Legislator Case Law & Legislation
566/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on public enterprise wage reductions. Appeal rejected due to procedural defects and lack of substantive review.

Case Number 566/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 28 individuals against a labor court decision regarding wage reductions at a public company. The appellants argued procedural errors and challenged the company's status as a public enterprise, but the court found the lower court correctly applied the law. The appeal was rejected because the lower court ruled the lawsuit inadmissible without conducting a substantive examination of the wage reduction claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 19 of Law 3429/2005: The Supreme Court examines appeals where the appellant accelerates the hearing without proving explicit power of attorney, declaring the summons void and inadmissible, while also rejecting appeals based on non-examination of the substantive claim when the lower court dismissed the suit as inadmissible.

Keywords

AI generated
accelerated hearing procedure public enterprise status wage reduction dispute inadmissible appeal substantive examination requirement labor law appeal procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Law 3429/2005
Article 1 of Chapter A, paragraphs 1 and 2, item a of Law 3429/2005
Article 1B(1) of the Public Accounting Law 2362/1995
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 566 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 566/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Ι. του Δ.. 2. Τ. Ι. του Γ., 3. Α. Δ. του Ε., 4. Μ. Π. του Β.. 6. Γ. Α. του Ε., 7. Σ. Δ. του Α.. 7. Γ. Μ. του Χ., 8. Φ. Κ. του Γ.. 9. Θ. Π. του Α., 10. Α. Α. του Γ., 11. Κ. Ε. του Β., 12. Λ. Ν. του Δ., 13.Π. Τ. του Π., 14. Μ. Ε. του Β.. 15. Ν. Β. του Ε., 16. Κ. Ε. του Σ., 17. Κ. Μ. του Σ., 18. Γ. Π. του Δ., 19. Κ. Ζ. του Ν., 20. Κ. Σ. του Β., 21. Κ. Κ. του Π., 22. Κ. Α. του Α., 23. Χ. - Ρ. Α. του Κ., 24. Π. Ι. του Χ., 25. Γ. Γ. του Ν., 26. Μ. Φ. του Ν., 27. Μ. Β. του Ε. και 28. Χ. Ν. του Γ. απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2085/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4009/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).

Αν δε, ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 536/2020).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1691/2022, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 1374/2017). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1306/2022, ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής από Κέντρο Εξυπηρέτησης πολιτών ή οποιοδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Η δοθείσα πληρεξουσιότητα παρέχει στο δικηγόρο, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, κατά δε το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 393/2022, ΑΠ 536/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 4 ΚΠολΔ, όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτηση στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 18-10-2023 Πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 4 ΚΠολΔ, η από 10-6-2022 με αριθμ.

καταθ. 4657/511/14-6-2022 αίτηση για αναίρεση της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, με αριθμ.4009/12-6-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της αρχικά ορισθείσας επ'αυτής δικασίμου 17ης Οκτωβρίου 2023. Κατά τη δικάσιμο εκείνη όμως η αίτηση αναίρεσης δεν εισήχθη προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με την αριθμ.πρωτ. 46339 οικ./22-9-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο στην προκείμενη δικάσιμο (30-1-2024) έγινε με πρωτοβουλία του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, όπως βεβαιώνεται από τον τελευταίο κάτωθι της προαναφερόμενης, από 18-10-2023, Πράξης, και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (αρθ.260 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔ) για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο αυτή.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην προκείμενη δικάσιμο οι διάδικοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο, αλλά για την εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και των αναιρεσειόντων, πλην του 4ου και της 21ης τούτων, υποβλήθηκε κατ' άρθρον 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ότι αυτοί δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Ειδικότερα, για τους άνω αναιρεσείοντες, υποβλήθηκε η από 26-1-2024 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Περπατάρη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι 4ος και 21η των αναιρεσειόντων, όμως γι' αυτούς δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητά τους, με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, προς τον ανωτέρω φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος υπογράφει και την αίτηση αναίρεσης και συνεπώς οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν εκπροσωπούνται νόμιμα.

Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποιος των διαδίκων επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα επ'αυτής δικάσιμο στις 17-10-2023, καθόσον ούτε οι νομίμως εκπροσωπούμενοι κατά την προκείμενη συζήτηση αυτής αναιρεσείοντες επικαλούνται και προσκομίζουν τη σχετική εκθέση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης προς την αντίδικο τους-αναιρεσίβλητη (εάν αυτοί επισπεύδουν τη συζήτηση), ούτε η αναιρεσίβλητη επικαλείται και προσκομίζει αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με επισημείωση δικαστικού επιμελητή για την επίδοσή της στην ίδια.

Επομένως, για τους 4ο και 21η των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατά τα προαναφερόμενα δεν εκπροσωπούνται νόμιμα, δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο, που υπέγραψε παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσίβλητη με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει (και) για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής τότε, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από την αναιρεσίβλητη, αλλά ούτε και από τους ομόδικούς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο εκείνη, ώστε να συνιστά νόμιμη κλήτευσή τους στην προκείμενη δικάσιμο η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 4 εδ.

β' ΚΠολΔ (σχετ. ΑΠ 1121/2020). Κατόπιν τούτων και επειδή οι εν λόγω αναιρεσείοντες συνδέονται με τους λοιπούς με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.

Με την υπό κρίση (από 10-6-2022 με αριθμ. καταθ.4657/511/14-6-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, με αριθ. 4009/12-6-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε, κατόπιν άσκησης της από 17-2-2018 με αριθμ. καταθ. 15839/1031/2018 έφεσης των εναγόντων, και ήδη νομίμως εκπροσωπουμένων είκοσι έξι (26) αναιρεσειόντων, εκ των αρχικά εβδομήντα τεσσάρων (74) εναγόντων, κατά της με αριθμ. 2085/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο αυτής κεφάλαιο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε μη νόμιμη την, από 28-6-2016 με αριθμ. καταθ. 35375/1162/2016, αγωγή των εκκαλούντων και ήδη ανωτέρω αναιρεσειόντων, ως προς την αιτούμενη επιστροφή των επιδίκων, παρακρατημένων, από την, ανήκουσα στο ν.π.δ.δ. "...", εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, αποδοχών τους, μετά από γενόμενη εκ μέρους της οριζόντια μείωση των συμφωνημένων, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αποδοχών τους με την επίκληση υπαγωγής τους στις μισθολογικές ρυθμίσεις των απασχολούμενων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, χαρακτηριζόμενης της μείωσης αυτής από τους ίδιους ως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων των συμβάσεών τους από την άνω εργοδότριά τους.

Ακολούθως, αφού έκρινε αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης, λόγω όμοιας κρίσης της εκκαλουμένης, με αριθμ. 2085/2017 πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη ανωτέρω αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, αυτή δε δημοσιεύτηκε στις 12-6-2020.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις 14-6-2022, δηλαδή μία ημέρα μετά τη πάροδο διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πλην όμως είναι εμπρόθεσμη, διότι κατά το χρόνο της άσκησής της δεν είχε συμπληρωθεί η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, λόγω της αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 7-11-2020 έως 6-4-2021, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 1 εδ.

α του Ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔ, σε συνδ.με αρθ.83 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4790/2021 και 25 του ν. 4792/2021).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρ.577 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες που εκπροσωπήθηκαν νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).

Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010. Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 4 του οποίου ορίζεται ότι: (Παρ. 4) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου έβδομου του ιδίου νόμου 3845/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου τρίτου αρχίζει από 1.6.2010. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 [υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής"] του Κεφαλαίου Α υπό τον παράτιτλο ["Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών"] του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)" (ΦΕΚ Α 314) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (Παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (Παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό" και (Παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει".

Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 19 του ιδίου Ν. 3429/2005 και υπό τον παράτιτλο "εξαιρέσεις", όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάσταση αυτής με το άρθρο 1 του Ν. 3899/2010, ορίσθηκε στο εδάφιο α αυτής ότι από το πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού εξαιρούνται οι ανώνυμες εταιρείες που έχουν συσταθεί με βάση το Ν. 1955/1991 (αφορά την ίδρυση της εταιρείας ...

ΑΕ) και την εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 2229/1994 (αφορά την ίδρυση με κοινή υπουργική απόφαση ανωνύμων εταιρειών με σκοπό την υλοποίηση συγκεκριμένου έργου υποδομής) και όσες δημόσιες επιχειρήσεις έχουν ήδη τεθεί με ρητή διάταξη νόμου εκτός του, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ στο εδάφιο β ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού δύνανται να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής όλων ή ορισμένων διατάξεων του Κεφαλαίου Α του παρόντος νόμου και άλλες δημόσιες επιχειρήσεις.

Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης του εδαφίου β του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005, εκδόθηκε αριθμός Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, με τις οποίες δημόσιες επιχειρήσεις (στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η αναιρεσείουσα) εξαιρέθηκαν όλων ή ορισμένων εκ των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005. Η ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 19 του ν. 3429/2005), με το άρθρο 1 παρ. 1α του ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), αντικαταστάθηκε ως εξής: "Άρθρο 19 Κατάργηση εξαιρέσεων, επέκταση πεδίου εφαρμογής.

Στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του εν λόγω νόμου [ενν. του Ν. 3429/2005] υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α) με εξαίρεση το Ταμείο του ν. 3864/2010 (ΦΕΚ 119 Α) και τις εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση τους (εδ.

α')", ενώ στο εδάφιο β'αυτής ορίστηκε ότι οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις διατάξεις της προηγουμένης περίπτωσης, καταργούνται. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι μισθολογικές ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 και του τρίτου άρθρου παρ. 4 του ν. 3845/2010, με τις οποίες προβλέθηκε η οριζόντια μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τυγχάνουν εφαρμογής στις δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του Ν. 3429/2005, ανεξαρτήτως του εάν αυτές έχουν εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού, είτε κατ' εφαρμογή του εδαφίου α του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, είτε κατ' εφαρμογή του εδαφίου β του ιδίου νόμου με την έκδοση της προς τούτο κοινής υπουργικής απόφασης, είτε δεν έχουν εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού.

Στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει κατηγορίες απασχολουμένων, υπό οιαδήποτε μορφή, από τις ανωτέρω μειώσεις αποδοχών, τούτο το έπραξε ρητά (ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 1459/2018, ΑΠ 1460/2018). Ακολούθως, για τους απασχολούμενους των δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005 (Α' 314), προβλέφθηκε η ανάλογη εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του στενού δημόσιου τομέα, του ν. 4024/2021, ως και των μετέπειτα επαναρρυθμιζόμενων, με το ν. 4354/2015, διατάξεών του.

Ειδικότερα, με το ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (Α 226) και στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", με έναρξη ισχύος των διατάξεων του ως άνω Κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 31) από 1.11.2011 (άρθρο 32 παρ. 4), ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής:

Με το άρθρο 4 ορίζεται ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17". Με το άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Με το άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της από 16.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 262/16.12.2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α 31/23.2.2012), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...

β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικά χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".

Στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: α) Στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]".

Περαιτέρω, με το ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016-Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (Α 222), ορίζονται στην περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου, όπως η περίπτωση 2 συμπληρώθηκε με την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου της από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (Α 176) και στην περίπτωση 12 της ίδιας υποπαραγράφου, αντίστοιχα, τα εξής: "2.

Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012. Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013" και "12.

Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212).

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2".

Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 (Α 28) Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, την ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί για το προσωπικό του στενού δημόσιου τομέα με το ν. 4024/2011.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ` αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών των φορέων τόσο του στενού δημόσιου τομέα όσο και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 1/2021).

Περαιτέρω, με το ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (Α 176), και με το Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.

του Κεφαλαίου A του ν. 3429/2005 (Α 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" με έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 7 έως 34 του ως άνω Κεφαλαίου Β από 1.1.2016 (άρθρο 35) επαναρρυθμίσθηκαν από 1.1.2016 οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Με το άρθρο 7 παρ. 1 περ. ζ' του ανωτέρω νόμου ορίστηκε ότι στις διατάξεις του υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου των Δημοσίων Επιχειρήσεων, Οργανισμών και Ανώνυμων Εταιρειών (Δ.Ε.Κ.Ο.), που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), και με το άρθρο 34 ιδίου νόμου καταργήθηκαν από 1.1.2016, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011 και η περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ' του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012.

Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).

Κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη (ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1542/2021, ΑΠ 219/2016). Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1 του Κεφαλαίου Α' του ν.3429/2005, έκρινε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, εργοδότριά τους, ως δημόσια επιχείρηση και ως εκ τούτου δικαιούμενη να προβεί στις επίδικες οριζόντιες μειώσεις των αποδοχών τους, λόγω υπαγωγής τους, διαδοχικά, στις μισθολογικές ρυθμίσεις για τους απασχολούμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα (των ν.3833/2010, 3845/2010, 4024/2011, 4354/2015), και μετά ταύτα έκρινε μη νόμιμη την αγωγή τους, και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια, ενώ εάν (το Εφετείο) ερμήνευε ορθά την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με το, κατ' αντικατάσταση με το άρθρο 1 του ν.3899/2010, αρθ. 19 ν.3429/2005 που αφορά στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α', δεν θα την εφάρμοζε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού η αντίδικό της δεν περιλαμβάνεται στις ρυθμίσεις της ώστε να δικαιούται να προβεί στις επίδικες οριζόντιες μειώσεις των αποδοχών τους, και συνακόλουθα θα έκρινε νόμιμη την αγωγή τους, και κατά παραδοχή της έφεσής τους, θα έκανε δεκτή κατ' ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη ανωτέρω αναιρεσείοντες, με την ένδικη, από 28-6-2016 με αριθμ. καταθ. 35375/1162/2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση, ως υπάλληλοι, με πενθήμερο σύστημα εργασίας, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εργοδότριά τους, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ", που ανήκει σχεδόν συνολικά σε ΝΠΔΔ (το ... ...-...) να καταβάλει στον καθένα τους τις αναφερόμενες διαφορές αποδοχών τους, που, κατά μονομερή βλαπτική μεταβολή όρου των συμβάσεών τους και με οριζόντια μείωση των συμβατικών αποδοχών τους, παρακράτησε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-5-2016, επικαλούμενη την υπαγωγή τους στις οριζόντιες μειώσεις των αποδοχών και στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού του ανωτέρω ΝΠΔΔ στο οποίο η ίδια ανήκει, των απασχολούμενων στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Με την προσβαλλομένη, με αριθμό 4009/2020 απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, δεχόμενο ότι, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, είναι δημόσια επιχείρηση, κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 περ. α' του Κεφαλαίου Α'του ν.3429/2005, ως ανήκουσα, κατά το ποσοστό του 99,7% των μετοχών της, σε ν.π.δ.δ και δη στο ν.π.δ.δ με την επωνυμία "... ...-...", με συνέπεια, λόγω της υπαγωγής του προσωπικού της, στις μισθολογικές ρυθμίσεις, διαδοχικά, των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4354/2015, για τους απασχολούμενους σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, να είναι νόμιμες οι γενόμενες εκ μέρους της επίδικες οριζόντιες μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-5-2016.

Ακολούθως, αφού έκρινε αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της από 17-2-2018 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, λόγω όμοιας κρίσης της υπ' αριθμ. 2085/2017 πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 περ.

α' του Κεφαλαίου Α' του ν.3429/2005, κατά την οποία έκρινε την αναιρεσίβλητη ως δημόσια επιχείρηση, και ως εκ τούτου καταλαμβανόμενη για τις αμοιβές του προσωπικού της, από τις μισθολογικές ρυθμίσεις και το ισχύον, κατά το επίδικο διάστημα, ενιαίο μισθολόγιο για τους απασχολούμενους των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (του ν.4354/2015), και δικαιούμενη να προβεί στις επίδικες οριζόντιες μειώσεις των αποδοχών των αναιρεσειόντων.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (Ν.Π.Ι.Δ.), κύριος των μετοχών της οποίας, που εκπροσωπούν το 99,7% του καταβεβλημένου μετοχικού της κεφαλαίου, ήταν και είναι και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "... ...", τεκμαιρομένης εκ τούτου της άσκησης αποφασιστικής επιρροής επ'αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, είναι δημόσια επιχείρηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 περ.

α' του ν. 3429/2005 (Κεφάλαιο Α'), και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα. Λόγω της ιδιότητάς αυτής, για το προσωπικό της αναιρεσίβλητης-υπαγόμενης στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α'του ν. 3429/2005 δημόσιας επιχείρησης-τυγχάνουν εφαρμογής από την 1-1-2010 και εντεύθεν οι μισθολογικές ρυθμίσεις, αρχικά των ν.3833/2020 και 3845/2010 και ακολούθως το ενιαίο μισθολόγιο, για τους απασχολούμενους σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τις αναφερόμενες, στη σκέψη που προηγήθηκε, διατάξεις που ίσχυσαν διαδοχικά (του άρθρου 1 παρ. 5 του ν.3833/2010, αρθ.

τρίτου παρ. 4 του ν.3845/2010, παρ. 31 παρ. 1 του ν.4024/2011 και παρ. 12 υποπαραγρ.Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 και αρθ. 7 παρ. 1 περ. ζ' του ν.4354/2015). Επομένως, οι, με βάση τις διατάξεις αυτές και το ανωτέρω, ισχύον κατά τον επίδικο χρόνο, μισθολόγιο, γενόμενες από την αναιρεσίβλητη επίδικες οριζόντιες μειώσεις των αποδοχών των αναιρεσειόντων υπαλλήλων της, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι σύννομες.

Συνακόλουθα, η επίσης επικαλούμενη, από τους αναιρεσείοντες στα πλαίσια του κρινόμενου λόγου αναίρεσης, διάταξη του εδ. α' του άρθρου 19 του ν.3429/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.3899/2010, ουδεμία επιρροή εν προκειμένω. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδ. α' του άρθρου 19 του ν.3429/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.3899/2010, κατά το μέρος που με αυτό ορίστηκε ότι στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' υπάγονται (και) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, επιχειρώντας να θεμελιώσουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια στην έλλειψη των προϋποθέσεων εφαρμογής του ανωτέρω σκέλους της διάταξης αυτής και δη στην έλλειψη της ένταξης της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας στο καταρτιζόμενο από την ΕΛ.ΣΤΑΤ Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, και της χρηματοδότησής της από το Δημόσιο, από το ν.π.δ.δ ...

ή από άλλο κρατικό φορέα με επιβάρυνση του Κρατικού Προϋπολογισμού. Όπως όμως προαναφέρθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α του άνω νόμου, ως δημόσια επιχείρηση όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα, και όχι ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση.

Επομένως, οι ανωτέρω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείπουσες προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διατάξεως, για την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου της Γενικής Κυβέρνησης, αφορούν σε διάταξη που δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω, και επομένως αλυσιτελώς προβάλλονται και δεν αποτελούν αντικείμενο ελέγχου στα πλαίσια του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου.

Και οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα λόγω έλλειψης α) του απαιτούμενου, από τη διάταξη του άρθρου 51 του ν.1892/1990, οργανικού και λειτουργικού κριτηρίου για το δημόσιο χαρακτήρα της με επιδίωξη δημόσιου σκοπού, όντας ιδιωτική κλινική παρέχουσα υπηρεσίες νοσηλείας σε ασφαλισμένους διαφόρων ασφαλιστικών ταμείων β) της καθολικής εποπτείας της, κατά το άρθρο 17 του π.δ. 247/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 5 του ν.3198/2011, από τον Υπουργό Υγείας, και γ) της χρηματοδότησής της για την ίδρυση και τη λειτουργία της από το ...

ή άλλο κρατικό φορέα με αντίστοιχη επιβάρυνση του Κρατικού Προϋπολογισμού, επίσης αλυσιτελώς προβάλλονται. Και τούτο καθόσον-πέραν του ότι α) οι δημόσιες επιχειρήσεις, όπως η αναιρεσίβλητη, περιλαμβάνονται στον Δημόσιο Τομέα, σύμφωνα με το άρθρο 1Β αρ.1 του κυρωθέντος με το ν. 2362/1995 Δημοσίου Λογιστικού, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 3429/2005 στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις ανεξαρτήτως εάν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα-τα ανωτέρω επικαλούμενα ως ελλείποντα στοιχεία δεν αποτελούν κριτήρια για να προσδώσουν στην αναιρεσίβλητη την ιδιότητα της δημόσιας επιχείρησης κατά την προαναφερόμενη, εφαρμοστέα, προς τούτο διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 περ.

α' του Κεφαλαίου Α'του ν. 3429/2005. Επομένως, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 του Κεφαλαίου Α' παρ. 1 και 2 περ. α' του ν. 3429/2005, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία είναι δημόσια επιχείρηση, υπαγόμενη για τις αποδοχές του προσωπικού της, όπως οι αναιρεσείοντες, στις προαναφερόμενες μισθολογικές ρυθμίσεις, και ως εκ τούτου δικαιούμενη να προβεί στις επίδικες οριζόντιες μειώσεις των αποδοχών τους, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συνεπώς ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με αντιφατικές αιτιολογίες, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, είναι απαράδεκτος. Και τούτο διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, την οποία επικύρωσε μετά από απόρριψη της έφεσης κατ' ουσία και δεν προχώρησε στην ουσιαστική της έρευνα.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον τέταρτο (4ο) και την εικοστή πρώτη (21η) των αναιρεσειόντων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2022 και με αριθ. καταθ. 4657/511/14-6-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4009/12-6-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ