Legislator Case Law & Legislation
567/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because first-instance judgments were extinguished by the appellate court's decision.

Case Number 567/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request for cassation against the final judgment of the Plurality Court of Cephalonia and related first-instance rulings. The appellant argued that the lower court violated substantive civil law and common sense principles regarding land measurement. The court ruled that the first-instance judgments were extinguished when the appellate court accepted the appeal in form and substance, rendering the cassation request against them inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 560 para. 1 lit. b of the Code of Civil Procedure: If an appeal is accepted in form and substance, the first-instance judgment is extinguished and only the appellate judgment is subject to cassation; a cassation ground based on the erroneous use of common sense principles applies only to the interpretation of legal rules, not to the evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
cassation inadmissibility extinguished first instance common sense principles evaluation of evidence appellate judgment

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 286 para. a of the Code of Civil Procedure
Art. 287 of the Code of Civil Procedure
Art. 291 of the Code of Civil Procedure
Art. 292 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 para. 1 lit. a of the Code of Civil Procedure
Art. 560 para. 1 lit. b of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 40/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 567 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 567/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένοντος στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τουμασάτο.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Π. Λ. του Δ., κατοίκου ... και 2. Δ. Ψ. συζ. Γ. Ι., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου και μοναδικής πλησιέστερης συγγενούς της αρχικής διαδίκου Α. Α.-Τ. του Θ., από τους οποίους, ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Δρακονταειδή, η δε δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2000 αγωγή των Π. Λ. και Α. Α., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ληξουρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2001, 31/2001, 1/2003, 50/2005 μη οριστικές, 37/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-10-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από το άρθρο 553 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσία ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (ΟλΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης 93/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας με αυτήν έγινε δεκτή κατά τύπους και κατ' ουσία η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης 37/2006 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ληξουρίου και των συνεκκαλούμενων μη οριστικών 19/2001, 31/2001, 1/2003 και 50/2005 αποφάσεων του ίδιου δικαστηρίου. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, 37/2006 οριστικής και 19/2001, 31/2001, 1/2003 και 50/2005 μη οριστικών του Ειρηνοδικείου Ληξουρίου, οι οποίες εξαφανίστηκαν με την 93/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' , 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνομολογείται από τον αναιρεσείοντα (με τις προτάσεις του) και προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 93/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με κατάθεσή της στις 16-10-2008, απεβίωσε στις 29-1-2010 η δεύτερη αναιρεσίβλητη Α.

Α.-Τ., η οποία κληρονομήθηκε από τη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Δ. Ψ. σύζ. Σ. Ι.. Η τελευταία νομίμως γνωστοποίησε με την από 21-7-2010 κλήση της, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, και με δήλωσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης την λόγω θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά της επανάληψή της, η οποία, έτσι, επαναλαμβάνεται νόμιμα στο όνομά της.

3.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ.14 KΠολΔ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο κύριος ακινήτου δικαιούται με διεκδικητική αγωγή στρεφομένη κατά του νομέα ή του κατόχου του ακινήτου κατά την έγερσή της, να ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ακίνητο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει.

Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος, με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα του ακινήτου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593, 2092 και 2063 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, οι οποίες, κατά τα άρθρα 51 (ή 64) ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τριακονταετή παραγραφή, απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια, αναμφίβολη και με λόγο κυριότητας.

Έτσι, για την κτήση κυριότητας ακινήτου στα Ιόνια νησιά για το χρόνο πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με τριακονταετή παραγραφή είναι κατ' αρχήν αδιάφορη η καλή ή η κακή πίστη του διακατέχοντος και απαιτείται διακατοχή συνεχής και αδιάκοπη, ειρηνική, δηλαδή ήσυχη και απαλλαγμένη από βία, δημόσια, δηλαδή φανερά ασκούμενη έναντι εκείνων, οι οποίοι έχουν συμφέρον να γνωρίζουν (για να αντιλέξουν) την ενέργεια των πράξεων διακατοχής, αναμφίβολη, δηλαδή ασκούμενη όχι με πράξεις, που επιδέχονται διττή ερμηνεία ως προς τον χαρακτήρα τους και με λόγο κυριότητας, δηλαδή ασκούμενη με διάνοια κυρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ψέγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διότι με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ένδικη κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως νόμιμη παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2063 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, αφού δε γινόταν στο δικόγραφό της αναφορά των απαραίτητων, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στοιχείων για την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους (απώτερο και άμεσους) δικαιοπαρόχους των εναγόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συγκεκριμένα δεν αναφερόταν, ότι αυτοί ασκούσαν επ' αυτού μέχρι τις 23-2-1946 πράξεις νομής "ειρηνικά, συνέχεια, αδιάκοπα, δημόσια, αναμφίβολα και επί λόγω κυριότητας".

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου δικογράφου της από 8-4-2000 αγωγής των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου-αναιρεσείοντος, για την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, αναφέρονταν σ' αυτό όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των δικαιοπαρόχων (απώτερου και άμεσων) των εναγόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας που συμπληρώθηκε μέχρι την ισχύ του ΑΚ (23-2-1946).

Ειδικότερα, αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Α., που απεβίωσε κατά το 1915, είχε στη νομή του επί σαράντα και πλέον συναπτά έτη τη μείζονα έκταση του ενός στρέμματος περίπου, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας σ¨ αυτήν "ως αποκλειστικός κύριος και κάτοχος όλες τις αρμόζουσες πράξεις νομής και κατοχής μέχρι το θάνατό του, δηλαδή καλλιεργούσε αυτήν με δημητριακά (σιτηρά- βρώμη κλπ), συνέλεγε κάθε έτος τον καρπό της σοδειάς, την οριοθετούσε, την περιμάνδρωνε με λιθοδομές και την επέβλεπε, εμποδίζοντας την καταπάτησή της από διάφορους κτηνοτρόφους, κυρίως της περιοχής, αλλά και από οιονδήποτε τρίτον" και ότι τις ίδιες πράξεις νομής (του Π.

Α.) συνέχισαν ανελλιπώς και οι αναφερόμενοι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, κατά τα μνημονευόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Από την αναφορά δε των ως άνω πράξεων νομής προκύπτει η απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 593, 2092 και 2063 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα συνεχής, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια, αναμφίβολη και με λόγο κυριότητας, (όπως η έννοια αυτών προεκτέθηκε), διακατοχή, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τριακονταετή παραγραφή.

Επομένως, δεν παρέλειψε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε κατά τον αναιρεσείοντα, μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου έφεσης του τελευταίου, γι' αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

4.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και ο προβλεπόμενος στο εδάφιο 1 αυτού, για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος δεν έχει εφαρμογή όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, ενώ δεν προβλέπεται αντίστοιχος προς το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος για την παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδάφιο τελευταίο του ν. ΓΠΟΗ' /1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως ήδη ισχύει, ορίζεται ότι σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου αυτός δικάζεται ερήμην. Δεν επέρχεται δηλαδή απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησης αυτής, αλλά (η αγωγή) απορρίπτεται κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 272§1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 13 παρ.1 του ν.2915/2001, λόγω πλασματικής ερημοδικίας.

Από την εκτεθείσα λειτουργία των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι αυτές είναι δικονομικής φύσεως, καθορίζουν δηλονότι τον τρόπο και τη διαδικασία της παροχής έννομης προστασίας, και δε συνιστούν δικαιώματα, ούτε δημιουργούν υποχρεώσεις, ώστε να έχει σε περίπτωση παραβίασης αυτών εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 560§1 ΚΠολΔ, ο λόγος της οποίας ιδρύεται, όπως προεκτέθηκε, μόνο για την περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ψέγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, διότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 218 ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε, παρά το νόμο, ότι παραδεκτά ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο αγωγή διεκδικητική κυριότητας ακινήτου και προστασίας της νομής αυτού, ενώ με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και με το δεύτερο λόγο αναίρεσης μέμφεται το ίδιο δικαστήριο, διότι δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν καταβάλει το απαιτούμενο από τις διατάξεις του ν.

ΓΠΟΗ/1912 δικαστικό ένσημο, με τις νόμιμες υπέρ τρίτων (ΤΑΧΔΙΚ, ΤΝ) επιβαρύνσεις. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ επί παραβίασης δικονομικών κανόνων, όπως οι ανωτέρω (του άρθρου 218 ΚΠολΔ και του ν. ΓΠΟΗ/1912), ενώ δεν προβλέπεται αντίστοιχος προς το άρθρο 559 αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης για αποφάσεις πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων.

5.- Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593, 2092 και 2063 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τριακονταετή παραγραφή, απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια, αναμφίβολη και με λόγο κυριότητας. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 629, 638 και 667 του ίδιου Αστικού Κώδικα (Ιονίου), κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω μέρη τους, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Υπό την ισχύ του ανωτέρω Κώδικα, δηλαδή μέχρι τις 22-2-1946, κληρονόμοι του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη ήταν καταρχάς μεν τα άρρενα τέκνα του ή οι από αυτά (εξ αρρενογονίας) κατιόντες και μάλιστα κατ' ισομοιρία και κατά κεφαλές όταν ήταν όλοι πρώτου βαθμού, στη συνέχεια δε και εάν ο αποβιώσας δεν κατέλειπε υιούς, θυγατέρες, ούτε κατιόντες αυτών, ούτε και ανιόντες ως κληρονόμοι του εκαλούντο οι αμφιθαλείς ή ομαίμονες αδελφοί του και οι άρρενες, από αρρενογονία, κατιόντες των προαποβιωσάντων αμφιθαλών ή ομαιμόνων αδελφών του.

Η σχετική αποδοχή κληρονομίας μπορούσε να ήταν ρητή ή σιωπηλή. Ρητή εθεωρείτο η αποδοχή όταν κάποιος ελάμβανε το όνομα του κληρονόμου σε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και σιωπηλή όταν ο κληρονόμος ενεργούσε κάποια πράξη, από την οποία να προέκυπτε αναγκαίως η θέλησή του προς αποδοχή της κληρονομίας και την οποία (πράξη) είχε δικαίωμα να κάνει μόνο ως κληρονόμος.

Για τη σιωπηλή, δηλαδή, αποδοχή ήταν απαραίτητο να προβούν οι κληρονόμοι σε εμφανείς υλικές πράξεις, οι οποίες να μαρτυρούν σαφώς τη θέλησή τους να εξουσιάζουν τα κληρονομιαία ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος-κληρονομουμένου. Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου με αυτήν έγινε, ανελέγκτως, δεκτό, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων Π. Α. έγινε κύριος του περιγραφομένου σ' αυτήν (απόφαση) ακινήτου, έκτασης 1.150 τ.μ., που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα Αθέρος, Δήμου Παλικής, Νομού Κεφαλληνίας, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο των 160,02 τ.μ, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Ιόνιου Κώδικα, αφού ασκούσε σ' αυτό διακατοχή, με σκοπό την προσπόριση κυριότητας, συνεχώς, αδιακόπως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως, επί σαράντα συναπτά έτη και ειδικότερα, επέβλεπε και καλλιεργούσε το ακίνητο αυτό με δημητριακά, συλλέγοντας τον καρπό της σοδειάς, γεγονός που συνομολογείται και από τον εναγόμενο - εκκαλούντα.

Ο ανωτέρω Π. Α. απεβίωσε κατά μήνα Νοέμβριο 1915, κληρονομούμενος κατά τις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα, ήτοι εν προκειμένω, από το μοναδικό άρρεν τέκνο του, το Φ. Α., στον οποίο και περιήλθε ολόκληρη η κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος, μεταξύ δε αυτής και το ως άνω ακίνητο.

Ο Φ. Α., από το θάνατο του πατέρα του και εντεύθεν, προέβη σε εμφανείς υλικές πράξεις, οι οποίες μαρτυρούσαν σαφώς τη θέλησή του να εξουσιάζει τα κληρονομιαία ως κληρονόμος του αποβιώσαντος, αποδεχόμενος έτσι σιωπηλώς το κληρονομιαίο αυτό ακίνητο. Ειδικότερα, επέβλεπε το ακίνητο αυτό και το καλλιεργούσε, όντας ο ίδιος αγρότης και μόνιμος κάτοικος ..., με σκόρδα, κουκιά και ψαρές, συνέχισε δε τις εμφανείς αυτές υλικές πράξεις μέχρι και τον επισυμβάντα, στις 4-1-1976, θάνατό του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι ο ανωτέρω απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Π. Α. απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο εν συνεχεία περιήλθε στον άμεσο δικαιοπάροχο αυτών (αναιρεσιβλήτων) Φ. Α. από κληρονομία του πατέρα του.

Έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 593, 629, 638, 667, 2092 και 2063 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο, κατ' εκτίμησή του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Ιονίου Αστικού Κώδικα.

6.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.1εδ.β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο την αιτίαση ότι κατά τον προσδιορισμό της έκτασης του επίδικου ακινήτου (160,02 τ.μ) παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας και δη εκείνα που προκύπτουν από την επιστήμη "των μαθηματικών και τοπογραφίας", κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου αναφέρεται στην από 12-8-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Γ. Σ., που διορίστηκε με την 1/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ληξουρίου και έχει σχέση με την προσδιορισθείσα με αυτήν (έκθεση) έκταση του επίδικου ακινήτου.

Αλλά και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί, ότι με το λόγο αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε, συνεκτιμώντας την έκθεση πραγματογνωμοσύνης μαζί με τα άλλα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), ότι το επίδικο ακίνητο έχει την έκταση που και ο πραγματογνώμονας στην ανωτέρω έκθεσή του αναφέρει, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι προβάλλεται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που χρησιμεύουν στην εκτίμηση αποδείξεων σχετικά με την έκταση του επίδικου ακινήτου και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-10-2008 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της 93/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, της 37/2006 οριστικής απόφασης Ειρηνοδικείου Ληξουρίου, καθώς και των 19/2001, 31/2001, 1/2003, 50/2005 μη οριστικών του ίδιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ