Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding partial failure to adjudicate land ownership claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to annul the Court of Appeal's decision on grounds of inadmissibility. The appellant argued the lower court failed to rule on a specific 7,827 square meter portion of his land claim, leaving that request unadjudicated. The court found this argument baseless because the disputed area was already legally established as part of the defendant's property, meaning the remaining claim fell outside the scope of the current litigation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 967 and 1 of Law 2344/1940; Article 559(9) of the Code of Civil Procedure: An appeal for inadmissibility based on a lower court leaving a request unadjudicated is rejected if the disputed subject matter was already determined to belong to the opposing party, rendering the remaining claim outside the case's scope.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 566 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 566/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ι. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 700/1998 μη οριστική, 744/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 690/2004 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 255/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 38/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 22-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. -Κατά το άρθρο 967 ΑΚ, μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων".
Από τον ορισμό αυτό προκύπτει, ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες. Μόνος, όμως, ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα της γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος που δεν βρέχεται όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα.
Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών, ενόψει ακριβώς των οποίων και θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 του ίδιου α.ν. 2344/1940 διαλαμβάνονται, κατά τα οποία τμήματα ιδιωτικών τμημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκουν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας.
Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Εξάλλου, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940, αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου:
ν. 93 βασ. Ββ' , ν.96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10.7.1837). Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.
Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (βλ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο παλαιός αιγιαλός, έστω και αν απώλεσε το χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (Ολ.ΑΠ 24/2000).
Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και άλλοι τρίτοι μη διάδικοι ήταν συγκύριοι ενός αγροτικού κτήματος 200.000 περίπου στρεμμάτων που κείται στη θέση "Στρίτζιος" ή "Σκλήθρα" της κτηματικής περιφέρειας Παλαιοπύργου νομού Λάρισας, το οποίο οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους είχαν αγοράσει διαδοχικά από τους κληρονόμους του Μεγάλου Βεζύρη Ρεσίτ Πασά.
Σ' αυτόν είχε παραχωρηθεί η κυριότητα κατά την Τουρκοκρατία με διάταγμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όλοι, λοιπόν, οι συγκύριοι του κτήματος αυτού προήλθαν το 1963 σε άτυπη διανομή ενός μέρους αυτού εκτάσεως 1.961 στρεμμάτων που είχε μείνει αδιανέμητο, διότι το υπόλοιπο κτήμα είχε διανεμηθεί με το υπ' αριθμ. .../1931 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λάρισας Πανταζή Μουλούλη.
Με βάση, λοιπόν, την άτυπη διανομή του 1963 έλαχε στον ενάγοντα διαιρετό τμήμα, το οποίο απεικονίζεται στο υπ' αριθμ. 1 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Δημητρίου Γραβάνη, τοπογράφου-μηχανικού, με τα στοιχεία: Α-Β-Γ-Δ. Σύμφωνα με τον ενάγοντα έχει έκταση 75.757 τ.μ., αλλά η ορθή έκτασή του, κατά την ακριβή μέτρηση του πραγματογνώμονα, είναι 77.277 τ.μ.
Συνορεύει βόρεια με τεμάχιο που έλαχε στους κληρονόμους της Μ. Τ., νότια με τεμάχιο που έλαχε στους κληρονόμους Χ. Κ., δυτικά με αγροτική οδό και πέραν αυτής με δημόσια έκταση και ανατολικά με παραλία, πέραν της οποίας εκτείνεται ο αιγιαλός, όπως καθορίστηκαν το 1989 με την υπ' αριθ. 799/1989 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας που δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ (588/τ.Δ/25.9.1989).
Πρόκειται για τον αιγιαλό της παραθαλάσσιας περιοχής "Σκλήθρα" ή "Στρίζος" Παλαιοπύργου νομού Λάρισας, πέραν της οποίας εκτείνεται το Αιγαίον Πέλαγος (Θερμαϊκός κόλπος). Όλα τα διαιρετά τμήματα, που προέκυψαν από την ανωτέρω άτυπη διανομή, είναι επιμήκη με μεγάλο βάθος και μικρή πρόσοψη έτσι ώστε να καταστεί εφικτό να αποκτήσουν όλα πρόσοψη και πρόσβαση στην παραλία, στοιχείο άλλωστε μεγεθυντικό της αξίας τους.
Το επίδικο τμήμα έχει σχήμα τραπεζίου και απεικονίζεται στο υπ' αριθ. 4 τοπογραφικό διάγραμμα του προαναφερόμενου πραγματογνώμονα με τα στοιχεία: Β-Γ-Ε-Ζ. Σύμφωνα με τη βάσιμη μέτρηση του πραγματογνώμονα έχει έκταση 8.173 τ.μ. και όχι 16.000 τ.μ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Αυτού ακριβώς του τμήματος (μόνο) την κυριότητα αμφισβητεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα για παλαιό αιγιαλό (μέρος του υπ' αριθ.
ΒΚ 1114 δημοσίου κτήματος συνολικής εκτάσεως 1.229 στρεμμάτων που βρίσκεται μεταξύ των εκβολών Πηνειού ποταμού και του Στομίου). Το υπόλοιπο μέρος του κτήματος του ενάγοντος, του οποίου αυτός κατέστη στη συνέχεια κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ανήκει αναμφισβήτητα στην κυριότητά του και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Πράγματι, το επίδικο, καθώς και όλες οι ανατολικές απολήξεις των λοιπών διαιρετών τμημάτων, που έλαχαν με τη διανομή του 1963 στους άλλους συγκυρίους, σήμερα αποτελεί μέρος του παλαιού αιγιαλού της παραθαλάσσιας αυτής περιοχής. Χαρακτηρίστηκε δε ως παλαιός αιγιαλός με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 799/1989 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας.
Η κατάληψη του (παλαιού αυτού) αιγιαλού έγινε από τον ενάγοντα το 1963, όταν μετά την άτυπη διανομή παρέλαβε στην κατοχή του το διαιρετό τμήμα που του έλαχε. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τους άλλους κοινωνούς για τα δικά τους τεμάχια. Η εξήγηση του γεγονότος αυτού είναι η ακόλουθη: Το 1963, όταν συντελέστηκε η διανομή, οι συγκύριοι κοινωνοί δεν έλαβαν ως ανατολικό όριο του διανεμηθέντος κτήματος την υφιστάμενη τότε οριογραμμή της παραλίας, όπως αυτή αποτυπώνεται σε επίσημα υπηρεσιακά τοπογραφικά διαγράμματα τόσο του 1920, όσο και του 1932.
Μέχρι την οριογραμμή αυτή εκτείνονταν το διανεμητέο. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το συνταχθέν τότε (χωρίς ημερομηνία και υπογραφή) τοπογραφικό διάγραμμα που ο ενάγων προσκομίζει και επικαλείται, έθεσαν μόνοι τους ως όριο αυθαίρετα μία άλλη "οριογραμμή" που απείχε (το 1963) από το όριο της θάλασσας (ακτογραμμή) κατά 100 μέτρα περίπου.
Η "οριογραμμή" αυτή, αναφορικά με το τμήμα του ενάγοντος, απεικονίζεται στο υπ' αριθ. 4 τοπογραφικό διάγραμμα του προαναφερόμενου πραγματογνώμονα με τα στοιχεία: Β-Γ, μήκους 109.86 μέτρων. Με τον τρόπο αυτό οι κοινωνοί επεξέτειναν το διανεμητέο σε βάρος της παραλίας και του αιγιαλού, όπως είχαν τότε. Η ορθή όμως οριογραμμή της παραλίας, που αποτελούσε το ανατολικό όριο του διανεμητέου, ήταν (ήδη από το 1920) κατά πολύ δυτικότερα.
Απεικονίζεται δε στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία: Ε-Ζ, μήκους 114,57 μέτρων. Για το ακριβές ανατολικό όριο του ανωτέρω κοινού κτήματος, που είχε απομείνει στους συνιδιοκτήτες, ζητήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών του Ελληνικού Δημοσίου η γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, το οποίο με την απόλυτα αιτιολογημένη υπ' αριθ. 41/1994 γνωμοδότησή του το τοποθέτησε (το ανατολικό όριο) στο ανωτέρω σημείο, δηλαδή στην οριογραμμή της παραλίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα επίσημα υπηρεσιακά διαγράμματα των ετών 1920 και 1932.
Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με την από 27.12.1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ειδικότερα: Ο αρχικός τίτλος κυριότητας του ενάγοντα και των δικαιοπαρόχων του, δηλαδή ο υπ' αριθ. 814/1990 αυτοκρατορικός οθωμανικός τίτλος, σύμφωνα με αντίγραφό του που εκδόθηκε το 1886 από το Υπουργείο Οικονομικών της Τουρκίας, δεν έχει σαφή περιγραφή των ορίων του τσιφλικιού.
Σαφείς περιγραφές υπάρχουν στα μετέπειτα συμβόλαια των ετών 1904-1906, οπότε γίνεται μεταβίβαση του τσιφλικιού σε Έλληνες. Ομοίως και στα επόμενα. Στα συμβόλαια, λοιπόν, αυτά αναφέρεται ως ανατολικό όριο η θάλασσα. Ωστόσο, πραγματικά στοιχεία για τα ακριβή όρια της θάλασσας για τα έτη 1880-1920 δεν υπάρχουν. Πάντως τα όρια της ακτογραμμής, που αναφέρονται στα συμβόλαια των ετών 1904-1906, είναι τα ίδια με εκείνα που σημειώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1920 και επαναλαμβάνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1932.
Άρα κατά τα έτη 1904-1906 η ακτογραμμή ήταν στο ίδιο σημείο με το 1920. Συγκρίνοντας τώρα τα τοπογραφικά διαγράμματα της περιοχής του έτους 1920 και του 1988 εξάγεται το συμπέρασμα ότι υπήρξε εδαφολογική μεταβολή, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η ανάγκη να καθοριστεί νέος αιγιαλός και παραλία. Συγκεκριμένα, εξ αιτίας μεγάλων προσχώσεων και φερτών υλικών, που διοχέτευσε σταδιακά ο Πηνειός ποταμός προς τη θάλασσα, και της σταδιακής υποχώρησης αυτής σε ορισμένα σημεία κατά 350 μέτρα, προέκυψαν νέα εδάφη μεταξύ της ακτογραμμής του 1920 και του 1988.
Αυτά τα εδάφη αντιστοιχούν στο νέο αιγιαλό και παραλία, καθώς και σε μέρος από την επίδικη έκταση. Γι' αυτό άλλωστε η τελευταία συνιστά παλαιό αιγιαλό, με τη έννοια ότι ήταν αιγιαλός, οπωσδήποτε κατά τα έτη 1920 και 1932. Έτσι εξηγείται και το αμμώδες έδαφός της. Και ήταν αιγιαλός κατά την έννοια του νόμου, όχι διότι καθορίστηκε ως τέτοια (παλαιός αιγιαλός) από την προαναφερόμενη διοικητική επιτροπή (Νομάρχη Λάρισας), που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, αφού μία τέτοια απόφαση από μόνη της δεν είναι ικανή να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, αλλά διότι πράγματι αποδείχθηκε ότι το επίδικο τα έτη 1903-1904, αλλά και τα έτη 1920 και 1932, συνιστούσαν τμήμα της γης, μέχρι το οποίο έφθαναν τότε συνήθως τα μεγαλύτερα κύματα του Αιγαίου Πελάγους, ιδίως κατά τη χειμερινή περίοδο, χωρίς ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη οι έκτακτες πλημμύρες και παλιρροιακές καταστάσεις.
Συγκεκριμένα, από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων εκτιμάται ότι κατά τα ανωτέρω έτη οι συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων από το όριο της θάλασσας έφθαναν δυτικά σε βάθος 50 έως 70 μέτρων κατά μέσο όρο. Το έσχατο σημείο της αναβάσεως των κυμάτων συνήθως ήταν ακριβώς το σημείο, το οποίο απεικονίζεται στα επίσημα σχεδιαγράμματα των ετών 1920 και 1932 ως γραμμή "παραλίας", όρος βέβαια που δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με την τυπική έννοια της παραλίας του άρθρου 5 παρ. 1 του ΑΝ 2344/1940, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 5 του Ν.1337/1983.
Επομένως, έστω και αν σήμερα, λόγω των προαναφερόμενων εδαφολογικών μεταβολών, το επίδικο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αιγιαλός, ήταν τέτοιος ήδη από τα έτη 1903-1904 και εξακολουθούσε να είναι κατά τα έτη 1920 και 1932. Ο αιγιαλός αυτός (παλαιός σήμερα) ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940, αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου:
ν. 93 βασ. Ββ' , ν.96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10.7.1837). Σύμφωνα δε και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, έστω και αν σήμερα απώλεσε το χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου λ.χ.
χρησικτησία. Λόγω δε της ιδιότητάς του αυτής το επίδικο από το 1915 και στο εξής εξαιρείται από τη χρησικτησία... Και ναι μεν ο ενάγων, αφότου παρέλαβε στην κατοχή του το διαιρετό τμήμα που του έλαχε (και το επίδικο), φύτευσε σ' αυτό ελαιόδεντρα και λεύκες και το 1983 κατασκεύασε μία ξύλινη οικία. Ωστόσο, οι διακατοχικές αυτές πράξεις του ενάγοντος δεν είναι ικανές, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, να οδηγήσουν σε κτήση κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού αυτό ως δημόσιο κτήμα εξαιρείται της χρησικτησίας (άρθρο 1054 ΑΚ), κατά τη βάσιμη περί αυτού ένσταση του εναγομένου.
Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι κατά τα μέχρι το 1915 έτη ασκούσε κάποιος από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος πράξεις νομής στο επίδικο, πράγμα που ούτε ο ενάγων δεν επικαλείται. Ο χαρακτήρας του επιδίκου ως αιγιαλός κατά το παρελθόν θεμελιώνεται στη συνδυαστική εκτίμηση των αποδείξεων που προέκυψαν: α) από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, οι οποίοι βεβαίωσαν για το μέγιστο σημείο της αναβάσεως των κυμάτων, β)από το αποδεικτικό υλικό και το πόρισμα της υπ' αριθ. 41/1994 γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, γ) από τα αψευδή τεκμήρια που συνάγονται από τα συνταχθέντα τα έτη 1920 και 1932 (δηλαδή σε εντελώς ανύποπτο χρόνο) επίσημα τοπογραφικά διαγράμματα της περιοχής, δ) τις πραγματικές παραδοχές που καταχωρίστηκαν στην από 27.3.1989 έκθεση της επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας στην ένδικη περιοχή, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 799/1989 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας που δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ (588/τ.Δ/25.9.1989) και καθορίστηκε η επίδικη έκταση ως παλαιός αιγιαλός και τέλος ε) από το πόρισμα του πραγματογνώμονα που ορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο τμήμα εκτάσεως 8.173 τ.μ.
περιλαμβάνεται μεν μέσα στα όρια του διαιρετού τμήματος 77.277 τ.μ., που έλαχε στον ενάγοντα με την άτυπη διανομή του 1963, πλην όμως "ως ευρισκόμενο ανατολικότερα της οριογραμμής της παραλίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα επίσημα τοπογραφικά διαγράμματα του έτους 1920, αποτελεί τμήμα παλαιού αιγιαλού, ο οποίος έλαβε τη σημερινή του μορφή λόγω των προσχώσεων του Πηνειού ποταμού".
Το δικαστήριο αποδέχεται όλες τις πραγματικές αιτιολογίες του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης, πλην αυτής που αναφέρεται στη σελίδα 4 και στην παράγραφο 5 "συμπεράσματα", σύμφωνα με την οποία η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 41/1994 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων αναγνωρίζει δήθεν ότι "η συστάδα των δένδρων στο ανατολικό τμήμα της εκτάσεως δημιουργήθηκε τουλάχιστον πριν από 100 έως 120 έτη και αποκλείει την ύπαρξη θάλασσας -στη θέση αυτή- κατά τη χρονολογία που προσδιορίζει η ηλικία των δένδρων (100 περίπου χρόνια)". "Επομένως", καταλήγει ο πραγματογνώμονας, "ο διοικητικός καθορισμός του παλαιού αιγιαλού που έγινε με την υπ' αριθμ. 799/1989 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας ...
ακυρώνεται διότι εμφανώς βρίσκεται σε ασυμφωνία με τα υπάρχοντα διαγράμματα και στοιχεία". Το (μερικότερο) αυτό συμπέρασμα του πραγματογνώμονα, το οποίο ωστόσο δεν τον εμποδίζει να καταλήξει στο ως άνω τελικό πόρισμά του ότι η επίδικη έκταση είναι παλαιός αιγιαλός, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση:
Η συστάδα των αναφερόμενων δένδρων, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 41/1994 γνωμοδότηση, δεν βρίσκεται στο ανατολικό μέρος της επίδικης έκτασης, αλλά στο βόρειο μέρος του όλου αρχικά ενιαίου κτήματος -τσιφλικιού ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος έπρεπε ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της ένστασης του εναγομένου-αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο ακίνητο είναι αιγιαλός.
Ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την εν λόγω αγωγή. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού του επιδίκου ακινήτου ως αιγιαλού, αφού, αφενός μεν, από αυτές σαφώς προκύπτει, ότι έγινε διοικητικός προσδιορισμός του ως παλαιού αιγιαλού από την αρμόδια Επιτροπή καθορισμού ορίων που αναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση, αφετέρου δε παρατίθενται όλα τα αναγκαία περιστατικά που προέκυψαν από τις μνημονευόμενες αποδείξεις για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως αιγιαλού κατά το απώτερο παρελθόν, ήτοι κατά τα έτη 1903-1904, εξακολουθούσε δε να είναι και κατά τα έτη 1920 και 1932 και, συνεπώς θεωρουμένου προστατευόμενου κτήματος του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. -Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη συμμόρφωσης του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής με την 255/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη 690/2004 απόφαση του ίδιου Εφετείου, για το λόγο ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα. Ο ερευνώμενος όμως αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συμμορφώθηκε πλήρως με την αναιρετική απόφαση.
ΙΙΙ. -Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά της απόφασης πάνω σε κάθε είδους "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, με επίκληση του αριθμού 9 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρόλο που δέχεται ότι με την ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε αυτός ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 16.000 τμ, ζήτησε δε την αναγνώριση της κυριότητάς του στο τελευταίο, στη συνέχεια, στο μεν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δέχεται, ότι το επίδικο έχει έκταση 8.173 τμ και όχι 16.000 τμ και ότι η υπόλοιπη έκταση των 7.827 τμ ανήκει στην κυριότητά του, στο διατακτικό όμως δεν κάνει δεκτή, ούτε και απορρίπτει την αγωγή του για το τμήμα αυτό (7.827 τμ), αφήνοντας έτσι αδίκαστη αίτηση ως προς αυτό.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος ακινήτου συνολικής έκτασης 75.756 τμ, που κείται στη θέση "Στρίντζιος" ή "Σκλήθρα" της περιφέρειας Παλαιοπύργου Λάρισας και ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητά του σε τμήμα αυτού έκτασης 16.000 τμ, το οποίο προσδιορίζεται λεπτομερώς με την αγωγή κατά θέση και όρια, ζήτησε ν' αναγνωριστεί η κυριότητά του στο πιο πάνω τμήμα ακινήτου (επίδικο).
Το Εφετείο όμως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι το επίδικο τμήμα ακινήτου έχει σχήμα τραπεζίου και έκταση 8.173 τμ και όχι 16.000 τμ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων και ότι αυτού (μόνο) ακριβώς του τμήματος ακινήτου, το οποίο αντιστοιχεί προς το τμήμα ακινήτου που περιγράφεται κατά θέση και όρια στην αγωγή, αμφισβητεί την κυριότητα το εναγόμενο Δημόσιο.
Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, με την παραδοχή του αυτή, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος ως προς το τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 7.827 τμ, δηλαδή του απολειπομένου των 16.000 τ.μ. αφού το τελευταίο, μη αμφισβητούμενο από το αναιρεσίβλητο, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Εξάλλου η περιλαμβανόμενη στο δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις με βάση τα προεκτεθέντα σε σχέση με την έκταση του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2009 αίτηση του Δ. Σ. για αναίρεση της 38/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ