. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, δηλαδή , όταν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται , με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, δηλαδή υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία , ενώ δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς [ΟλΑΠ 1/1999].
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά , σε σχέση με την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα:
«Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια ... του Δήμου Αγίου Νικολάου Λασιθίου και στην ειδικότερη θέση "...". Πρόκειται για μια αγριάδα συνολικής εκτάσεως 18.173,75 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες κληρονόμων Μ. Κ., Δ. Χ., αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων, ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Δ., κληρονόμων Μ.
και Ε. Κ. και κληρονόμων Ι. Δ., όπως περιγράφεται στην αγωγή, εμφανίζεται δε στο συνημμένο στην αγωγή με χρονολογία Ιούνιος 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ. με τα στοιχεία .... Το επίδικο ακίνητο, όπως και όλα τα ακίνητα της ευρύτερης περιοχή είναι ακαλλιέργητο (αγριάδα) και εντός αυτού βρίσκονται αγριολιές, χαρουπιές, πρίνοι, σκίνοι, αχινοπόδια, θύμοι, ασπαλάθοι, αγκαραθιές, αλαδανιές και διάσπαρτοι βράχοι, όπως διαπίστωσε κατά την αυτοψία του επί του επιδίκου ο διορισθείς πραγματογνώμονας και αναφέρει στην από 30-11-2013 συνταγείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, αρχίζει δε νότια από τον αγροτικό δρόμο πλάτους τεσσάρων μέτρων που έχει διανοιχθεί σχεδόν από τριακονταετίας και πλέον από τη Δ.Ε.Η και εκτείνεται μέχρι βόρεια, όπου υπάρχει η ιδιοκτησία Κ..
Αυτό όπως περιγράφεται παραπάνω και απεικονίζεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., μεταβιβάστηκε κατά πλήρη κυριότητα στην ενάγουσα λόγω γονικής παροχής εκ μέρους της μητέρας της, Μ. Χ.- Κ., το γένος Ε. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β.
Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής .... Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό η δικαιοπάροχος της ενάγουσας φέρεται να είναι αποκλειστικά κυρία ενός ακινήτου-αγροτεμαχίου στη θέση ..., εκτάσεως κατά τον τίτλο 30 στρεμμάτων, κατόπιν δε γενομένης καταμετρήσεως εκτάσεως 36.348,41 τ.μ., όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στο συμβόλαιο αυτό ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Τ. που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες κληρονόμων Μ. Κ., Χ. Κ., Γ. Τ., Γ. Π., κληρονόμων Ε. Κ.-Μ., κληρονόμων Α. Κ., με αγροτικό δρόμο πλάτους τεσσάρων μέτρων, ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Δ. [ηδη εναγομένης] , κληρονόμων Ι. Μ. και Ε. Κ. και κληρονόμων Ι. Δ.. Το όλο ακίνητο χώρισε σε δύο τμήματα εκ των οποίων το ένα εκτάσεως 18.173,75 τ. , που είναι το επίδικο το μεταβίβασε στην ενάγουσα θυγατέρα της κατά τα άνω και το άλλο εκτάσεως 18.174,66 τ.μ.
μεταβίβασε στον υιό της Δ. Χ. με το αυτό ως άνω συμβόλαιο. Εκεί ως τίτλος κτήσεως του όλου ακινήτου των 36.348,41 τ.μ. της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας αναφέρεται το με αριθμό .../1959 διανεμητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ..., αλλά και η τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενη και κατέχουσα αυτό από το έτος 1959 μέχρι τότε (29-6-2004) συνεχώς, χωρίς καμιά διατάραξη και φιλονικία με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενεργούσα σε αυτό κάθε πράξη συναφή προς τη φύση και τον προορισμό του.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το επίδικο ακίνητο, που αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου, ανήκε κατά κυριότητα στην απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας (αλλά και της εναγομένης) Α. Μ. σύζυγο Κ. Μ.. Αυτή δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1895 δωρητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Νεάπολης Δ. Λ., μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον υιό της Γ.
Μ. μεταξύ άλλων στη θέση "..." ένα αγρό είκοσι πέντε μουζουρίων μετά των εντός αυτού ευρισκομένων δένδρων. και αγρίων παντός είδους, συνορευομένου με ιδιοκτησίες Μ. Κ.Μ., Ε. Κ., Ε. Μ. και Γ. Κ., ενώ με το υπ’ αριθ. .../1895 συμβόλαιο δωρεάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου η αυτή δικαιοπάροχος των διαδίκων, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην θυγατέρα της Μ.
Κ. Μ. σύζ. Ε. Δ. Ρ. μεταξύ άλλων και στη θέση "..." ένα αγρό εκτάσεως οκτώ μουζουρίων, μεθ’ όλων των εντός αυτού ευρισκομένων δένδρων, συνορευομένου με ιδιοκτησίες Γ. Μ., τέκνων Π. Φ., Γ. Μ., τέκνων Κ. και Ε. Μ., Χ. Φ. και Δ. Κ.. Στη συνέχεια δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1959 συμβολαίου διανομής ακινήτων του τότε συμβολαιογράφου Νεάπολης Ε.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ..., οι Γ. Ε. Σ. και Μ. θυγατέρα Ε. Σ. (μητέρα της ενάγουσας), διανέμουν μεταξύ τους ακίνητα που απέκτησαν από κληρονομιά της αποβιωσάσης το έτος 1944 μητέρας τους Μ. συζύγου Ε. Σ. το γένος Γ. Μ. (θυγατέρα του άνω Γ εωργίου Μ.), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και η Μ.
θυγατέρα Ε. Σ. (δικαιοπάροχος της ενάγουσας) λαμβάνει μεταξύ άλλων και ένα ακίνητο στη θέση ..., αγριάδα εκτάσεως τριάντα κιλών σπόρων, με πλησιαστές Ι. Μ., Χ. Ζ. Φ. και Α. Δ. (δικαιοπάροχο της εναγομένης) εκ δύο μερών, ακίνητο που είχε περιέλθει στον παππού της Γ. Μ. με το ρηθέν υπ’ αριθ. .../1895 συμβόλαιο δωρεάς του τότε συμβολαιογράφου Νεάπολης Δ.
Λ.. Αν και τα δύο ως άνω συμβόλαια αναφέρονται στο αυτό ακίνητο, η περιγραφή του δεν ταυτίζεται, όπως παρατηρεί και ο πραγματογνώμονας στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των δύο τίτλων. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι το δεύτερο συμβόλαιο συντάχθηκε 64 χρόνια μετά τη σύνταξη του πρώτου και σε χρόνο που έπαψε πλέον να καλλιεργείται και πιθανόν εν αγνοία της ύπαρξης του πρώτου συμβολαίου, ώστε να υπάρχει αντιγραφή αυτού, με αποτέλεσμα να έχουμε διαφορετική περιγραφή του μείζονος ακινήτου και παρά το γεγονός ότι η έκταση του παραμένει σχεδόν η ίδια και επί των δύο συμβολαίων, σύμφωνα με την περιγραφή του στο δεύτερο συμβόλαιο, το εν λόγω ακίνητο μετατοπίζεται, δηλαδή επεκτείνεται προς το νότο και υποχωρεί στα δυτικά.
Βέβαια η αναφορά στο άνω συμβόλαιο (.../1959) της έκφρασης εκτάσεως 30 κιλών σπόρου, είναι εντελών[ς] πλασματική και δεν συμπίπτει με τα περιγραφόμενα όρια, που αντικειμενικά αφορούν πολύ μεγαλύτερη έκταση. Ειδικότερα το μουζούρι (που αναφέρεται στο πρώτο συμβόλαιο του έτους 1895), ως μονάδα μέτρησης όγκου δημητριακών και λοιπών καρπών στη Κρήτη, που μετεξελίχθηκε σε μονάδα μέτρησης της καλλιεργούμενης με αυτά (δημητριακά) έκτασης, ταυτίζεται σύμφωνα με εκτιμήσεις με το στρέμμα για τα γόνιμα εδάφη, ενώ για άγονα εδάφη η έκταση που αντιστοιχεί στο μουζούρι είναι πολύ μεγαλύτερη του στρέμματος, ενώ η αναφορά που γίνεται στους παλιούς τίτλους σε αυτό, ως μονάδα μέτρησης, περιλάμβανε μόνο την δεκτική καλλιέργειας με σπορά δημητριακών έκταση και δεν περιελάμβανε βραχώδη, πρανή και άλλα άγονα εδάφη που δεν επιδεχόταν σπορά αλλά όμως περιλαμβανόταν στην όλη ιδιοκτησία.
Το μουζούρι ως μονάδα όγκου χωρούσε περίπου 15 οκάδες (1.280 γραμμάρια η οκά) σιτάρι, ενώ διαφορετικές ήταν οι ποσότητες για άλλα δημητριακά που αντιστοιχούσαν σε αυτό, ως καλλιεργήσιμη δε με σπορά έκταση οι οκάδες ή αργότερα τα κιλά σπόρου αντιστοιχούσαν σε υποδιαιρέσεις του μουζουριού, με αποτέλεσμα τα τριάντα κιλά σπόρου που αναφέρεται ως έκταση το όλο ακίνητο στο άνω διανεμητήριο συμβόλαιο να αντιστοιχούσε κατά προσέγγιση σε 2 περίπου στρέμματα, που όμως δεν αντιστοιχούσε ως προελέχθη στην έκταση του ακινήτου που έλαβε στο μερίδιό της η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη, δεδομένου και ότι στα παλιά συμβόλαια, όπως το παραπάνω, χρησιμοποιούνταν μονάδες έκτασης χωρίς ακριβή αντιστοίχηση και η αναφορά της έκτασης ήταν μόνο η ωφέλιμη (καλλιεργούμενη).
Εξάλλου, στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο άνω πραγματογνώμονας στα πλαίσια της πραγματογνωμοσύνης του, εφαρμόζοντας τους τίτλους του 1895 (υπ’ αριθ. .../1895 δωρητήριο συμβόλαιο), και του 1959 (υπ’ αριθ. .../1959 διανεμητήριο συμβόλαιο) το αναφερόμενο σε αυτούς ακίνητο στη θέση ..., φέρεται να έχει έκταση 23.197,07 τ.μ.
και 22.416,86 τ.μ. αντίστοιχα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας μητέρα της από το έτος 1959 μετά τη γενομένη διανομή με το ρηθέν ως άνω συμβόλαιο, υπεισήλθε στη νομή του μείζονος ακινήτου στην θέση "..." που περιήλθε στο μερίδιό της και έκτοτε άρχισε να νέμεται και κατέχει αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίας, κατά θέση, και όρια, όπως αυτό αποτυπώνεται ως ενιαίο ακίνητο στο με χρονολογία Ιούνιος 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Τ. και σε έκταση 36.348,41 τ.μ., θεωρώντας ότι με την έκταση και κατά τα όρια αυτά περιήλθε στην κυριότητά της με το άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, αφού κατά την υπογραφή του, δεν είχε συνταχθεί τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο να αποτυπώνεται αυτό κατά θέση, όρια και έκταση, ασκούσα επ’ αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του υλικές διακατοχικές υλικές πράξεις νομής.
Ειδικότερα αρχικά αυτή καλλιεργούσε το τμήμα του ακινήτου που ήταν καλλιεργήσιμο με σιτηρά, συνέλεγε τον καρπό τους και αλώνιζε τον καρπό που συνέλεγαν στο αλώνι που υπήρχε επ’ αυτού, μάζευαν τα χαρούπια από τα χαρουπόδενδρα μέχρι και το έτος 1985 . Επίσης από τότε (1959) μέχρι και την άσκηση της αγωγής επέβλεπε και εκμίσθωνε αυτό, μέσω του συζύγου της σε κτηνοτρόφους, όπως στον Ι.
Σ. και Μ. Θ. κατά τα έτη από 1966- 1976 (βλ. σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά που προσκομίζονται) αλλά και στους Κ., Μ., Κ. και τελευταία στον Π., για την βοσκή των ζώων τους, αντί μισθώματος ποσότητας τυριού ή χρημάτων αντιστοιχούντων στην σύμφωνη θείσα εκάστοτε ποσότητα τυριού. Το έτος 2000 η ως άνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας- μητέρα της, υποβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
τροποποιητική δήλωση του Ε9, για τέσσερα ακίνητά της, μεταξύ των οποίων και εκείνου στη θέση ..., στην οποία δηλώνεται το όλο ακίνητό της στη θέση αυτή, ως ακίνητο εκτάσεως 25 στρεμμάτων, στη δήλωση Ε9 του έτους 2002 αναφέρεται το αυτό ακίνητο εκτάσεως 30 στρεμμάτων, ενώ με την τροποποιητική δήλωση Ε9 που υπέβαλε την 3-3-2004, γίνεται τροποποίηση και συμπλήρωση ως προς το ίδιο ακίνητο, που δηλώνεται σε 36.349 τ.μ., όσης εκτάσεως δηλαδή αυτό αναγράφεται στο ...2004 συμβόλαιο γονικής παροχής και αποτυπώνεται στο συνοδεύον αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Τ.. Ως προελέχθη το επίδικο τμήμα του όλου ακινήτου, που μεταβιβάστηκε κατά τα προεκτεθέντα στην ενάγουσα, αρχίζει νότια από τον αγροτικό δρόμο πλάτους τεσσάρων μέτρων και εκτείνεται μέχρι βόρεια, όπου υπάρχει η ιδιοκτησία Κ.. Το βόρειο αυτό όριο αναφέρεται και στο με αριθμό .../1895 συμβόλαιο του απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας.
Δυτικά του επιδίκου ακινήτου βρίσκεται η ιδιοκτησία της εναγομένης (πρώην Δ.-Ρ.), που απέκτησε κατά τους ισχυρισμούς της με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας, βάσει ατύπου κληρονομικής διαδοχής από τη μητέρα της Α. Μ. Σ., το γένος Ι. Κ. και αυτή με τη σειρά της από τη θετή της μητέρα Α. σύζυγο Γ. Δ., το γένος Ε.
Ρ., στην οποία είχε περιέλθει ως έκταση είκοσι μουζουρίων δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1907 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Δ. Λ., από την μητέρα της Μ. το γένος Κ. Μ., στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1895 από την μητέρα της Α. Μ. (απώτερη κοινή δικαιοπάροχο των διαδίκων), ως έκταση οκτώ μουζουρίων.
Μάλιστα σε όλο το μήκος της δυτικής οριογραμμής του επιδίκου ακινήτου υπήρχε ξερολιθιά (τράφος) που οριοθετούσε το επίδικο με την ιδιοκτησία της εναγομένης, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου καταστράφηκε από την ... το έτος 2001, κατά την εκτέλεση εργασιών τοποθέτησης κεραίας και διάνοιξης του δρόμου πρόσβασης σε αυτή, όπως παρακάτω αναφέρεται, ωστόσο παραμένει έως σήμερα ένα τμήμα του τράφου αυτού ως όριο με την όμορη ιδιοκτησία της εναγομένης.
Στην ύπαρξη της εν λόγω ξερολιθιάς ως διαχωριστικό όριο των ομόρων ιδιοκτησιών των διαδίκων αναφέρονται οι μάρτυρες αμφοτέρων των διαδίκων. Εντός του επιδίκου ακινήτου, όπως διαπίστωσε ο πραγματογνώμονας και αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, έχει τοποθετηθεί στο βορειοδυτικό άκρο του κεραία κινητής τηλεφωνίας από την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας ..., και έχει διανοιχθεί από την τελευταία ελικοειδής δρόμος για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας της άνω κεραίας.
Επίσης εντός αυτού και στο βόρειο τμήμα του, βρίσκεται και η κεραία της ..., η οποία έχει μετακινηθεί από την εταιρεία από άλλο σημείο που βρισκόταν εκτός του επιδίκου και εντός της όμορης ιδιοκτησίας του Δ. Χ., αδελφού της ενάγουσας, που αυτός απέκτησε από την κοινή δικαιοπάροχό τους, με το ίδιο συμβόλαιο γονικής παροχής.
Επίσης διαπιστώθηκε εντός αυτού η ύπαρξη τριγωνομετρικού σημείου (κολωνάκι) της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, αλωνιού, ξερολιθιάς στο δυτικό όριο του βορείου τμήματός του και στο νότιο τμήμα του, στην ύπαρξη των οποίων αναφέρονται και οι μάρτυρες της ενάγουσας. Ο δε ελικοειδής δρόμος, καταλαμβάνει ολόκληρο σχεδόν το επίδικο ακίνητο και ελάχιστα τμήματα του βρίσκονται εκτός, ξεκινά δε από το νότο και καταλήγει στο βόρειο μέρος αυτού, στην είσοδο της εγκατάστασης της άνω κεραίας κινητής τηλεφωνίας.
Οι ξερολιθιές (τράφοι) που υπάρχουν στο νότιο τμήμα του επιδίκου και είναι παράλληλες στις υψομετρικές καμπύλες, που συνεχίζονται και ανατολικά εντός της ιδιοκτησίας του αδελφού της Δ. Χ., αποτελούσαν κατασκευές που έγιναν για τη συγκράτηση του εδάφους, ώστε να είναι δυνατή η καλλιέργεια και σπορά του εδάφους στην επικλινή πλαγιά και δεν αποτελούσαν όριο ιδιοκτησίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας στο παρελθόν καλλιεργούσαν το επίδικο κατά τα δεκτικά καλλιέργειας μέρη του, σπέρνοντάς το με διάφορα δημητριακά, όπως καταθέτουν και οι μάρτυρές της, σε αντίθεση με τους μάρτυρες της εναγομένης που αναφέρουν ως πράξεις νομής επί του επιδίκου εκ μέρους της εναγομένης την φροντίδα και συλλογή των καρπών των ελαιόδενδρων (που κατά τον πραγματογνώμονα δεν υπάρχουν επί του επιδίκου, αφού υπάρχουν μόνο αγριελιές) και χαρουπιών που υπήρχαν σε αυτό και στη χρήση του ως βοσκότοπου.
Εντός του επιδίκου ακινήτου υπάρχει ως προελέχθη η κεραία κινητής τηλεφωνίας της ..., καθώς και ο ελικοειδής δρόμος που οδηγεί στην είσοδο της άνω κεραίας, κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Όπως δε αποδείχθηκε η εν λόγω εταιρεία για την τοποθέτηση της κεραίας που περιλαμβάνεται στο μίσθιο, συνήψε την από 27- 1-2000 μίσθωση του χώρου των 500 τ.μ.
για την τοποθέτηση της με συμβαλλομένη ως εκμισθώτρια την εναγομένη, φερόμενη ως ιδιοκτήτρια αυτού, με την υποχρέωση της τελευταίας να επιτρέψει την κατασκευή δρόμου, μέσω του λοιπού ακινήτου της προς διευκόλυνσή της. Με βάση το συμφωνητικό αυτό μισθώσεως η άνω εταιρεία προέβη στην διάνοιξη του κατά τα άνω ελικοειδούς δρόμου, που κατά το μεγαλύτερο μέρος του διανοίχθηκε επί του επιδίκου.
Προς τούτο υπεγράφη μεταξύ της άνω εταιρείας και της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας το από 6-2-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό παραχώρησης χρήσης, σύμφωνα με το οποίο η τελευταία δηλώνει ότι έχει στην κυριότητά της ένα αγροτεμάχιο 30 περίπου στρεμμάτων στην περιοχή ..., η δε συμβαλλομένη εταιρεία ότι προτίθεται να εγκαταστήσει και λειτουργήσει σταθμό βάσης κινητής τηλεφωνίας στην ίδια θέση και σε παρακείμενη ιδιοκτησία με αυτή της αντισυμβαλλομένης της και προκειμένου η μισθώτρια εταιρεία να έχει πρόσβαση στο χώρο της εγκατάστασης του σταθμού της για τις ανάγκες εγκατάστασης και συντήρησής του, πρέπει να διέλθει μεταξύ των άλλων και από την ιδιοκτησία της εκμισθώτριας, συμφωνήθηκε μεταξύ τους η τελευταία να επιτρέψει στην μισθώτρια τη διάνοιξη τμημάτων οδού πρόσβασης και τη διέλευση δια μέσου της ιδιοκτησίας της με αρχή τον υφιστάμενο αγροτικό χωματόδρομο και με κατάληξη την ιδιοκτησία που η ίδια έχει μισθώσει για τις ανάγκες εγκατάστασης, διατήρησης εν λειτουργία και συντήρησης του σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας της και για το χρονικό διάστημα που ο σταθμός θα λειτουργεί, αντί αποζημίωσης χρήσης 800.000 δραχμών για τον πρώτο χρόνο.
Ωστόσο το ίδιο έτος (2001) η άνω εταιρεία κινητής τηλεφωνίας εγκατέστησε το σταθμό βάσης κινητής τηλεφωνίας εντός του επιδίκου ακινήτου, αν και συνήψε σύμβαση μισθώσεως του χώρου αυτής με την εναγομένη, έναντι τιμήματος 1.000.000 δραχμών για το πρώτο έτος. Στη συνέχεια το έτος 2004, η άνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας, που εν τω μεταξύ είχε καταστεί κυρία του όλου μείζονος ακινήτου με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμόταν κατά τα άνω αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίας συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς την εναντίωση κανενός και ασκούσε επ’ αυτού όλες τις παραπάνω αναφερόμενες υλικές διακατοχικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με το ρηθέν υπ’ αριθ. ...2004, νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β.
Φ., αφού χώρισε το μείζον ακίνητό της σε δύο ίσα περίπου μέρη, μεταβίβασε με γονική παροχή το επίδικο τμήμα στην ενάγουσα θυγατέρα της, η οποία και κατέστη κυρία αυτού με το ρηθέν συμβόλαιο, αφού απέκτησε παρά κυρίας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά την εγκατάσταση του άνω σταθμού και την διάνοιξη του δρόμου πρόσβασης σε αυτόν, από τη μισθώτρια εταιρεία, η εναγομένη περί το έτος 2004 τοποθέτησε αλυσίδα και εμπόδια στο δρόμο αυτό, παρεμποδίζοντας την είσοδό της ενάγουσας (ήδη κυρίας), στο ακίνητό της, διαταράσσοντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα της επί του επιδίκου.
Για το λόγο αυτό δε η τελευταία άσκησε την υπ’ αριθ. πρωτ. ...-3-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αξιώνοντας δικαίωμα οιονεί δουλείας διόδου, αίτηση που όμως απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την υπ’ αριθ. 5/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεάπολης για το λόγο ότι η ένδικη διάβαση ζητείτο σε βάρος ακινήτου της ίδιας της αιτούσας και όχι σε βάρος ακινήτου ης καθ’ ης και στη συνέχεια άσκησε την ένδικη αγωγή, ζητώντας την αναγνώριση της κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου και την παύση κάθε διαταρακτικής της κυριότητάς της πράξης εκ μέρους της εναγομένης.
Η τελευταία ισχυρίζεται ότι η ίδια είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου, που αποτελεί τμήμα του μείζονος στην περιοχή ακινήτου της εκτάσεως 88.514,91 τ.μ., κυριότητα που απέκτησε με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα οι επικαλούμενες εκ μέρους της πράξεις νομής και κατοχής (όπως η συλλογή χαρουπιών, εκμίσθωση σε κτηνοτρόφους κ.λ.π.), τόσο της ίδιας όσο και των δικαιοπαρόχων της δεν αποδείχθηκε ότι αφορούσαν το επίδικο ακίνητο, αλλά την υπόλοιπη ευρύτερη ιδιοκτησία της, η οποία καταλαμβάνει αντικειμενικά απεριόριστη έκταση, όμορη του επιδίκου από την δυτική του πλευρά, διαχωριζόμενη ανέκαθεν, όπως προελέχθη από ξερολιθιά, που μετά τη διάνοιξη του δρόμου, μέρος αυτού διατηρείται μέχρι και σήμερα.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως σύμφωνα με τα οποία ο πατέρας της εναγομένης Μ. Σ. και ο σύζυγος αυτής Μ. Κ. , εκμισθώνουν στους βοσκούς της περιοχής Μ. Θ., Ε. Κ., Ε. Ζ. και Μ. Κ., ακίνητα στη θέση "..." και "..." (στον τελευταίο ακίνητο έκτασης μόλις 50 στρεμμάτων στη θέση ..."), αφού κατά τα προαναφερθέντα η ιδιοκτησία της ενάγουσας στην περιοχή καταλαμβάνει απεριόριστη έκταση (88 περίπου στρεμμάτων), μέρος της οποίας πράγματι εκμίσθωνε σε τρίτους ως βοσκότοπο, αλλά ούτε και από τις καταθέσεις των επιμελεία της εξετασθέντων μαρτύρων στα πλαίσια αυτής της δίκης και από την προσκομιζόμενη εκ μέρους της ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ι.
Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Β. Φ., που λήφθηκε στα πλαίσια της άνω δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, ο οποίος ήταν βοσκός και κάτοικος της ευρύτερης περιοχής. Αυτός καταθέτει ότι ως κτηνοτρόφος νοίκιαζε τη χορτονομή τόσο του ακινήτου της εναγομένης, όσο και του ομόρου ακινήτου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας από το έτος 1960 μέχρι και το έτος 1984 για τη βοσκή των ζώων του, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει τα όρια των ομόρων ακινήτων των διαδίκων, ο ίδιος τα υπέδειξε σε αυτούς και ότι τα όμορα ακίνητα διαχωριζόταν μεταξύ τους με καθαρά όρια, από τράφους και με σταθερά σημεία σε ριζιμιά χαράκια, που όμως ως προελέχθη μεγάλο μέρος αυτών καταστράφηκε κατά τη διάνοιξη της ένδικης διόδου επί του επιδίκου ακινήτου».
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο , απέρριψε, κατ’ ουσία, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, είχε δε αναγνωρίσει την τελευταία κυρία του επίδικου ακινήτου και είχε απαγορεύσει κάθε προσβολή της κυριότητάς της στο μέλλον.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης , αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης που αναφέρθηκε στην αρχή και αφορά το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει αιτιάσεις, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους.
Ειδικότερα το Εφετείο εκθέτει ότι α) η δικαιοπάροχος της ενάγουσας νεμήθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως ολόκληρο το μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο [ακίνητο] από το έτος 1959 έως το έτος 2004, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, β) ασκούσε σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, με διάνοια κυρίου τις προαναφερόμενες εμφανείς υλικές πράξεις , που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού, γ) απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ως αληθής κυρία μεταβίβασε την κυριότητα του επιδίκου στην αναιρεσίβλητη και δ) η αναιρεσείουσα δεν ασκούσε ποτέ πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και δεν έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης , που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.γ ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασης , οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 15/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με το μοναδικό λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 11 περ.
γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις και είχε νομότυπα προσκομίσει: α) τα από 6-2-2001, 19-5-2003 και 29-9-2006 μισθωτήρια της Μ. Χ. με τις εταιρίες ..., ... και ... αντιστοίχως, β) το από 15-1-2004 σημείωμα της Μ.
Χ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νεάπολης και γ) το από Μαϊου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ζ. Κ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση , κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων «..........
απ’ όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα , μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια......», δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.10.2015 αίτηση και το από 5.4.2016 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 214/2015 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ