Legislator Case Law & Legislation
566/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on state liability for property restitution failure.

Case Number 566/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding state liability for property restitution. The State argued the claim was time-barred, but the Court held the limitation period began only when the impossibility of restitution was legally established. Consequently, the lower court's finding that the claim was not time-barred was upheld as legally sound and free from contradiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1097, 1098 of the Civil Code; Article 1099 of the Civil Code; Article 91, 93 of Law 321/1969; Article 298, 914, 937 of the Civil Code; Article 105 of the Enforcement Code; Article 559(19) of the Civil Procedure Code: The limitation period for claims against the State for damages due to inability to return property begins from the date the impossibility of restitution is legally established, not from the date of taking possession.

Keywords

AI generated
state liability property restitution limitation period impossibility of return Civil Code provisions appeal dismissal public administration

Cited Legislation

AI generated
Article 1097 of the Civil Code
Article 1098 of the Civil Code
Article 1099 of the Civil Code
Article 91 of Law 321/1969
Article 93 of Law 321/1969
Article 298 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 937 of the Civil Code
Article 105 of the Enforcement Code
Article 559(19) of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 566 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 566/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ..

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χριστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3750/1999 προδικαστική, 6227/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4198/2005 οριστική, 949/2006 (διορθωτικής της πρώτης) οριστική, του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-4-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 9-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως των 4198/2005 οριστικής και 949/2005 διορθωτικής αυτής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζόμενη 93208/19523/10-10-2006 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 του Ν.2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 28 παρ.3 του Ν.2579/1998 και 42 του Ν.2721/1999, προκύπτει ότι το αρμόδιο τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αποφάνθηκε αιτιολογημένα, μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό και βάσιμο των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης.

Επομένως μόνο ως προς τους λόγους αυτούς εισάγεται η υπόθεση προς συζήτηση. Ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ως προς τον οποίο η ανωτέρω γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είναι αρνητική, η υπόθεση δεν εισάγεται προς συζήτηση. Επειδή, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 του ίδιου Κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο, κατά το άρθρο 1098 εδ.

α ΑΚ., αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει, από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοσης της αγωγής, και κατά το άρθρο 1099 του ίδιου Κώδικα, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, κατά δε το άρθρο 91 του ν.δ. 321 της 17/18-10-1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος, και μόνο αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097, 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος) , καθώς και ότι η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος αρχίζει από τότε που γεννιέται η αξίωση αυτή, δηλαδή από τότε που βεβαιώνεται από την απόφαση ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4198/2005 απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικώς με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν κυρίως την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους και την απόδοση σ' αυτούς του αναφερόμενου στην απόφαση ακινήτου (οικοπέδου) τους και, επικουρικώς, σε περίπτωση αδυναμίας απόδοσης τούτου, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτούς αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού:

Σε εφαρμογή της εγκεκριμένης, με το από 21-12-1957 διάταγμα (ΦΕΚ Α 4/1958) τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, σε συνδυασμό και με την 254/1972 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Αθηνών, η οποία συμπληρώθηκε, διορθώθηκε και κυρώθηκε με την Ε 2557/1972 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο, υπέρ του Δήμου Αθηναίων και με δαπάνες αυτού, λόγω ρυμοτομίας, και συγκεκριμένα για τη διαπλάτυνση της οδού ....(ήδη .....) , το επίδικο τμήμα οικοπέδου, συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, εμβαδού 1270, 20τ.μ., που περιγράφεται στην απόφαση.

Κατά τα έτη 1981-1982 τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, που ενεργούσαν στα πλαίσια της εξουσίας που τους είχε ανατεθεί, προς διάνοιξη της οδού ..., στο τμήμα της από την οδό ... μέχρι την οδό ..., στο οποίο εμπίπτει και η επίδικη έκταση, κατέλαβαν παράνομα και αυθαίρετα και την επίδικη έκταση και την μετέτρεψαν σε τμήμα της οδού ......, το οποίο έθεσαν σε κυκλοφορία το έτος 1983, αποβάλλοντας έτσι του ενάγοντες και αποκλείοντες υπαίτια την απόδοσή της σ' αυτούς κατά το ποσοστό συγκυριότητας που τους αναλογεί(9/10 εξ αδιαιρέτου κατ' ισομοιρία) , αν και γνώριζαν ότι δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση αυτής, με την καταβολή ή την παρακατάθεση της οφειλόμενης αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση, όπως κρίθηκε με την 8983/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Αθηναίων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού έκρινε, ότι η συγκυριότητα των εναγόντων, κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, επί του επίδικου ακινήτου δεν απωλέσθηκε, αφού δεν συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση, πλην η απόδοσή του σ' αυτούς δεν είναι δυνατή, διότι τούτο διαμορφώθηκε σε κοινόχρηστη οδό, η οποία δόθηκε στην κυκλοφορία από το έτος 1983 και έγιναν σ' αυτό έργα υποδομής, όπως αποχετευτικά δίκτυα ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ, ΔΕΗ, έκανε δεκτή την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από τους ήδη αναιρεσιβλήτους το ποσό της αξίας του επίδικου ακινήτου, όπως αυτό προσδιορίσθηκε με την πληττόμενη οριστική απόφαση και διορθώθηκε με την συμπροσβαλλόμενη 949/2006 απόφαση, αφού απέρριψε ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, περί πενταετούς παραγραφής της αξίωσης αυτής, με την αιτιολογία, ότι ή ένδικη αξίωση δεν στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή στην αδικοπραξία, πέραν του ότι επί αναγνωριστικής αγωγής δεν υπάρχει θέμα παραγραφής.

Το αναιρεσείον, με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο, πρώτο μέρος και τρίτο, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, που απέρριψε την ανωτέρω ένστασή του περί πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης, παρόλο ότι δέχθηκε ότι υπήρξε παρανομία των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου στην αυθαίρετη κατάληψη του επίδικου ακινήτου και στην μετατροπή του σε κοινόχρηστη οδό κατά τα έτη 1981-1983, χωρίς νόμιμη αιτία, αφού η απαλλοτρίωση τούτου είχε ανακληθεί και το ακίνητο κατέστη κοινόχρηστη οδός από τον ανωτέρω χρόνο, γεγονότα που γνώριζαν από τότε οι ενάγοντες, εσφαλμένα εφάρμοσε, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298, 914, 937παρ.1 εδ.α, 1099ΑΚ, 105ΕισΝΑΚ, 91, 93 του ν.δ. 321/1969, με τις οποίες ορίζεται πενταετής παραγραφή των αξιώσεων κατά το Δημοσίου που απορρέουν από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί.Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, η αξίωση αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, που στηρίζει την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, η οποία έγινε δεκτή, δεν παραγράφεται από την παρέλευση πενταετίας από την κατάληψη του ακινήτου, αλλά η παραγραφή αυτής αρχίζει, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, από τη βεβαίωση της απόφασης ή τη διαπίστωση κατά την εκτέλεση, ότι κατέστη αδύνατη η απόδοση του διεκδικούμενου ακινήτου, οπότε και γεννιέται η σχετική αξίωση, τέτοια δε αδυναμία απόδοσης του επίδικου ακινήτου βεβαιώθηκε με την προσβαλλόμενη 4198/24-5-2005 απόφαση, από τη δημοσίευση της οποίας δεν παρήλθε πενταετία.

Με το δεύτερο μέρος των ίδιων, δεύτερου και τρίτου, λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης της ως άνω ένστασης παραγραφής, Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες κρίθηκε ως ουσιαστικώς βάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητείτο η αναγνώριση της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος προς καταβολή αποζημίωσης στους συγκυρίους του επίδικου ακινήτου ενάγοντες, λόγω αδυναμίας απόδοσης τούτου σ' αυτούς, προκύπτει ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, διότι ".... ..

δεν στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή στην αδικοπραξία ...", διέλαβε συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, ότι δηλαδή συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097, 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και ότι η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος αρχίζει από τότε που γεννιέται η αξίωση αυτή, όπως ήδη εκτέθηκε, οι οποίες και στηρίζουν το σχετικό με την απόρριψη της ένστασης αυτής διατακτικό της πληττόμενης απόφασης.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμήθηκε, αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθ.14 της ως άνω διάταξης πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας ορθώς απέρριψε, με την ανωτέρω αιτιολογία, ως αλυσιτελή την ένσταση αυτή περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-4-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση των 4198/2005 οριστικής και της 949/2006 διορθωτικής αυτής, αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ