Legislator Case Law & Legislation
567/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against hospital dismissal, ruling minimum wage laws do not apply to private law employment contracts.

Case Number 567/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court decision that rejected their lawsuit for wrongful dismissal. The appellants, former employees of a public hospital, argued that national collective agreements set minimum wage floors that their private employment contracts violated. The court held that these minimum wage provisions apply only to public sector workers and do not bind private law employment relationships, rendering the underlying claim legally invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(1a) and 8(1) of Law 1876/1990; The minimum wage standards established by national collective agreements apply exclusively to public sector employees and do not constitute mandatory minimums for private law employment contracts.

Keywords

AI generated
minimum wage standards public sector employment private law contracts wrongful dismissal collective agreements labor law scope employment protection

Cited Legislation

AI generated
Articles 3(1a) and 8(1) of Law 1876/1990
Article 10(1) of Law 1876/1990
Article 16 of Law 435/1976
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 567 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 567/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Ε. Τ. του Σ., 2) Π. Ε. του Δ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαμπρόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου - καθ' ου η κλήση: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά - ΜΕΤΑΞΑ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Αρβανίτη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-καλούντων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 386/2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 5634/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-03-2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1137/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες-αναιρεσείοντες με την από 19-7-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 16-2-2010 έκθεση, του αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή , από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1α και 8 παρ. 1 του Ν. 1876/-1990 προκύπτει, ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της Χώρας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α.

και ότι οι όροι των ΕΓΣΣΕ δεσμεύουν τους εργοδότες όλης της Χώρας και, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι, επικρατούν των αντίστοιχων όρων των λοιπών ΣΣΕ. Για την εφαρμογή των ανωτέρω ελάχιστων ορίων προστασίας εφαρμόζονται οι κανόνες συρροής του άρθρου 10 παρ. 1 του ως άνω νόμου και συνεπώς το σύνολο των τακτικών αποδοχών ή του ημερομισθίου (βασικός μισθός ή ημερομίσθιο και τα προβλεπόμενα από τις ΕΓΣΣΕ επιδόματα τριετιών και γάμου) αποτελούν το ελάχιστο όριο αμοιβής της εργασίας, από το οποίο δεν είναι δυνατόν να υπολείπεται το σύνολο των προβλεπομένων από το νόμο, τις ΣΣΕ και τις ατομικές συμβάσεις εργασίας αποδοχών.

Ενόψει αυτών παρέπεται, ότι για τους εργαζόμενους στα δημόσια νοσοκομεία με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μπορεί να τεθεί θέμα εφαρμογής των προβλεπόμενων στις ΕΓΣΣΕ ελάχιστων ορίων αποδοχών μόνο αν οι καταβαλλόμενες σ' αυτούς συνολικές αποδοχές, δηλαδή ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου, στο οποίο κατετάγησαν και τα πάσης φύσεως επιδόματα, που προβλέπει ο Ν. 3205/2003, που αφορά στα μισθολογικά λειτουργών υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., στελεχών της Ε.Λ.Α.Σ., Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, ο οποίος βάσει του άρθρου 21, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. Υπουργική Απόφαση Οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β' 215/2004), εφαρμόζεται αναλόγως και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., είναι κατώτερες από τις οριζόμενες στις ισχύουσες, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα συνολικές αποδοχές των ΕΓΣΣΕ. Σύμφωνα δε με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, την οποία προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.

Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτερα όρια προστασίας που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω, από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως), διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση, οπότε στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων.

Ωστόσο, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, κατά τη συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης και ατομικής συμβάσεως και, γενικότερα, κατά τη συσχέτιση των διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού, εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου τμήματος αποδοχών από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όρων των πηγών αυτών ως προς την ενότητα των αποδοχών.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν στην αγωγή τους, ότι προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ως μάγειρας ο πρώτος και ως ηλεκτροτεχνίτης (με μετάταξη) ο δεύτερος, στις 28-6-1978 και 21-11-1997 αντίστοιχα, ότι όντας και οι δύο έγγαμοι απασχολούνται έκτοτε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε προσωποπαγείς θέσεις, καθώς δεν υπέβαλαν αίτηση μονιμοποίησης και ένταξης στον οργανισμό του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν τους κατέβαλε, όπως ήταν υποχρεωμένο, με βάση την από 103-1989 ΕΓΣΣΕ, το επίδομα γάμου, εκ ποσοστού 10% επί του βασικού του μισθού, αλλά σταθερό ποσό 35 ευρώ μηνιαίως, το οποίο υπολείπονταν του ποσού που προέκυπτε από τον υπολογισμό του επιδόματος αυτού με το ποσοστό του 10% επί του βασικού τους μισθού, λόγω μη εφαρμογής της ως άνω ΕΓΣΣΕ.

Με βάση δε τα περιστατικά αυτά οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει το ποσό των 2.330 και 2.84 ευρώ αντίστοιχα. Από την από 24-5-2004 ΕΓΣΣΕ των ετών 2004-2005 (Π.Κ.Υ.Ε. 16/28-5-2004) και την από12-4-2006 ΕΓΣΣΕ των ετών 2006-2007 (Π.Κ. 14/13-4-2006), σε συνδυασμό με την παρ.2 της 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που επέχει θέση ΕΓΣΣΕ και κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και το άρθρο 4 της επικαλούμενης και στην αγωγή από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (που αύξησε το επίδομα γάμου από 5%, που είχε ορισθεί με την ως άνω ΔΑ 10/1976 σε 10%), καθώς και με τις από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ, τη ΔΑ 100/1979, τη ΔΑ 1/1982 και τις από 14-2-1984, 2-4-1996, 18-5-1998 και 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, με τις οποίες χορηγήθηκε στους εργατοτεχνίτες, οι οποίοι αμείβονται με τα γενικά κατώτατα όρια και δεν υπάγονται σε άλλη ειδικότερη ρύθμιση, προσαύξηση 5% στα κατώτατα όρια ημερομισθίων που καθορίζει η εκάστοτε ΕΓΣΣΕ για κάθε μία από τις πέντε πρώτες τριετίες αντίστοιχα και στους υπαλλήλους που αμείβονται με τα γενικά κατώτατα όρια και δεν υπάγονται σε άλλη ειδικότερη ρύθμιση, προσαύξηση 10% στο βασικό μισθό τους που καθορίζει η εκάστοτε ΕΓΣΣΕ και για κάθε μία από τις τρεις πρώτες τριετίες αντίστοιχα, προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες από τις ανωτέρω ΕΓΣΣΕ συνολικές μηνιαίες αποδοχές των αναιρεσειόντων (βασικό ημερομίσθιο και επιδόματα γάμου και χρόνου προϋπηρεσίας) ανέρχονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στα εξής ποσά:

Α) για τον πρώτο αναιρεσείοντα, που απασχολούνταν στο αναιρεσίβλητο από την 28-6-1978 ως μάγειρας, 1) από 1-1-2004 έως 31-8-2004 σε 817,5 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες 32,70 ευρώ Χ 25 ημ.), 2) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, σε 834,5 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες 33,38 ευρώ Χ 25 ημ.), 3) από 1-1- 2005 έως 31-8- 2005, σε 853 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες 34,12 ευρώ Χ 25 ημ.), 4) από 1-9-2005 έως 31-12-2005 σε 881 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες 35,24 ευρώ Χ 25 ημ.) και 5) από 1-1-2006 έως 31-5-2006 σε 906,5 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες 36, 26 ευρώ Χ 25 ημ.).

Επομένως, οι ως άνω συνολικές μηνιαίες αποδοχές, των ΕΓΣΣΕ, νια τον πρώτο των αναιρεσειόντων είναι μικρότερες από τα ποσά του βασικού και μόνο μισθού που δέχεται ο ως άνω αναιρεσείων στην αγωγή του ότι του κατέβαλε το αναιρεσίβλητο κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, μη συνυπολογιζομένου και του σταθερού ποσού των 35 ευρώ, που όπως εκθέτει ο εν λόγω αναιρεσείων του χορηγούσε το αναιρεσίβλητο, ως επίδομα γάμου, αλλά ούτε και των λοιπών επιδομάτων (βλ.

σελ. 3 αγωγής, όπου αναφέρει ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004 ελάμβανε βασικό μισθό 1.129 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005 ευρώ ελάμβανε βασικό μισθό 1.171 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-5-2006 ελάμβανε βασικό μισθό 1.171 ευρώ και Β ) για τον δεύτερο αναιρεσείοντα, που όπως αναφέρει στην αγωγή του, μετατάχθηκε στο αναιρεσίβλητο από την 21-11-1997 ως ηλεκτρολόγος (στην αγωγή δεν αναφέρει το προηγούμενο της μετάταξης του χρονικό διάστημα προϋπηρεσίας του και υπολογίζοντας, για τον προσδιορισμό των μηνιαίων αποδοχών του, ότι αυτός είχε τις προϋποθέσεις για τον ανώτατο δυνατό υπολογισμό προϋπηρεσίας για εργατοτεχνίτες, ήτοι προϋπηρεσία πέντε τριετιών), 1) από 1-1-2004 έως 31-8-2004 σε 817,5 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες 32,70 ευρώ Χ 25 ημ.), 2) από 1-9-2004 έως 31-12-2004, σε 834,5 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες, 33,38 ευρώ Χ 25 ημ.), 3) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, σε 853 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες, 34,12 ευρώ Χ 25 ημ.), 4) από 1-9-2005 έως 31-12-2005, σε 881 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες, 35,24 ευρώ Χ 25 ημ.) και 5) από 1-1-2006 έως 31-5-2006 σε 906,5 ευρώ (ημερομίσθιο έγγαμου με 5 τριετίες, 36,26 ευρώ Χ 25 ημ.).

Επομένως, οι ως άνω συνολικές αποδοχές, των ΕΓΣΣΕ, για το δεύτερο των αναιρεσειόντων, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αυτός είχε τις προϋποθέσεις για τον ανώτατο δυνατό υπολογισμό προϋπηρεσίας για εργατοτεχνίτες, ήτοι προϋπηρεσία πέντε τριετιών, υπολείπονται από τα ποσά του βασικού και μόνο μισθού που δέχεται ο ως άνω αναιρεσείων στην αγωγή του ότι του κατέβαλε, κατά το ίδιο διάστημα, το αναιρεσίβλητο, μη συνυπολογιζομένου και του σταθερού ποσού των 35 ευρώ, που όπως εκθέτει ο ανωτέρω αναιρεσείων, του χορηγούσε το αναιρεσίβλητο ως επίδομα γάμου, αλλά ούτε και των λοιπών επιδομάτων του (βλ.

σελ. 5 και 6 της αγωγής όπου αναφέρει ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12- 2004 ελάμβανε βασικό μισθό 1.041 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005 ελάμβανε βασικό μισθό 1.080 ευρώ και νια το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-5-2006 ελάμβανε βασικό μισθό 1.110 ευρώ). Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη.

Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, μετά την παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες του άρθρου 16 του Ν. 435/1976.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει από 19-3-2009 αίτηση για αναίρεση της 5634/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ