Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence document distortion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to retry a civil appeal case previously struck off the docket. The appellant argued that the lower court distorted the content of specific documents, including court minutes and a taxi change log, but the court found these items did not qualify as evidentiary documents under the Code of Civil Procedure. Consequently, the court ruled that the alleged distortion could not form a valid ground for appeal, leading to the dismissal of the appeal and the rejection of the appellant's request for a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339 and 432-465 of the Code of Civil Procedure; Evidence documents only include those listed in Articles 339 and 432-465, excluding court minutes and submissions containing witness depositions, meaning alleged distortion of such documents cannot constitute a valid ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 567 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 567/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : ..... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρόνικο Καλή
Του αναιρεσιβλήτου : ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δημόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 478/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3153/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10 Απριλίου 2001 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2/22-1-2002 διάταξη του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου με την οποία διατάχτηκε η διαγραφή της υποθέσεως από το πινάκιο της δικασίμου 18-2-2002 του Α΄ τμήματος του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με τις από 8-4-2002, 26-11-2002 και 15-4-2005 κλήσεις της και προσδιορίσθηκαν να δικασθούν στις 16-9-2002, 2-2-2004 και 5-12-2005 αντίστοιχα, κατά τις οποίες ματαιώθηκε η συζήτηση. Τέλος την υπόθεση επαναφέρει και πάλι προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαϊου 2006 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 31 Αυγούστου 2002 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αναστασίου Πράσσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 2/22-1-2002 διάταξη του κατ άρθρο 571 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου διατάχθηκε ομόφωνα η διαγραφή της παρούσης υποθέσεως από το πινάκιο της δικασίμου της 18-2-2002.Η αναιρεσείουσα, με την νομότυπη και εμπρόθεσμη από 8-4-2002 αίτησή της, στην οποία επισύναψε το .... διπλότυπο της Α Δ.Ο.Υ.Αθηνών,από το οποίο προκύπτει η κατάθεση του ορισθέντος με την άνω διάταξη παραβόλου των 1.200 ευρώ,ζήτησε να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου.Προσδιορισθείσης νομίμως,με την από 10-5-2006 κλήση της αναιρεσείουσας,της συζητήσεως της υποθέσεως για την στην αρχή αναφερόμενη δικάσιμο της 5-2-2007, πρέπει το δικαστήριο τούτο,εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή,να ακυρώσει την άνω διάταξη του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και να δικάσει την αναίρεση,η οποία πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ.,όπως ίσχυε πριν από το Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι αυτά.Στην προκείμενη περίπτωση,το Εφετείο,το οποίο δίκασε την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως,εκδοθείσης επί της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου,με την οποία η πρώτη,για τους σ αυτή (αγωγή) αναφερόμενους λόγους,ζήτησε τα στο αιτητικό της αναφερόμενα,δέχθηκε ανελέγκτως,μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα.1) ότι η μεταβίβαση από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα προς τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο του ημίσεως του αναφερόμενου "ταξί" έγινε άνευ ανταλλάγματος, ήτοι εξ ελευθεριότητος της ενάγουσας προς τον τότε μνηστήρα της εναγόμενο και σπουδαίως ενόψει του επικείμενου γάμου τους και όχι φαινομενικά,2)ότι η άνω μεταβίβαση δεν έγινε από ουσιώδη πλάνη της ενάγουσας,3) ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή προήλθε στη μεταβίβαση του "ταξί" ύστερα από εκμετάλλευση από τον εναγόμενο της μεγάλης ανάγκης της να τελέσει γάμο με αυτόν,4) ότι,θεωρουμένης της άνω μεταβιβάσεως του "ταξί" ως δωρεάς προς τον εναγόμενο,δεν αποδείχθηκε ότι εχώρησε ανάκληση αυτής λόγω αχαριστίας,αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με βαρύ παράπτωμά του,φάνηκε αχάριστος προς την δωρήτρια-ενάγουσα και 5)ότι δεν αποδείχθηκε ότι συμφώνησαν αυτή και ο αναιρεσίβλητος σε αναμεταβίβαση του "ταξί" προς αυτή όταν το ζητούσε.Το Εφετείο δέχθηκε τα προαναφερθέντα περιστατικά, αφού έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως, ήτοι τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.Επομένως,το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ.
δεύτερος λόγος της αναιρέσεως,κατά το πρώτο μέρος του,είναι αβάσιμος.Ο ίδιος λόγος,κατά το δεύτερο μέρος του,με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. διότι δεν διέταξε απόδειξη για τα άνω περιστατικά, είναι απαράδεκτος,αφού το Εφετείο τήρησε τη διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.,κατά την οποία δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση,τάσσουσα αποδείξεις,αλλ η απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.Τέλος,ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, που δέχθηκε τα άνω περιστατικά χωρίς να διαταχθεί περί αυτών απόδειξη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.4 του Κ.Πολ.Δ.
είναι απαράδεκτος,διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ.θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι ότι, αφενός μεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό μη προταθέντα, ήτοι ότι αυτή εξ ελευθεριότητος και σπουδαίως μεταβίβασε το ήμισυ του "ταξί" στον αναιρεσίβλητο, αφετέρου δε ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι αγόρασε το "ταξί" από αυτή έναντι τιμήματος 1.200.000 δραχμών και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ.Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως,κατά το πρώτο μέρος του,με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον άνω μη προταθέντα ισχυρισμό,είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος,διότι το από το Εφετείο γενόμενο δεκτό ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα εξ ελευθεριότητος και σπουδαίως μεταβίβασε το ήμισυ του "ταξί" στον αναιρεσίβλητο αποτελεί συμπέρασμα αυτού (Εφετείου) από την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως δεν αποτελεί "πράγμα" ώστε η λήψη αυτού,μη προταθέντος,να ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως.Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως,κατά το δεύτερο μέρος του,με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον άνω (προταθέντα) ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι αγόρασε το "ταξί" από αυτή έναντι τιμήματος 1.200.000 δραχμών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος,διότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προτείνει την ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση,στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος,αφού στην κρίση αυτή προβαίνει ανέλεγκτα το δικαστήριο, κατ άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και αποβαίνει αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολομ.Α.Π. 861/1984).Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως,προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία και είναι αναιρετέα κατ άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.,διότι δεν μνημονεύει τα ειδικότερα γεγονότα του αποδεικτικού υλικού από τα οποία εξήχθη το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η μεταβίβαση του άνω ποσοστού (50%) του "ταξί" προς τον εναγόμενο έγινε άνευ ανταλλάγματος, ήτοι εξ ελευθεριότητος της ενάγουσας προς τον μνηστήρα της εναγόμενο, σπουδαίως ενόψει του επικειμένου γάμου τους και όχι φαινομενικώς, όπως αβάσιμα η ενάγουσα ισχυρίζεται.
Εφόσον η προβαλλόμενη ως άνω ανεπάρκεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως διατυπώθηκε σαφώς δεν ιδρύεται ο άνω εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, εντεύθεν δε ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (τέταρτος) είναι απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατ άρθρα 339 και 432-465 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά έγγραφα. Έτσι, δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα πρακτικά της δίκης και οι Εισηγητικές Εκθέσεις,που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων.
Εξ άλλου,από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1,118 περ.4 και του άνω άρθρου 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου,πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο,εκτός άλλων 1) το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και 2) εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών της επί της υποθέσεως εκδοθείσας 478/1990 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την 1455/1990 Εισηγητική Εκθεση,που περιέχει τις καταθέσεις των επι της υποθέσεως εξετασθέντων μαρτύρων, ως και το βιβλιάριο μεταβολών του άνω "ταξί".Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται παραμόρφωση του περιεχομένου των άνω πρακτικών και της Εισηγητικής Εκθέσεως είναι απαράδεκτος, διότι τα άνω έγγραφα δεν είναι αποδεικτικά, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 423-465 Κ.Πολ.Δ., ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.
Κατά το μέρος που με το λόγο αυτό προβάλλεται παραμόρφωση του βιβλιαρίου μεταβολών του "ταξί",ο λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του άνω εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Κατ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος ως άνω παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 571 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ακυρώνει την 2/22-1-2002 διάταξη του Τριμελούς Συμβουλίου του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει την από 10-4-2001 αίτηση της ..... για αναίρεση της 3153/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου,τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ