Supreme Court partially allows appeal against traffic accident verdict regarding blood alcohol evidence admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision in a traffic accident case involving blood alcohol levels. The appellants argued that the lower court erred by accepting toxicological evidence without verifying strict sampling procedures, claiming a violation of procedural law. The Court rejected this argument, ruling that the lower court correctly interpreted substantive law by treating the toxicological report as judicial presumption sufficient to establish causation between intoxication and the accident.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The lower court's acceptance of toxicological evidence as judicial presumption in civil proceedings does not constitute a violation of procedural law merely because the specific administrative sampling protocols were not explicitly referenced in the civil judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 567 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 567/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Η. Κ. και 2. Η. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Δημητρακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. θυγ. Γ. Φ., 2. Γ. Φ. του Α., κατοίκων ..., 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 5. ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 3η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Λαγό, η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ψαρράκη, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (1η, 2ος και 5ο)δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-5-1997, 23-6-1997, 5-12-1997, 9-1-1998 αγωγές και την από 26-3-1998 κύρια παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 780/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ης, 2ου και 5ου εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις ...,... και ... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Ηλείας Θ. Ν. (οι δύο πρώτες) και Αθηνών Χ. Φ. (η τρίτη), που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, δεύτερο και πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους, Ε. Φ., Γ. Φ. και ΙΚΑ- οι οποίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που προκάλεσε τη ζημία καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως, από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται καταρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα της συγκρούσεως των αυτοκινήτων συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτου από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 464/2003). Περαιτέρω από το άρθρο 19 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους, πρέπει, συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται κατά το δυνατό ατυχήματα πεζών και οχημάτων.
Ειδικότερα, ορίζεται ότι ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται: α) να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρ. 19 παρ. 1), β) να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (άρθρ. 19 παρ. 2) και γ) να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος, μεταξύ άλλων, πλησίον ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν αυτή είναι σεσημασμένη από πλευράς προτεραιότητας διέλευσης ή και σηματοδοτούμενη και γενικά σε κάθε άλλη γενική περίπτωση, που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός (άρθρ. 19 παρ. 3).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, ότι, για το τροχαίο ατύχημα που έγινε στις 17.10.1996 και ώρα 3.30 στο 137.4 χιλιόμετρο της Ε.Ο Τρίπολης-Πύργου, με τη σύγκρουση του υπ'αρίθ. ... αυτοκίνητου, ιδιοκτησίας του δεύτερου αναιρεσίβλητου Γ. Φ. που ήταν ασφαλισμένο στην τέταρτη από αυτούς ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία, Personal Insurance A.Ε.Γ.A.
και οδηγούσε η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Φ., η οποία και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, με το ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Η. Κ. και ανήκε στην κυριότητα της πρώτης αναιρεσείουσας συζύγου του Α. Κ., ασφαλισμένου για ζημίες τρίτων στην τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Α.Ε, συνυπαίτιοι είναι και οι δύο οδηγοί των παραπάνω οχημάτων, σε ποσοστό 60% η πρώτη και 40% ο δεύτερος. 'Ότι από άποψη αντικειμενικών συνθηκών η πιο πάνω Εθνική Οδός Πύργου - Τριπόλεως, έχει πλάτος 8 μ.
δύο ρεύματα κυκλοφορίας, τα οποία διαχωρίζονται με συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και μια λωρίδα ανά κατεύθυνση, υπάρχει πινακίδα ως προς την πορεία αμφοτέρων των οχημάτων Κ-12, που επισημαίνει την ολισθηρότητα του οδοστρώματος, ενώ στην πορεία του οχήματος της Ε. Φ. (από Πύργο προς Τρίπολη) υπάρχει ακόμη πινακίδα ..., που καθορίζει το ανώτατο όριο ταχύτητας σε 60 χιλιόμετρα την ώρα, καθώς και πινακίδα ..., που επισημαίνει τον κίνδυνο από τη διέλευση οικόσιτων ζώων, η δε οδός στην πορεία του οχήματός της, παρουσιάζει απότομη κατωφέρεια και λίγο πριν από το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων υπάρχει αριστερή σε σχέση με την πορεία της στροφή. 'Ότι και στην πορεία του οχήματος του οδηγού Η.
Κ. (από Τρίπολη προς Πύργο) υπάρχει πινακίδα ..., που επισημαίνει το τέλος ορίου ταχύτητας, που είχε επιβληθεί προηγουμένως με απαγορευτική πινακίδα, καθώς και ότι το οδόστρωμα της προαναφερόμενης οδού ήταν ολισθηρό κατά το χρόνο του ατυχήματος, λόγω βροχής και από άποψη φωτισμού, επικρατούσε σκοτάδι. Ότι η σφοδρή σύγκρουση των οχημάτων ήταν πλαγιομετωπική και το μεν όχημα της οδηγού Ε.
Φ. έχει υποστεί φθορές σε όλο το μήκος της δεξιάς πλαϊνής πλευράς του, το δε όχημα του οδηγού Η. Κ. στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του. Ότι η συγκλίνουσα υπαιτιότητα των δύο αντιθέτως κινουμένων οδηγών, εντοπίζεται στο ότι: Η πρώτη αναιρεσίβλητη οδηγός Ε. Φ., δεν είχε, όπως έπρεπε, με βάση τους νομικούς κανόνες οδηγήσεως και τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής εντεταμένη την προσοχή της στην αποκλειστική οδήγηση του οχήματος της, και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του, εκινείτο με ταχύτητα, που υπερέβαινε την επιτρεπόμενη ανώτατη των 60 χιλ.
την ώρα, όπως προαναφέρθηκε, παρά την ύπαρξη κλειστής, ως προς την πορεία της, αριστερής στροφής και την ολισθηρότητα του οδοστρώματος και έτσι το όχημά της εξετράπη αριστερά σε σχέση με την πορεία της και εισήλθε στην στροφή ολισθαίνοντας με την πλάγια δεξιά πλευρά του. 'Ότι την ίδια ώρα, ο δεύτερος αναιρεσείων οδηγός Η.
Κ., οδηγούσε το όχημα του, που δεν απείχε περισσότερο από 20-30 μ. από το πρώτο όχημα, υπό την επήρεια οινοπνεύματος του οποίου η περιεκτικότητα στο αίμα του ανερχόταν σε 1,50%ο ανά λίτρο αίματος, δηλαδή σε ποσοστό ανώτερο από το καθοριζόμενο με την 13382/Φ705/11κδ/77 απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση από το άρθρο 42 του ΚΟΚ, ως ανώτατο ανεκτό όριο ποσοστού οινοπνεύματος στο αίμα σε 0,80%ο και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, καθ' όσον η μέθη του στερούσε αυτή τη δυνατότητα και δεν είχε εντεταμένη την προσοχή του στην αποκλειστική οδήγηση του οχήματός του και έτσι εκινείτο στο μέσον της παραπάνω οδού, πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή, έχοντας καταλάβει μικρό μέρος του ρεύματος πορείας του οχήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Επίσης, ότι ο ίδιος οδηγός, όταν αντελήφθη την είσοδο, μετά τη στροφή, του οχήματος της τελευταίας να ολισθαίνει με τη δεξιά πλάγια πλευρά του, κινήθηκε δεξιά, προκειμένου να επαναφέρει το όχημά του στο ρεύμα πορείας του, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, καθ' όσον τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν στο μέσον της ίδιας οδού και, έτσι, δικαιολογούνται οι φθορές του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του. 'Ότι στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το δικαστήριο από τη συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, από τα σημεία συγκρούσεως των οχημάτων, καθώς και από τα ευρήματα, που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και από το οποίο προκύπτει, ότι θραύσματα γυαλιών και πλαστικών υπάρχουν εκατέρωθεν της διπλής διαχωριστικής γραμμής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχτεί, ότι αποκλειστικά υπαίτιος, και όχι απλώς συνυπαίτιος, της επίμαχης σύγκρουσης ήταν ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Η. Κ., οδηγός του ... αυτοκινήτου, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σημείο που αυτές ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, στην ύπαρξη δηλαδή ή όχι ποσοστού συνυπαιτιότητας του εν λόγω δεύτερου αναιρεσείοντος στο επισυμβάν ατύχημα.
Ειδικότερα, :α) δεν διευκρινίζεται στην απόφαση, πόσο ήταν "το μικρό μέρος", που το φορτηγό αυτοκίνητο "ήταν πάνω στη διαχωριστική γραμμή" και πόσο, εντεύθεν ήταν, σε γραμμικά μέτρα, το τμήμα του οδοστρώματος από το ρεύμα πορείας της πρώτης αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, που είχε καταλάβει ο οδηγός του φορτηγού.
β) δεν προσδιορίζεται, αν ο οδηγός του φορτηγού είχε δυνατότητα, και πριν από πόση απόσταση, να αντιληφθεί την πρώτη αναιρεσίβλητη εισερχόμενη, όπως δέχεται η απόφαση, στο ρεύμα πορείας του στην εκεί υπάρχουσα αριστερή κλειστή, προς την πλευρά της πρώτης αναιρεσίβλητης, στροφή, γ) δεν προσδιορίζεται, ποια ήταν η ταχύτητα του δεύτερου αναιρεσείοντος Η.
Κ., πριν από το ατύχημα, παρότι τούτο ασκούσε επίδραση στην επέλευση του ατυχήματος, αλλά κυρίως στην έκταση και επίταση των ζημιών και βλαβών που επήλθαν, δ) δεν καθορίζεται αν η απόσταση των 20-30 μ. που, κατά την απόφαση, απείχαν τα δυο οχήματα, όταν άρχισε η διολίσθηση του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, ήταν επαρκής, εν όψει και των συνθηκών που το εφετείο δέχθηκε, ότι επικρατούσαν (σκοτάδι, βροχή και ολισθηρότητα, κλειστή στροφή από την οποία προερχόταν η αναιρεσίβλητη οδηγός, η απότομη κατωφέρεια στην πορεία της ιδίας, η υπερβολική της ταχύτητα - άνω των 60 χ/ω) και αν, εντεύθεν, είχε δυνατότητα ο αναιρεσείων οδηγός, να προβεί σε αποφευκτική κίνηση και ποια, που θα του επέτρεπε να αποφύγει τη σύγκρουση, χωρίς να έθετε σε κίνδυνο τη δική του σωματική του ακεραιότητα, ή άλλων ενδεχομένως οδηγών, αν κινούνταν την ώρα εκείνη στο σημείο της συγκρούσεως.
ε) αν τα ευρήματα (θραύσματα γυαλιών και πλαστικών) που βρέθηκαν πάνω στη διαχωριστική γραμμή, αποτελούν ασφαλή κριτήρια για το ακριβές σημείο της σύγκρουσης. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρ. 559 αρίθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πιο πάνω αιτιάσεις είναι βάσιμος και, πρέπει, να γίνει δεκτός.
Αντίθετα, απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο παραβιάστηκαν οι επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. III. Κατά το άρθρο 25 περ. 8 της Κ4/585/5.4.1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/6.4.1997) αποκλείεται από την ασφαλιστική κάλυψη ζημία, που προκαλείται κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, αν ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Ν. 614/1997 (ΚΟΚ).
Η διάταξη αυτή είναι μεν ανίσχυρη, έναντι του παθόντος τρίτου, για το λόγο ότι βρίσκεται εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, αφού με αυτήν δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή μπορεί να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (αρθρ. 189, 192 Εμπ.
Ν. 11 παρ. 1 του Ν. 489/76); οπότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, έχει, όμως, δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο, ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα, Η εν λόγω ρήτρα, μπορεί να συμπεριληφθεί στη σύμβαση είτε αυτοτελώς είτε με αναφορά στην παραπάνω υπουργική απόφαση, θεωρείται δε ως επαρκής παραπομπή και η απλή αναφορά του ΦΕΚ, χωρίς πρόσθετη αναφορά του αριθμού της ΑΥΕ, αφού από αυτήν την παραπομπή στο ΦΕΚ, είναι δυνατή η γνώση του περιεχομένου της ΑΥΕ, για τη δέσμευση του ασφαλισμένου, δεν είναι δε απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από τον ασφαλιζόμενο, αλλά αρκεί ο τελευταίος να το παραλάβει και να καταβάλει τα ασφάλιστρα Στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι από το κείμενο της 2040072/1-10-96 ασφαλιστικής σύμβασης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας Α.
Κ., κυρίας του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, μετά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α και στο κεφάλαιο "Απαλλακτικοί όροι" γίνονταν ρητή αναφορά, ότι αποκλείονται από την ασφάλιση, ζημιές που προξενούνται κατά το χρόνο, που το ασφαλισμένο όχημα οδηγείται από οδηγό, που βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι η συνομολόγηση αυτού του όρου, της παρείχε το δικαίωμα της αναγωγής κατά του τελευταίου.
Δέχθηκε επίσης, η απόφαση, ότι το γεγονός ότι το ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει μόνον την υπογραφή του νομικού εκπροσώπου της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, ενώ δεν έχει υπογραφή από την πρώτη αναιρεσείουσα (ασφαλισμένη), δεν συνεπάγεται την έλλειψη γνώσης και αποδοχής του σχετικού ειδικού όρου του ασφαλιστηρίου και, συνεπώς, την έλλειψη δέσμευσης της τελευταίας, αφού αρκεί για τη δέσμευση της αντισυμβαλλόμενης, κυρίας του ζημιογόνου οχήματος, το γεγονός ότι παρέλαβε το ασφαλιστήριο και κατέβαλε τα οφειλόμενα ασφάλιστρα. 'Ετσι, που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά το νόμο ερμήνευσε και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, περί μη υπάρξεως, δηλαδή, έγκυρης συμφωνίας περιέχουσας τον απαλλακτικό για την ασφαλιστική εταιρία όρο της μέθης, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμα.
IV Επειδή, η τήρηση των διατυπώσεων της τοξικολογικής εξέτασης για τη διαπίστωση της μέθης του οδηγού, ορίζονται από την 13382Φ705/11/4δ' της 25/26-11-1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, που έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 5 του ΚΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την όμοια 1330φ 705. 11/4ξθ της 15-2/1-4-1985, με την οποία ορίζεται, ότι "η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, είναι το 0,50%ο και ότι μέχρι 0,80 %ο απαγγέλλεται κατηγορία, εφόσον και από άλλες συμπτώσεις (κατάστασης και τρόπος οδήγησης κ.λ.π), εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως πλήρους μέθης, από δε του 0,80%ο, και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη".
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι η διαδικασία της διαπίστωσης της μέθης και των προϋποθέσεων για την κίνηση της ποινικής δίωξης, αφορά μόνον το ποινικό μέρος της υπόθεσης, η έκβαση του οποίου δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο. Στην αστική, όμως, δίκη, η τοξικολογική έκθεση εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σ' αυτήν ότι τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά την τοξικολογική έκθεση που διενεργήθηκε στα εργαστήρια Τοξικολογίας του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών 'Αγιος Ανδρέας, διαπιστώθηκε, ότι το οινόπνευμα στο αίμα του αναιρεσείοντος ανέρχονταν σε 1,50%ο του γραμμαρίου, κατά πολύ ανώτερο του προβλεπόμενου με την πιο πάνω 13382/Φ705/11κδ/1977 απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, και ότι από την έκθεση αυτή που συνεκτιμάται ως τεκμήριο, αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσείων οδηγός, οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος ότι η μέθη αυτή αποδείχθηκε, ότι τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επισυμβάν ατύχημα και την επέλευση της ζημιάς, και ότι, εντεύθεν, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η παρεμπίπτουσα, εξ αναγωγής, αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας. 'Ετσι, που έκρινε το εφετείο, ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται, με το δεύτερο από το άρθρο 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επειδή δεν τηρήθηκε, κατά τους αναιρεσείοντες, η προβλεπόμενη διαδικασία λήψεως του δείγματος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Αβάσιμος, είναι ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το μέρος που αποδίδεται αιτίαση από το άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς διέλαβε (φύλλο 9ο,) ότι από τη συνεκτίμηση των στοιχείων αποδείχθηκε, ότι "ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος.......
και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία, καθόσον η μέθη του στερούσε αυτή τη δυνατότητα και δεν είχε εντεταμένη την προσοχή του στην αποκλειστική οδήγηση του οχήματος του και έτσι κινούνταν στο μέσο της οδού πάνω στη διαχωριστική γραμμή, έχοντας καταλάβει μικρό μέρος του ρεύματος πορείας του οχήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης".
Πρέπει, επομένως, όπως προεκτέθηκε, κατά το βάσιμο περί αυτού πρώτο από το άρθρο 559 αρίθ.19 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ'αρίθ. 198 /2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ