Supreme Court partially allowed appeal against civil service expense claim dismissal, ruling statute of limitations inapplicable to periodic payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed an appeal against a district court's dismissal of a civil service employee's claim for periodic travel expenses. The court found the lower court erred in applying the statute of limitations to a recurring payment scheme defined by a collective agreement. Consequently, the appeal was allowed for three plaintiffs regarding specific years, while dismissed for the remaining four, with costs allocated accordingly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 250(17), 251, 253 of the Civil Code; The statute of limitations does not apply to periodic payments with predetermined content where performance is automatic upon the passage of time without the need for additional conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 566 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 566/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Ε. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 7) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., από τους οποίους οι δεύτερος, τέταρτος και έβδομη παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δημαράκη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκε η 1212/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 3-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρώτου και δευτέρου λόγων της αίτησης και την παραδοχή του τρίτου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές όσες δεν έχουν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους εντός της οριζόμενης προθεσμίας πέντε ετών, που μπορεί να παρατείνεται με νόμο.
Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μεταξύ άλλων και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 3/1999, Ολ.
Α.Π. 8/2000). Συμβάσεις στις οποίες δεν συντρέχουν σωρευτικώς τα εκτεθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι ιδιωτικές και οι εξ αυτών διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (Α.Π. 1140/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19-7-2011 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι είναι εργαζόμενοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ο.Τ.Ε.
Α.Ε., δικαιούμενοι τα προβλεπόμενα από την από 16-5-1995 Ε.Σ.Σ.Ε. έξοδα κίνησης και παράστασης και ότι η εναγομένη κατά τη μηνιαία εκκαθάριση των ποσών που αυτοί δικαιούνταν για την ανωτέρω αιτία, δεν τους κατέβαλε ολόκληρα τα ποσά που όριζε η πιο πάνω Ε.Σ.Σ.Ε. αλλά απομειωμένα κατά τα ποσά που αντιστοιχούν στο φόρο εισοδήματος και στις κρατήσεις υπέρ του κλάδου υγείας του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε., ενώ τα έξοδα κίνησης και παράστασης αποτελούν αποζημίωση που δεν υπόκειται στις ανωτέρω κρατήσεις και όχι αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας που υπόκειται σ' αυτές.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα παρακρατηθέντα ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή αφορούσε διαφορά ιδιωτικού δικαίου αφού συμβαλλόμενος στις αναφερόμενες σ' αυτήν συμβάσεις δεν ήταν το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ούτε οι συμβάσεις αυτές εξυπηρετούσαν κατά τρόπο άμεσο ένα δημόσιο σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος ούτε αυτές διέπονταν κατά την εκτέλεσή τους από ιδιαίτερο ή εξαιρετικό καθεστώς προνομίων και υποχρεώσεων που αντιστοιχούν ή προσιδιάζουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.
Επομένως η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ο από το άρθρο 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά μεν το άρθρο 4 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 2238/1994 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος: "Εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του...", κατά δε το άρθρο 45 του ιδίου κώδικα "Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και γενικά από κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους... 2... 3.... 4.
Δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο α) η αποζημίωση που παρέχεται σε υπαλλήλους επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών για δαπάνες υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, εφόσον αποδεικνύεται η καταβολή τους από τα σχετικά παραστατικά στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.
Προκειμένου για αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, που παρέχονται με διάταξη νόμου κατ' αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, εξαιρείται της φορολογίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) εκτός εάν ο δικαιούχος αποδεικνύει δαπάνες μεγαλύτερου ποσού με βάση στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων...".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε φόρο εισοδήματος υπόκειται κάθε εν γένει παροχή σε χρήμα ή σε είδος εφόσον δίνεται σε αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όχι δε και εκείνη που δίνεται για την κάλυψη δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο μισθωτός προς το συμφέρον του εργοδότη για την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε ή για την καλύτερη διεξαγωγή της, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός.
Εξάλλου με τις διατάξεις της από 16-5-1995 ΕΣΣΕ μεταξύ Ο.Τ.Ε. και ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ και επομένως έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2224/1994 και άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 2257/1994, καταργήθηκε από της ισχύος αυτής, την 1-6-1995, το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή σύμφωνα με αποφάσεις του Δ.Σ.
του Ο.Τ.Ε. και τον όρο 25 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, και ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία αυτή (1-6-1995) στους προϊσταμένους των αναφερομένων λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται κατά βαθμό και θέση, στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Τα έξοδα αυτά, κατά τους όρους της εν λόγω ΕΣΣΕ, "2...
είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο Ο.Τ.Ε. επιφυλάσσει σ' αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησής τους. 3. Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. 4. Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε.
στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησής τους κ.λπ. 5. Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του...". Εξάλλου με το άρθρο 24 παρ. 1 περ. α, β του Κανονισμού Περίθαλψης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Ο.Τ.Ε., ο οποίος κυρώθηκε με το β.δ. 244/1966 (ΦΕΚ Α 66), όπως η περ.
β αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του π.δ. 206/1990 (ΦΕΚ Α 80), ορίζεται ότι στους πόρους και προσόδους του κλάδου ασθενείας του Ο.Τ.Ε. περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και: "α. Η ασφαλιστική εισφορά του εργοδότου εξ 7,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των ησφαλισμένων. β. Η ασφαλιστική εισφορά των ασφαλισμένων ανέρχεται από 1.6.1990 σε ποσοστό δύο στα εκατό (2%) επί των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου και από 1.1.1991 σε ένα και εβδομήντα πέντε στα εκατό (1,75%)".
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Ως αποδοχαί εφ' ων υπολογίζονται αι κατά την ανωτέρω παράγραφον υπό στοιχ. α, β και δ ασφαλιστικαί εισφοραί νοούνται πάσαι αι παγίως και περιοδικώς ή εκτάκτως γενόμεναι υπό του εργοδότου προς τον εργαζόμενον χρηματικαί παροχαί. Εν τη εννοία των αποδοχών περιλαμβάνονται πλην της καθ' εαυτήν αντιμισθίας και τα συμπαρομαρτούντα επιδόματα οικογενειακών βαρών, βαθμού, θέσεως, ειδικότητος, πολυετίας κλπ.
Εις τας τακτικάς αποδοχάς περιλαμβάνονται αι χρηματικαί παροχαί Χριστουγέννων και Πάσχα. Επίσης και ειδικώς προκειμένου περί του υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών δια τον Κλάδον Ασθενείας εν τη εννοία των αποδοχών περιλαμβάνονται και αι αμοιβαί λόγω υπερωριακής απασχολήσεως και υπεραποδόσεως ως και πάσα πρόσθετος αμοιβή δι' απασχόλησιν κατά τας Κυριακάς και εξαιρεσίμους και διά νυκτερινήν εργασίαν".
Τέλος σχετικά με την είσπραξη πόρων του κλάδου ασθενείας, στο άρθρο 25 παρ. 1 περ. α του ίδιου κανονισμού ορίζεται ότι: "Η ασφαλιστική εισφορά των εργαζομένων δι' εαυτούς και τα τυχόν ασφαλιζόμενα μέλη της οικογενείας, παρακρατείται υπό του εργοδότου κατά την πληρωμήν εις αυτούς, των αποδοχών ή παντός άλλου ποσού εφ' ου υπολογίζεται κατά τας διατάξεις του άρθρου 24 ασφαλιστική εισφορά διά τον Κλάδον Ασθενείας, ομού δε μετά της βαρυνούσης τον εργοδότην εισφοράς κατατίθεται εις ίδιον παρά Τραπέζη λογαριασμόν του Κλάδου Ασθενείας μέχρι της εικοστής του επομένου της γενομένης πληρωμής μηνός σημφώνως προς τας διατάξεις του α.ν. 1611/1950 ως ούτος τροποποιηθείς ισχύει σήμερον".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι τα καταβαλλόμενα από 1-6-1995 και εφεξής στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε. έξοδα κίνησης και παράστασης δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ' αυτούς ανεξαρτήτως της άσκησης των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους και δεν υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές κρατήσεις υπέρ κλάδου ασθενείας του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.
αλλ' αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του Ο.Τ.Ε., συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει δι' αυτής ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του Ο.Τ.Ε. και τα έξοδα κίνησης και παράστασης αυτού ως εκπροσώπου του Ο.Τ.Ε.
στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους (Ολ. Α.Π. 11/2007, 12/2007, Α.Π. 1140/2013). Τα πιο πάνω δεν αναιρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α και παρ. α.ν. 1846/1951 που αφορά των υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών των ασφαλισμένων του Ι.Κ.Α. ούτε από εκείνες των άρθρων 15 παρ. 1, 4 εδ. α και 18 παρ. 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων που κυρώθηκε με το π.δ. 186/1992, με τις οποίες ορίζονται τα εξής: "Ο επιτηδευματίας που τηρεί βιβλία οποιασδήποτε κατηγορίας και τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Κώδικα αυτού για κάθε δαπάνη που αφορά την άσκηση της επιχείρησης του ή την εκτέλεση του σκοπού τους, αντίστοιχα, για την οποία ο δικαιούχος δεν υποχρεούται στην έκδοση στοιχείου του Κώδικα αυτού, εκδίδει διπλότυπη απόδειξη δαπάνης" (άρθρο 15 παρ. 1), "Όταν καταβάλλονται μισθοί, ημερομίσθια ή άλλες παροχές σε μισθωτούς δύναται, αντί της έκδοσης απόδειξης δαπάνης, να συντάσσεται κατάσταση στην οποία υπογράφουν οι δικαιούχοι για τα ποσά που λαμβάνουν" (άρθρο 15 παρ. 4 εδ.
α) και "Κάθε εγγραφή στα βιβλία, που αφορά συναλλαγή ή άλλη πράξη του υποχρέου, πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού ή σε δημόσια έγγραφα ή σε άλλα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία" (άρθρο 18 παρ. 2). Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις...
αντίστοιχα ο καθένας. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους στην εναγομένη και λόγω της άριστης γνώσης των τεχνικών τηλεπικοινωνιακών θεμάτων αλλά και θεμάτων μάνατζμεντ, τοποθετήθηκαν ως προϊστάμενοι και ειδικότερα την τελευταία πενταετία υπηρέτησαν: α) ο πρώτος ως υποδιευθυντής στην υποδιεύθυνση Ανάπτυξης Συστημάτων Ποιότητας, β) ο δεύτερος ως διευθυντής της διεύθυνσης Κοινόχρηστης Τηλεφωνίας, γ) ο τρίτος ως προϊστάμενος Χρηματοοικονομικού Τμήματος στο Τηλεπικοινωνιακό Διαμέρισμα ..., δ) ο τέταρτος ως προϊστάμενος του Τεχνικού Τμήματος ..., ε) η πέμπτη ως προϊσταμένη του Χρηματοοικονομικού Τμήματος ..., στ) ο έκτος ως προϊστάμενος στο Τεχνικό Τμήμα ..., ζ) η έβδομη ως προϊσταμένη στο Τεχνικό Τμήμα ..., λαμβάνοντας καθένας εξ αυτών την προβλεπόμενη βάσει της από 16-5-1995 Ε.Σ.Σ.Ε.
αποζημίωση εξόδων κίνησης και παράστασης για τους προϊσταμένους τμήματος και υποδιεύθυνσης που αναφέρονται στην αγωγή... Συγκεκριμένα καθένας εξ αυτών έλαβε τα παρακάτω ποσά: Α) ο πρώτος α) για το έτος 2002 το ποσό των 12.354,43 ευρώ και β) για το έτος 2003 το ποσό των 13.480,46 ευρώ, Β) ο δεύτερος για το έτος 2002 το ποσό των 18.137,92 ευρώ, Γ) ο τρίτος α) για το έτος 2002 το ποσό των 5.044,10 ευρώ, β) για το έτος 2003 το ποσό των 5.297,37 ευρώ, γ) για το έτος 2004 το ποσό των 5.790,98 ευρώ, δ) για το έτος 2005 το ποσό των 5.064,59 και ε) για το έτος 2006 το ποσό των 231,79 ευρώ, Δ) ο τέταρτος α) για το έτος 2005 το ποσό των 677,54 ευρώ, β) για το έτος 2006 το ποσό των 8.788,80 ευρώ και γ) για το έτος 2007 το ποσό των 9.179,86 ευρώ, Ε) η πέμπτη α) για το έτος 2010 το ποσό των 1.290,15 ευρώ, Ζ) ο έκτος για το έτος 2006 το ποσό των 1.669,50 ευρώ, β) για το έτος 2007 το ποσό των 6.106,35 ευρώ και γ) για το έτος 2008 το ποσό των 6.146,29 ευρώ, Η) η έβδομη α) για το 2006 το ποσό των 9.030,05 ευρώ και β) για το έτος 2008 το ποσό των 9.345,37 ευρώ.
Τα ποσά όμως αυτά δεν αποδόθηκαν αυτούσια στους ενάγοντες αλλά απομειωμένα κατά τα ποσά που αντιστοιχούν στο φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές κρατήσεις υπέρ κλάδου ασθενείας του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε... ήτοι: 1) κατά 3.710,04 ευρώ και 4.048,18 ευρώ για κάθε έτος αντίστοιχα για τον πρώτο των εναγόντων και συνολικά για τα έτη 2002 και 2003 κατά το ποσό των 7.758,22 ευρώ, 2) κατά 5.446,82 ευρώ για το δεύτερο των εναγόντων για το έτος 2002, 3) κατά 1.514,73 ευρώ, 1.590,79 ευρώ, 1.739,02 ευρώ, 1.520,88 ευρώ και 69,60 ευρώ για το κάθε έτος αντίστοιχα για τον τρίτο των εναγόντων και συνολικά για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006, 4) κατά 698,06 ευρώ, 2.639,27 ευρώ και 2.756,70 ευρώ για κάθε έτος αντίστοιχα για τον τέταρτο των εναγόντων και συνολικά για τα έτη 2005, 2006 και 2007 κατά το ποσό 6.094,03 ευρώ, 5) κατά 387,43 ευρώ για το έτος 2010 για την πέμπτη των εναγόντων, 6) κατά 501,34 ευρώ, 1.833,73 ευρώ και 1.845,72 ευρώ για κάθε έτος αντίστοιχα για τον έκτο των εναγόντων και συνολικά για τα έτη 2006, 2007 και 2008 κατά το ποσό των 4.180,79 ευρώ και 7) κατά 2.711,72 ευρώ και 2.806,40 ευρώ για κάθε έτος αντίστοιχα για την έβδομη των εναγόντων και συνολικά για τα έτη 2006 και 2008 το ποσό των 5.558,12 ευρώ.
Τα παραπάνω ποσά αντισυμβατικά παρακράτησε η εναγομένη κατά την πληρωμή και δεν απέδωσε στους ενάγοντες, παρά την εκπεφρασμένη και αδιαμφισβήτητη βούληση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών να δίδονται τα ποσά αυτά για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησης και να συνδέονται άρρηκτα με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων.
Ο ισχυρισμός δε της εναγομένης ότι ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένη προς τούτο είναι απορριπτέος, καθόσον η υποχρέωση αυτή υφίσταται μόνο για τις παροχές που δίδονται σε αντάλλαγμα εργασίας και όχι για παροχές που προορίζονται για ανάλωση κατά την ενάσκηση καθηκόντων και εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά των 7.758,22 ευρώ στον πρώτο, 5.446,82 ευρώ στο δεύτερο, 6.435,02 ευρώ στον τρίτο, 6.094,03 ευρώ στον τέταρτο, 387,43 ευρώ στην πέμπτη, 4.180,79 ευρώ στον έκτο και 5.518,12 ευρώ στην έβδομη, νομιμοτόκως κατά τα οριζόμενα σ' αυτήν.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1, 4 εδ. α και 18 παρ. 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992), 45 παρ. 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που κυρώθηκε με το ν. 2238/1994, 25 παρ. 2 εδ. α και παρ. 4 α.ν. 1846/1951 και 24 παρ. 2 του Κανονισμού Περίθαλψης Τ.Α.Π.
Ο.Τ.Ε. που κυρώθηκε με το β.δ. 244/1966, αφού κατά τα προεκτεθέντα τα καταβαλλόμενα από 1-6-1995 και εφεξής στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε. έξοδα κίνησης και παράστασης δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ' αυτούς ανεξαρτήτως της άσκησης των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους και δεν υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές κρατήσεις υπέρ κλάδου ασθενείας του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.
Επομένως ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά μεν το άρθρο 250 αριθ. 17 Α.Κ. "Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά", κατά δε το άρθρο 251 του ίδιου κώδικα "Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".
Τέλος κατά το άρθρο 253 Α.Κ. " Η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα". Κατά την έννοια της πρώτης από τις πιο πάνω διατάξεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενη παροχή, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή, είναι εκείνη η οποία έχει εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και επαναλαμβάνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, χωρίς να τελεί ως προς τη γέννηση και την ύπαρξή της υπό κάποια αίρεση.
Παρέχεται δε με μόνη την πάροδο του χρόνου που έχει τεθεί από το νόμο ή από δικαιοπραξία, χωρίς να είναι αναγκαίο το περιεχόμενο των εκάστοτε παροχών να είναι ακριβώς όμοιο, αρκεί μόνο να πρόκειται για παροχές σαφώς προκαθορισμένες που στηρίζονται σε ενιαία σχέση και είναι ενωμένες σε ενιαία νομική και οικονομική οντότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, σε σχέση με την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση της εναγομένης περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των δύο πρώτων εναγόντων και μέρους των επίδικων αξιώσεων του τρίτου (και ειδικότερα των ετών 2002 και 2003 για τον πρώτο, του έτους 2003 για το δεύτερο και των ετών 2002, 2003 και 2004 για τον τρίτο), τα εξής: "Περαιτέρω η προβαλλόμενη από την εναγομένη ένσταση παραγραφής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι η επίδικη παροχή δεν είναι περιοδική, καθόσον η καταβολή της εξαρτάται από το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός της πραγματικής άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου και όχι από μόνη την πάροδο του χρόνου...
και συνεπώς η αντίστοιχη αξίωση που ερείδεται σε ΕΣΣΕ υπάγεται στη συνήθη παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ. και όχι σε εκείνη του άρθρου 250 αριθ. 17". Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 17, 251 και 253 ΑΚ και των όρων της από 16-5-1995 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
Τούτο διότι, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, η επίδικη παροχή εξόδων κίνησης και παράστασης προϊσταμένων αποτελεί περιοδικά καταβαλλόμενη παροχή κατά την έννοια του άρθρου 250 αριθ. 17 Α.Κ., αφού έχει σαφώς προκαθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβάνεται κάθε μήνα, δηλαδή σε ορισμένα χρονικά διαστήματα και παρέχεται με μόνη την πάροδο του χρόνου που έχει τεθεί από τους όρους της από 16-5-1995 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, χωρίς η καταβολή της να τελεί υπό την αίρεση προσκόμισης παραστατικών δαπανών ή κάποια άλλη αίρεση.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος όσον αφορά τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους, κατά των οποίων μόνο είχε στραφεί η ένσταση παραγραφής και ήδη στρέφεται ο λόγος αυτός.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της ως προς τους τέταρτο, πέμπτη, έκτο και έβδομη αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των ετών 2002 και 2003 για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, του έτους 2002 για το δεύτερο αναιρεσίβλητο και των ετών 2002, 2003 και 2004 για τον τρίτο αναιρεσίβλητο, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, να συμψηφισθούν δε κατά τα λοιπά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αυτών εξαιτίας της κατά ένα μέρος νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 1212/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου ως προς τους τέταρτο, πέμπτη, έκτο και έβδομη αναιρεσιβλήτους Ε. Σ., Ε. Θ., Γ. Κ. και Α. Α..
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τέταρτου, πέμπτης, έκτου και έβδομης αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους Κ. Φ., Ι. Α. και Α. Χ..
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ