Supreme Court dismisses appeal for non-exhausted facts and failure to consider prior appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding civil liability for moral damages. The appellant argued the lower court improperly considered facts from a 1993 defamation suit and ignored prior appellate arguments, but the court found these claims baseless as the relevant facts were consistent with the original 2003 lawsuit. The court emphasized that civil courts are not bound by criminal court findings and upheld the lower court's well-reasoned judgment on the defendant's liability.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider relevant facts or the consideration of irrelevant facts is inadmissible if the alleged facts are identical to those in the original complaint or if the appeal arguments are vague and lack specific impact on the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 567 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 567/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15501/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2628/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-3-2008 αίτησή του και τους από 14-12-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Εν προκειμένω, με τον εκ της ανωτέρω διατάξεως απορρέοντα πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο α)έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος (εναγομένου) προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), πραγματικά γεγονότα διαλαμβανόμενα μεν στην από 15-10-1993 "μήνυση" του πρώτου κατά του τελευταίου, όχι όμως και στη γενόμενη συναφώς δεκτή από 4-4-2003 αγωγή και β) δεν έλαβε υπόψη τον λόγο εφέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων (εκκαλών) κατελόγιζε την ίδια ως άνω πλημμέλεια στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως προς μεν την πρώτη (υπό α') αιτίαση, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής και της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τα εκ μέρους του Εφετείου γενόμενα δεκτά, ως προσβλητικά της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, γεγονότα ταυτίζονται με εκείνα τα οποία στην αγωγή αναφέρονται,συνοπτικώς, ως διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω"μήνυση" και, εκτενώς, ως διαλαμβανόμενα στη σχετική κατάθεση του αναιρεσείοντος κατά τη διεξαχθείσα στις 7-4-1998 ποινική δίκη, με κατηγορούμενο τον αναιρεσίβλητο, ως προς δε τη δεύτερη (υπό β' ) αιτίαση, διότι, με την αμέσως πιο πάνω παραδοχή του Εφετείου, ο σχετικός λόγος εφέσεως ελήφθη υπόψη και απερρίφθη, εκ του πράγματος, ως αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Ως γεγονός νοείται και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, καθώς και ο χαρακτηρισμός, όταν διαπιστώνεται άμεση και εμφανής σχέση με ένα γεγονός, το οποίο συνιστά το κρίσιμο στοιχείο του εγκλήματος, έτσι ώστε με τη σύνδεση και τη σχέση τους με αυτό να βεβαιώνεται η έκταση της προσβολής του τρίτου από τη δημιουργία επικριτικών και δυσμενών σχολίων.
Αντίθετα, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί που εκφράζονται αυτοτελώς και δεν συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της δυσφημήσεως. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.
Δεν αρκεί, δηλαδή, ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Στην προκείμενη περίπτωση,. όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : " Ο α' εναγόμενος πραγματοποίησε σπουδές σε σχολή της ... και μάλιστα στην Ανώτατη Σχολή Γυμναστικής και Αθλητισμού, από όπου έλαβε, μετά από διετή φοίτηση, πτυχίο, το 1973.
Επίσης, μετά από διετή φοίτηση έλαβε το έτος 1977 απολυτήριο αποφοιτήσεως από τη Νοσηλευτική Σχολή του ..., καθώς και, το έτος 1983, διδακτορικό δίπλωμα του Πανεπιστημίου του ... Ερχόμενος στην Ελλάδα, υπέβαλε την από 30-6-1983 αίτηση του προς την Πρυτανεία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με την οποία έθεσε υποψηφιότητα να καταλάβει την προκηρυχθείσα θέση του Επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού.
Με την αίτηση του αυτή δεν υπέβαλε τίτλους σπουδών, αναγνωρισμένους στην ημεδαπή και, για τον λόγο αυτό, με την συμπληρωματική, από 5-9-1983 αίτηση του, ζήτησε να γίνει δεκτή και να κριθεί η υποψηφιότητα του, υπό την αίρεση προσκομίσεως των αναγκαίων πιστοποιητικών, μόλις θα του χορηγούντο από το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙΚΑΤΣΑ), στο οποίο είχε καταθέσει τους τίτλους σπουδών του.
Ακολούθως, η εισηγητική επιτροπή επέλεξε τον α' εναγόμενο ως τον επικρατέστερο μεταξύ των υποψηφίων, υπό την επιφύλαξη της "αναγνώρισης των πτυχίων και του διδακτορικού διπλώματος του από το ΔΙΚΑΤΣΑ", εν συνεχεία δε το εκλεκτορικό σώμα εξέλεξε αυτόν στην προκηρυχθείσα θέση, εκλογή όμως που εχώρησε χωρίς συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, δεδομένου, ειδικότερα, ότι αυτός ουδέποτε προσκόμισε στο εκλεκτορικό σώμα βεβαίωση του ΔΙΚΑΤΣΑ περί ισοτιμίας του βασικού πτυχίου, που είχε, κατά τα εν αρχή αναφερόμενα, λάβει από Σχολή της αλλοδαπής, αφού ουδέποτε χορηγήθηκε σε αυτόν τοιαύτη, γεγονός πλήρως επιβεβαιούμενο, πλην των άλλων στοιχείων, και εκ του υπ' αριθμ.
πρωτ. 3062/18-6-1993 εγγράφου του Προέδρου του ΔΙΚΑΤΣΑ προς τον τότε Υφυπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, στο οποίο αναφέρεται, επί λέξει, ότι "μετά από έλεγχο που έγινε στα σχετικά διαπιστωτικά έγγραφα, στον κ. Χ δεν έχουν αναγνωρισθεί από την Υπηρεσία μας: α) τετραετείς σπουδές συνεχόμενες, που έγιναν σε διαφορετικές σχολές, ούτε β) πτυχίο οιασδήποτε διάρκειας σπουδών".
Να σημειωθεί δε ότι τοιαύτη αναγνώριση δεν θα μπορούσε να λάβει ο προαναφερόμενος εναγόμενος, δεδομένου ότι οι διετούς φοιτήσεως σχολές, από τις οποίες αποφοίτησε στη ..., δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοταγείς προς τα Ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Τελικά, ο ως άνω εναγόμενος προσκόμισε μόνο βεβαίωση του ΔΙΚΑΤΣΑ περί αναγνωρίσεως ισοτιμίας του διδακτορικού διπλώματος, που είχε λάβει, κατά τα προαναφερόμενα, από το Πανεπιστήμιο του ..., μετά την εκλογή του ως επίκουρου καθηγητή και η οποία, αφενός δεν αναπληρώνει την έλλειψη αναγνωρισμένου βασικού τίτλου σπουδών του και αφ' ετέρου, και σε κάθε περίπτωση, ήταν προφανές και ευχερώς διαπιστώσιμο, ότι η αναγνώριση της ισοτιμίας του ως άνω διδακτορικού εχώρησε παρατύπως, δεδομένου ότι δεν μπορεί, κατά τη λογική φορά των πραγμάτων, να αναγνωρίζεται στη Χώρα μας ισοτιμία διδακτορικού διπλώματος σχολής της αλλοδαπής, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να κατέχει βασικό πανεπιστημιακό πτυχίο είτε Ελληνικού ΑΕΙ είτε αναγνωρισμένο τοιούτο ομοταγούς Ιδρύματος της αλλοδαπής, το οποίο α' εναγόμενος εστερείτο, ιδιαιτέρως δε χαρακτηριστική εν προκειμένω και επιβεβαιωτική της κρίσεως ταύτης τυγχάνει η τ' αυτά επισημαίνουσα υπ' αριθμ. 6/14-10-1992 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία και εγένετο αποδεκτή από τον τότε Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Και πάντα ταύτα, πέραν του γεγονότος ότι φέρεται πάσχουσα και η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αναγνώριση του παραπάνω διδακτορικού διπλώματος, δεδομένου ότι, ενώ στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3454/25-11-1983 βεβαίωση του ΔΙΚΑΤΣΑ, περί αναγνωρίσεως της ισοτιμίας του ως άνω διπλώματος προς τα απονεμόμενα από τα Ελληνικά ΑΕΙ, αναφέρεται ότι ελήφθη υπ' όψιν η εισήγηση της κατά νόμο αρμόδιας τριμελούς επιτροπής, εν τούτοις στο προσκομιζόμενο σε αντίγραφο σχετικό "φύλλο κρίσεως τίτλων" της εν λόγω επιτροπής δεν αναφέρονται τα συγκροτήσαντα αυτή μέλη, ενώ επ' αυτής υπάρχει η υπογραφή ενός μόνον μέλους, που είναι του β' εναγομένου, συμφοιτητή του α' στην ίδια σχολή της αλλοδαπής, του οποίου επίσης δεν αναγνωρίσθηκε ισοτιμία πτυχίου.
Πέραν αυτών, ο α' εναγόμενος εστερείτο και άλλου αναγκαίου, προκειμένου να καταλάβει την προαναφερομένη θέση, προσόντος, αφού δεν διέθετε δύο χρόνια αυτοδύναμου διδασκαλίας, μετά την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος, σε ΑΕΙ της ημεδαπής ή σε ισότιμο ίδρυμα της αλλοδαπής. Παρά ταύτα όμως, δηλονότι αν και στερούμενος τυπικών προσόντων, αυτός όχι μόνο κατέλαβε, όπως προαναφέρθηκε, τη θέση του Επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, αλλά, στη συνέχεια, εκλέχθηκε, με το υπ' αριθμ. 74/3-11-1987 πρακτικό της Γ.
Σ. του παραπάνω Τμήματος, σε θέση Αναπληρωτή Καθηγητή και, τελικά, με το υπ' αριθμ. 159/6-5-1991 όμοιο, σε θέση Τακτικού Καθηγητή του Τμήματος αυτού. Ενδιαμέσως, ο προαναφερόμενος ζήτησε και έλαβε, την 21-12-1987, από το Τμήμα στο οποίο υπηρετούσε, πιστοποιητικό ισοτιμίας του πτυχίου του από την Ανώτατη Σχολή Γυμναστικής και Αθλητισμού της ...
προς το αντίστοιχο πτυχίο που χορηγούν τα ΤΕΦΑΑ των ΑΕΙ της ημεδαπής, πλην όμως η πιστοποίηση αυτή, παρεκτός του ότι δεν μπορούσε να καλύψει αναδρομικά την εξ αρχής παράτυπη εκλογή του στις προαναφερόμενες θέσεις, εχώρησε, σε κάθε περίπτωση, κατά παραβίαση των όρων του Π.Δ. 355/1983, στο οποίο φέρεται στηριχθείσα, αφού αυτός εστερείτο πτυχίου της πρώην ΕΑΣΑ ή τοιούτου τριετούς φοιτήσεως σε αντίστοιχη σχολή του εξωτερικού, πράγμα που διαπιστώνεται και στο από 25 - 10 - 1994 και υπ' αριθμ.
πρωτ 320/3 - 11 -1994 έγγραφο προς τον Πρόεδρο του ΤΕΦΑΑ Θεσσαλονίκης της τετραμελούς ομάδος εργασίας, που όρισε η Γ.Σ. του Τμήματος να ερευνήσει το θέμα. Τελικά, του ζητήματος επελήφθη το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ο Υπουργός, με τις υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου Β2/1752/26-4-1994, Β2/1754/26-4-1994 και Β2/1756/26-4-1994 αποφάσεις του, ανακάλεσε την απόφαση διορισμού του α' εναγομένου σε όλες τις καθηγητικές βαθμίδες, για το λόγο ότι, όπως χαρακτηριστικά στις αποφάσεις αυτές σημειώνεται, αποδείχθηκε "η αντικειμενική ανυπαρξία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, των απαιτουμένων από το νόμο βασικών σπουδών, καθώς και της ισοτιμίας του βασικού τίτλου σπουδών με τίτλο απονεμόμενο από τα Ελληνικά Α.Ε.Ι.
ή ισότιμα ιδρύματα του εξωτερικού, στην έκδοση δε της παράνομης αυτής πράξης παρασύρθηκε το διοικητικό όργανο από απατηλή συμπεριφορά του ίδιου του διοικούμενου, που ωφελήθηκε από αυτήν". Τις κατά τα άνω αποφάσεις ο προαναφερόμενος προσέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο και τις ακύρωσε για τυπικό λόγο και δη επειδή η ανάκληση εχώρησε από αναρμόδιο όργανο, δεδομένου, ειδικότερα, ότι, κατά το χρόνο εκδόσεως των ως άνω αποφάσεων, την προς τούτο αρμοδιότητα είχε πλέον όχι ο Υπουργός αλλά ο Πρύτανης του οικείου ΑΕΙ, ο οποίος όμως, παρά την έκταση, που κατά τα κατωτέρω, το θέμα έλαβε, δεν επελήφθη για να εκφράσει την επ' αυτού, θετική ή αρνητική, κρίση.
Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι ο ενάγων είναι απόφοιτος της πρώην ΕΑΣΑ και το πτυχίο του έχει νομίμως αναγνωρισθεί ισότιμο με αυτό των ΤΕΦΑΑ. Ο ίδιος έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές και είναι εγνωσμένης αξίας προπονητής του αθλήματος της πάλης και για το λόγο αυτό επιλέχθηκε από την αντίστοιχη αθλητική ομοσπονδία να καθοδηγήσει την προετοιμασία των εθνικών ομάδων ελληνορωμαϊκής πάλης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών.
Από μακρού χρόνου ανήκει στο Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό του ιδίου Τμήματος, στο οποίο ο α' εναγόμενος είναι καθηγητής, ενώ εκδήλωσε, το έτος 1992, ενδιαφέρον να ενταχθεί στο Διδακτικό Επιστημονικό Προσωπικό του Τμήματος, χωρίς όμως και να εκλεγεί. Αυτός γνώστης, ως εκ της θέσεως του, των ως άνω πραγμάτων και από προσωπικό, ως εκ της επιθυμίας του να σταδιοδρομήσει ως καθηγητής, αλλά και γενικότερο ενδιαφέρον, υπέβαλε ενώπιον του ενταύθα Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών την από 14-5-1993 αναφορά, στην οποία, σε σχέση με τον α' εναγόμενο, αναφέρθηκε λεπτομερώς σε πάντα τα προαναφερόμενα γεγονότα και ζήτησε την ποινική διερεύνηση της υποθέσεως.
Σημειωτέον ότι για τα περιληφθέντα στην κατά τα άνω αναφορά και σχετιζόμενα με τον 1ο εναγόμενο γεγονότα αλλά και για άλλα όμοια, που αφορούσαν τη λειτουργία του ΔΙΚΑΤΣΑ, αλλά και τη λειτουργία και τις εκλογές διδακτικού προσωπικού στα ΤΕΦΑΑ Θεσσαλονίκης και Αθηνών, υπήρξαν, ήδη από του έτους 1993 και κυρίως κατά το έτος 1994, αλλεπάλληλα δημοσιεύματα σε εφημερίδες των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, δηλώσεις και παρεμβάσεις του Υπουργού Παιδείας, αλλά και βουλευτών με ερωτήσεις στη Βουλή, όπως πάντα ταύτα προκύπτουν από σωρεία δημοσιευμάτων που προσκομίζει ο ενάγων.
Ο α' όμως εναγόμενος δεν αρκέσθηκε στην υπεράσπιση του στις κατηγορίες που, στα πλαίσια της ποινικής διώξεως που ακολούθησε την υποβολή της ως άνω αναφοράς, αποδόθηκαν σε βάρος του, αλλά υπέβαλε εναντίον του ενάγοντος την από 15-10-1993 έγκληση του ενώπιον του ενταύθα Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, με την οποία απέδωσε σ' αυτόν δολία προαίρεση να τον καταμηνύσει, δια της αναφοράς του αυτής, ψευδώς, να τον συκοφάντησει και να τον εξυβρίσει.
Κατ' ακολουθίαν της εγκλήσεως αυτής, ασκήθηκε σε βάρος του ενάγοντος ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση με λόγο του α' εναγομένου και η υπόθεση οδηγήθηκε στο ακροατήριο του ενταύθα Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και εκδικάσθηκε στη συνεδρίαση του της 7ης Απριλίου 1998, οπότε ο εγκαλών εναγόμενος υπερασπίσθηκε το περιεχόμενο της εγκλήσεως του, επιδιώκοντας την καταδίκη του ενάγοντος για τις αποδοθείσες, κατ' ακολουθία αυτής αξιόποινες πράξεις, επιμένων ν' αποδίδει σ' αυτόν προσωπική εμπάθεια και δολία προαίρεση προς το πρόσωπο του.
Τελικά όμως το Δικαστήριο επείσθη, εκ της ακροαματικής διαδικασίας, ότι πάντα τα διαλαμβανόμενα στη μηνυτήρια αναφορά του ενάγοντος ήταν αληθή και εκ δικαιολογημένου ο ίδιος ενδιαφέροντος προήλθε στην υποβολή της και, μετά ταύτα, κήρυξε αυτόν ομοφώνως αθώο. Εν όψει της προαναφερομένης διαδρομής των γεγονότων, είναι πρόδηλο για το Δικαστήριο, ότι ο α' εναγόμενος, μολονότι γνώριζε ότι ήταν κατά πάντα αληθή τα γεγονότα που, σχετικά με το πρόσωπο του, είχε διαλάβει ο ενάγων στην κατά τα άνω μηνυτήρια αναφορά του, αλλά και το, κατά τα άνω, δικαιολογημένο ενδιαφέρον του για την υποβολή της, δεν δίστασε, εν τούτοις, με την κατά τα άνω ψευδή, όπως αποδείχθηκε και από τη διαδρομή της μέχρι του ακροατηρίου του αρμοδίου ποινικού Δικαστηρίου, μήνυση του και δη τόσο με το περιεχόμενο της, όσο και.
με την, κατά την εκδίκαση στο ακροατήριο των κατ' ακολουθίαν ταύτης αποδοθεισών στον ενάγοντα κατηγοριών, κατάθεση του, να υποστηρίξει τα αντίθετα, εν γνώσει της αναληθείας τους και προς το σκοπό όπως προκαλέσει την καταδίκη του, αλλά και τη συκοφαντική δυσφήμηση του, πράγμα το οποίο και έγινε δεδομένου ότι γνώριζε πως, με τον τρόπο αυτό, θα υποστεί βλάβη η τιμή και υπόληψη του, πλην όμως αδιαφόρησε για το γεγονός αυτό, προκειμένου ο ίδιος να αποκτήσει επιχειρήματα και να υπερασπισθεί τον παράτυπο τρόπο εκλογής του στις κατά τα άνω καθηγητικές βαθμίδες.
Υπό τα δεδομένα αυτά και εν όψει και όσων εκτενώς στη μείζονα σκέψη αναφέρονται, παρίσταται βάσιμη η έναντι του α' εναγομένου αξίωση του ενάγοντος για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι οι κατά τα άνω ενέργειες αυτού του αντιδίκου του, που τον έφεραν ως άτομο δόλιο, ψεύτη και συκοφάντη, ήταν πρόσφορες να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του, την οποία πράγματι έβλαψαν, δεδομένου ότι, κοινολογηθέντα πάντα τ' ανωτέρω στο ευρύτερο κοινωνικό, φιλικό και επαγγελματικό του περιβάλλον και ιδίως σ' αυτό της πανεπιστημιακής κοινότητος, όπου αμφότεροι οι διάδικοι ανήκουν και στην οποία εκ των πραγμάτων εγένοντο γνωστά πάντα τα σχετικά με την αντιδικία τους, δημιούργησαν αρνητικές εντυπώσεις για την ηθική του ακεραιότητα, ενώ, περαιτέρω, τον ενέπλεξαν και σε μία μακρόχρονη και, εκ των πραγμάτων, ψυχολογικά επιβαρυντική γι' αυτόν ποινική διαδικασία.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου αυτού, ότι εκ δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και προς άσκηση νομίμου δικαιώματος του προστασίας της τιμής και υπολήψεώς του προήλθε στις κατά τα άνω ενέργειες και ότι δεν είχε πρόθεση να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος τυγχάνει απορριπτέος, προεχόντως γιατί η κατά τα άνω συμπεριφορά του πληροί τους κανόνες των άρθρων 362-363 του Π.Κ., με συνέπεια η ισχύουσα, κατά τα εν αρχή αναφερόμενα, και στο ιδιωτικό δίκαιο διάταξη του άρθρου 367 του ΠΚ, επί της οποίας επιχειρείται να επιστηριχθεί ο ισχυρισμός αυτός, να μη μπορεί να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής, αλλά και γιατί, σε κάθε περίπτωση, δεν νοείται προάσπιση νομίμου δικαιώματος δια της υποβολής εν γνώσει ψευδούς μηνύσεως, αλλά ούτε και η μη πρόθεση του να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος αποδείχθηκε.
Ούτε βεβαίως, εν όψει των προεκτεθέντων, ασκεί εν προκειμένω επιρροή το γεγονός ότι οι ασκηθείσες, κατ' ακολουθία της ως άνω μηνυτηρίου αναφοράς του ενάγοντος, ποινικές διώξεις, μεταξύ άλλων και σε βάρος του α' εναγομένου, απέληξαν, σε απαλλακτικό (και εν μέρει παύον την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής) βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και αθωωτικές αποφάσεις σε πρώτο και, μετά έφεση του Εισαγγελέα, δεύτερο βαθμό του ενταύθα Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και Εφετείου, αντιστοίχως, αφού κρίσιμα εδώ είναι τα παραπάνω επισημανθέντα και αξιολογηθέντα περιστατικά και όχι η δικαστική πορεία της μηνυτηρίου αναφοράς του ενάγοντος.
Επομένως, ο α' εναγόμενος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα για την ηθική βλάβη που, εκ της κατά τα άνω παρανόμου συμπεριφοράς του, υπέστη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει, δεκτής γενομένης, ως προς αυτόν, της ενδίκου αγωγής και ως ουσιαστικά βάσιμου κατά ένα μέρος, ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται, και δη, σύμφωνα και με τα συναφώς εν αρχή αναφερόμενα, εντόκως από της κοινοποιήσεως της, να καταβάλει στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση, το ύφος της οποίας, ενόψει της εκτάσεως της προσβολής, της κοινωνικής καταστάσεως των μερών, της καλής οικονομικής καταστάσεως αμφοτέρων, της συμπεριφοράς του εναγομένου μετά την τέλεση της αδικοπραξίας και όλων γενικά των συνθηκών, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσόν των 20. 000 ΕΥΡΩ".
Τα ως άνω περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το εφετείο και περιλαμβάνονται στην αγωγή, και όχι μόνο αυτά που επιλεκτικά αναφέρονται στο αναιρετήριο, στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την υπόσταση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης ( άρθρα 362, 363 ΠΚ ), καθόσον δεν αποτελούν απλές εκφράσεις γνώμης του αναιρεσείοντος ή χαρακτηρισμούς άσχετους με συγκεκριμένο γεγονός, αλλά συνδέονται με το περιεχόμενο της αναφοράς που υπέβαλε εναντίον του αναιρεσείοντος ο αναιρεσίβλητος και αποδίδουν στον τελευταίο την τέλεση σε βάρος του αναιρεσείοντος των αδικημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης, δηλ.
αποτελούν γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 362 Π.Κ., την αναλήθεια των οποίων γνώριζε ο αναιρεσείων, καθώς και ότι αυτά ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου, την οποία δέχεται το Εφετείο ότι την έβλαψαν. Το Εφετείο, κρίναν ότι ο αναιρεσείων με τα εκτιθέμενα στην έγκληση και στην μαρτυρική κατάθεσή του ψευδή γεγονότα, των οποίων τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αποσκοπούσε να προκαλέσει την ποινική καταδίκη και τη συκοφαντική δυσφήμηση του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε σαφώς και ρητά την ύπαρξη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος άμεσου δόλου και όχι ενδεχόμενου.
Η εν συνεχεία της παραδοχής αυτής αναφορά, ότι ο αναιρεσείων " παρότι γνώριζε ότι τα ως άνω γεγονότα είναι ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του (αναιρεσίβλητου), αδιαφόρησε για το γεγονός αυτό, προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος επιχειρήματα και να υπερασπιστεί το παράτυπο της εκλογής του", εναρμονίζεται με την παραδοχή του περί άμεσου δόλου και δεν σημαίνει παραδοχή ενδεχόμενου δόλου.
Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 Α.Κ. και 362, 363 Π.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στην αγωγή και δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά αποτελούν απλή έκφραση γνώμης που δεν συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός, αρκεσθέν έτσι (το Εφετείο)σε στοιχεία λιγότερα από τα αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος και εντεύθεν για τη θεμελίωση αστικής ευθύνης του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 παρ. 1 Π.Κ. δεν αποτελούν άδικη πράξη: α ) ....β ) .. γ ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη ( προστασία ) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται :
α ) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363...Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την από το άρθρο 367 παρ. 1 γ' Π.Κ. προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση άρσης του αξιοποίνου της δυσφήμησης, θεμελιούμενη στο ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς άσκηση νομίμου δικαιώματός του για την προστασία της τιμής και της υπολήψεώς του, χωρίς πρόθεση εξύβρισης του αναιρεσίβλητου, κρίναν, προεχόντως, ότι η συμπεριφορά του πληροί τα στοιχεία του άρθρου 363 Π.Κ.
και επομένως δεν εφαρμόζεται η παρ. 1 γ' του άρθρου 367 Π.Κ. σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και, επαλλήλως, ότι σε " κάθε περίπτωση δεν νοείται προάσπιση νομίμου δικαιώματος δια της υποβολής ψευδούς μηνύσεως, αλλά ούτε και αποδείχθηκε έλλειψη πρόθεσης εξύβρισης ". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες σε σχέση με την προβληθείσα ως άνω ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 γ' Π.Κ., την οποία ορθώς θεώρησε ως μη εφαρμοστέα, κατόπιν της παραδοχής του ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πληροί τα στοιχεία του άρθρου 363 Π.Κ., τα οποία και παραθέτει.
Εφόσον δε η ως άνω κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αλυσιτελώς προσβάλλεται με την αναίρεση η επάλληλη αιτιολογία της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του "αιτιολογίες ανεπαρκείς... επί του ζητήματος της ύπαρξης παράνομης συμπεριφοράς" του αναιρεσείοντος, "αφού... δεν μνημονεύει σε κανένα σημείο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του ποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο της μήνυσης ή της κατάθεσής του ειδικότερα ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι προσδιορίζονται σ' αυτήν τα δυσφημιστικά γεγονότα που ισχυρίστηκε για τον αναιρεσίβλητο ο αναιρεσείων με την από 15-10-1993 έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και τα οποία αναφέρονται παραπάνω κατά τη διερεύνηση του δεύτερου λόγου.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την έγκλησή του, εν γνώσει, ψευδώς, ότι όσα ο αναιρεσίβλητος διαλαμβάνει στην από 14-5-1993 αναφορά του προς τον ανωτέρω εισαγγελέα και αφορούν τους πανεπιστημιακούς τίτλους και τα επιστημονικά προσόντα που έπρεπε κατά νόμο να διαθέτει και δεν διέθετε ο πρώτος για την εκλογή του ως επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ( βεβαίωση ΔΙΚΑΤΣΑ περί ισοτιμίας του βασικού πτυχίου που έλαβε στη ...
με τα αντίστοιχα πτυχία των Ελληνικών Πανεπιστημίων, προσκόμιση από τον αναιρεσείοντα βεβαίωση ισοτιμίας μετά την εκλογή του ως καθηγητή, η οποία εχώρησε παράτυπα, έλλειψη διετούς αυτοδύναμης διδασκαλίας σε ΑΕΙ ή σε ισότιμο ίδρυμα της αλλοδαπής, ανάκληση από τον υπουργό Παιδείας του διορισμού του αναιρεσείοντος ) ήταν ψευδή και ο αναιρεσίβλητος το γνώριζε και παρά ταύτα, κινούμενος από δόλια προαίρεση, τον κατεμήνυσε ψευδώς, τον συκοφάντησε και τον εξύβρισε.
Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι τα ίδια γεγονότα ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων και κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου στη συνεδρίαση της 7ης Απριλίου 1998 κατά την εκδίκαση των κατά του αναιρεσιβλήτου κατηγοριών για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση.
Περαιτέρω, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτή διαλαμβάνει πλήρεις αιτιολογίες, αναφορικά με το πρόσφορο των δυσφημιστικών γεγονότων, που ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι τα παραπάνω γεγονότα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του αναιρεσίβλητου, την οποία και πράγματι έβλαψαν, δεδομένου ότι, κοινολογηθέντα στο ευρύτερο κοινωνικό, φιλικό και επαγγελματικό του περιβάλλον και ιδίως σ' αυτό της Πανεπιστημιακής κοινότητας, όπου αμφότεροι οι διάδικοι εργάζονται και στην οποία εκ των πραγμάτων έγιναν γνωστά πάντα τα σχετικά με την αντιδικία τους, δημιούργησαν αρνητικές εντυπώσεις για την ηθική του (αναιρεσιβλήτου) ακεραιότητα.
Τέλος, το Εφετείο αναφέρει, χωρίς και να υιοθετεί, την απαλλακτική για τον αναιρεσείοντα κρίση των ποινικών δικαστηρίων, έτσι ώστε να μην ανακύπτει θέμα αντιφατικών αιτιολογιών, ενόψει μάλιστα του ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων συνεκτιμώνται και δεν δεσμεύουν τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία μπορούν να καταλήξουν σε αντίθετη κρίση, αρκεί η τελευταία να είναι πλήρως αιτιολογημένη, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Τέλος, ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη α) του ισχυρισμού, που ο αναιρεσείων προέβαλε με τον έκτο λόγο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ότι δηλαδή το πρωτοδικείο "εσφαλμένα και παρά το νόμο...ταύτισε τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένδικη αγωγή...με το περιεχόμενο της από 14-5-1993 μηνυτήριας αναφοράς "του αναιρεσιβλήτου και β) των περιεχόμενων στην ίδια αναφορά ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει την (ουσιώδη) επιρροή που άσκησε στην έκβαση της δίκης η μη λήψη υπόψη των εν λόγω ισχυρισμών. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2008 αίτηση και το από 14-12-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2628/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ