Supreme Court annuls lower court ruling for misapplying labor law regarding fixed-term contract renewals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding eight forestry workers' employment contracts. The lower court had incorrectly ruled that successive fixed-term contracts constituted a single indefinite-term contract, violating specific statutory provisions. The Court found the lower court failed to apply the correct substantive laws governing contract duration and dismissed the appeal's procedural objection to the absence of the defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(3) of Law 2112/1920; Articles 103(2), 7, 8 of the Constitution; Article 5 of Presidential Decree 164/2004: Successive fixed-term employment contracts renewing to cover permanent needs constitute a single indefinite-term contract only if justified by objective reasons, otherwise they violate the statutory duration limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 566 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 566/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιος Αθηναίος, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη, και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Θεόδωρο Στριλάκο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων:1) Γ. Μ., 2) Μ. Μ., κατοίκων ..., 3) Σ. Θ., κατοίκου ..., 4) Ζ. Δ., κατοίκου ..., 5) Ι. Λ., 6) Π. Μ., 7) Κ. Τ. και 8) Π. Τ., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Θεόδωρο Κουβέλη μόνο ως προς την υποβολή του αιτήματος αναβολής κατά την συζήτηση δε της υποθέσεως δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιο δικηγόρος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως διότι θα συζητηθεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η επίλυση της ένδικης διαφοράς.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Κατόπιν τούτου ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι αποχωρεί από την συζήτηση της υποθέσεως και το δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση αυτής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-04-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 20/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 361/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-06-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως παραπάνω σημειώνεται. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 8-02-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις προσκομιζόμενες 4171/12-3-2010,4168/26-2-2010, 4165/23-2-2010, 5314/12-2-2010, 4166/23-2-2010, 4163/23-2-2010, 4164/22-2-2010 και 4162/22-2-2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητριών του Πρωτοδικείου, Δράμας ... (ως προς τις επτά, πλην της τέταρτης) και ... (ως προς την τέταρτη), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους αντίστοιχα.
Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το δικαστήριο, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 212/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 669 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτήρας της συμβάσεως ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη και ερμηνεύει το περιεχόμενο της όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΑΠ Ολ. 18/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/ 1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας, ούτε η σύμβαση του προσληφθέντος υποχρεωτικά κατά νόμο μισθωτού για ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση έργου που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997 [στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 (όπως συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως)], επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.
Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρη.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου των ΟΤΑ λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Με την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, που ισχύει από 18-4-2001 και με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκαν στο άρθρο 103 η παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, καθώς και η παράγραφος 8, κατά την οποία, "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντ. επιβλήθηκαν στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 2190/1994, και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάσειστης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του Συντ.
τόσο τα πρόσωπα που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση των οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντ.
Δηλαδή η απαγόρευση μονιμοποιήσεως του κατά τα άνω προσλαμβανόμενου προσωπικού ή μετατροπής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούντο στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επίσης δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, στις ανωτέρω συμβάσεις υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 2112/ 1920. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.
προκύπτει ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Για το λόγο αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος.
Το κράτος - μέλος, που είναι ο αποδέκτης της Οδηγίας , έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής, δηλαδή χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής.
Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την Οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΑΠ Ολ. 23/1998).
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6- 1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη - μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως αυτής έως τις 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζομένους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε.
ή την πρακτική του κάθε Κράτους - μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μεγίστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Από τις παραπάνω διατάξεις της συμφωνίας πλαισίου συνάγεται, κατ' αρχάς, ότι οι ρυθμίσεις της, εφόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση, αναφέρονται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, κατά τη νομοθεσία ενός εκάστου κράτους - μέλους και ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν τίθενται κανόνες παράγωγου κοινοτικού δικαίου άμεσης εφαρμογής αλλά παρέχεται στα κράτη - μέλη η ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρόβλεψη πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη.
Κατά την παρ. 2 της πιο πάνω Οδηγίας παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο αυτής μέχρι την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης μέχρι την 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Τελικά δε, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία εκδόθηκε το Π.Δ. 81/2003, για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και το Π.Δ. 164/-2004 που αφορά αποκλειστικά τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και στα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, τα οποία ισχύουν από της δημοσιεύσεως τους στην ΕτΚ (2-4-2003 και 19-7-2004).
Κατά το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 "απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης.
Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ.
η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Στο άρθρο 11 του ίδιου Π.Δ. περιλήφθησαν μεταβατικές ρυθμίσεις για την τύχη των διαδοχικών συμβάσεων που είχαν συναφθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας (10-7-2002) μέχρι την προσαρμογή αυτή και ήταν ενεργές μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ., ορίσθηκε δε ότι οι συμβάσεις αυτές συνιστούν εφεξής συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :
συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ως άνω διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
Στις διατάξεις δε αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004.
Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της κατά τα προεκτεθέντα προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/ 70/ ΕΚ του Συμβουλίου , η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής και μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (Α.Π.
Ολ. 20/2007 ). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τα έτη 1987, 1989, 1991, 1993 και 1995, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και έκτοτε απασχολήθηκαν μέχρι 31-1-2004, ο πότε έπαψαν να γίνονται δεκτές οι προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους.
Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων απασχολήθηκε από το έτος 1995 έως το έτος 2003, με οκτώ (8) διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, στο Δασαρχείο Δράμας, ο δεύτερος από το έτος 1993 έως το έτος 2003, με τρεις διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Δράμας και δέκα πέντε (15) διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Κ.
Νευροκοπίου Ν. Δράμας, η τρίτη από το έτος 1995 έως το έτος 2003 με δύο διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Σταυρούπολης Ξάνθης και επτά(7) στο Δασαρχείο Δράμας, η τέταρτη από το έτος 1995 έως το έτος 2003 με τέσσερις (4) διαδοχικές συμβάσεις στη Δ/νση Δασών Ν. Πιερίας και τρεις (3) διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Δράμας, η πέμπτη από το έτος 1987 έως το έτος 2004, με δέκα τρεις (13) διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Δράμας και τρεις (3) διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Κ.
Νευροκοπίου, η έκτη από το έτος 1989 έως το έτος 2004, με δέκα πέντε (15) διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Δράμας, ο έβδομος από το έτος 1993 έως το έτος 2004, με δώδεκα (12) διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Δράμας και η όγδοη από το έτος 1991 έως το έτος 2004 με δώδεκα (12) διαδοχικές συμβάσεις στο Δασαρχείο Δράμας. Δέχθηκε, περαιτέρω το Εφετείο, ότι οι συμβάσεις των εναγόντων ήταν τυπικά μεν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, πλην όμως οι συμβάσεις αυτές ανανεώνονταν συνεχώς κάθε χρόνο, ακόμη και μετά την ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της 1999/70/ ΕΚ Κοινοτικής Οδηγίας.
Οι ανανεώσεις αυτές δεν δικαιολογούνταν έκτοτε από λόγους αντικειμενικούς, εφόσον οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Υπηρεσίας, αφού η Δ/νση Δασών Ν.Δράμας της Περιφέρειας Ανατ. Μακεδονίας - Θράκης χρειάζονταν σε σταθερή βάση τις υπηρεσίες τους κάθε χρονιά για την ομαλή λειτουργία των Δασαρχείων της περιοχής ευθύνης της.
Οι ενάγοντες, οι τέσσερις πρώτοι δασολόγοι και οι λοιποί δασοπόνοι, απασχολούνταν σε εργασίες της ειδικότητας τους, καλύπτοντας κενές οργανικές θέσεις και απασχολούμενοι με πλήρες ωράριο εργασίας. Οι συνεχείς ανανεώσεις των παραπάνω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από το εναγόμενο, οι οποίες εξακολουθούν κατά την 2-4-2003, οπότε ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Π.Δ. 81/2003 η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε.
της 28-6-1999, δεν δικαιολογούνται έκτοτε από λόγους αντικειμενικούς, εφόσον οι ενάγοντες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Υπηρεσίας τους, έγιναν δε καταχρηστικά, για να καταστρατηγηθεί σε βάρος τους από το Ελληνικό Δημόσιο η προστασία τους. Δέχθηκε, στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι είναι άκυρος ο όρος των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειας τους, και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας τους με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για καθένα των εναγόντων, η οποία δεν λήγει την 31-1-2004 αλλά συνεχίζει να υφίσταται και μετά την ημερομηνία αυτή, εφαρμοζόμενης εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες των αναίρεσειβλήτων στο μέλλον.
Με την παραπάνω κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, τις οποίες δεν έπρεπε να εφαρμόσει και των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994 και 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αλλά ήταν εφαρμοστέες.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 και της ΥΑ 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 361/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ