Legislator Case Law & Legislation
566/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on distortion of evidence and insufficient reasoning grounds.

Case Number 566/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by 'Agrodynamiki Epanomis AE' against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court distorted documentary evidence and failed to provide sufficient reasoning regarding interest start dates and payment authorization. The court ruled that the lower court properly evaluated the evidence and that the appeal's claims regarding insufficient reasoning were inadmissible as they challenged the substantive judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20), 559(12), 559(8), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged distortion of evidence is inadmissible if the court exercised its discretion in evaluating the evidence; an appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if it challenges the substantive judgment on a non-essential issue.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure distortion of evidence evaluation of evidence insufficient reasoning substantive judgment inadmissible appeal court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 437/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 566 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 566/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμημα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειουσών : 1)Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΑΝΟΜΗΣ Α.Ε.", προελθούσης από μετατροπή της εταιρείας με την επωνυμία "......Ο.Ε." και ως καθολικής διαδόχου αυτής, που εδρεύει στην .... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)....και 3)...., κατοίκων ....Θεσσαλονίκης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο.

Της αναιρεσίβλητης : Υπό εκκαθάριση τελούσης ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία ".....Ο.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές .... και ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Κονίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 14101/2000 προδικαστική, 2115/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1135/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24 Μαϊου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι, όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού.

Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που παραμόρφωσε (Α.Π 437/2005 ΕλλΔικ 46.1065). Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό, ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, κατά δε το άρθρο 440 του ίδιου κώδικα, τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 338 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη.

Από το συνδυασμό διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει, εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός εάν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση [του άρθρου 440] χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις πανηγυρικές αυτές διατυπώσεις.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας τη πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε αγωγή της αναιρεσίβλητης για καταβολή σ' αυτήν εργολαβικής αμοιβής, απορρίπτοντας συγχρόνως ένσταση εξοφλήσεως, των αναιρεσειουσών, η οποία κατ' αυτές προέκυπτε βάσιμα από την από 2-6-1996 σχετική βεβαίωση. Αναφορικά δε τόσον για το εκτελεσθέν έργο, όσο και για τη (δήθεν) εξόφληση από την επικαλούμενη εξοφλητική βεβαίωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι το "άνω έργο επιδοτείτο από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ενωση, μέσω Feoga, η δε κατασκευή και η πρόοδος των εργασιών του παρακολουθείτο από την αρμόδια Επιτροπή Παρακολούθησης του έργου η οποία είχε συσταθεί με την υπ' αριθ.6611/29-3-1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης.

Η πρώτη εναγομένη υπό την εταιρική μορφή που είχε τότε, προκειμένου να εισπράξει την επιδότηση, έπρεπε να προσκομίσει στην άνω Επιτροπή εξοφλημένα τα άνω τιμολόγια και λοιπά παραστατικά, στοιχεία που εκδόθηκαν από την ενάγουσα. Η εν λόγω δε επιτροπή βεβαίωσε την σταδιακή πρόοδο και εν τέλει αποπεράτωση του έργου, και την εξόφληση των δαπανών αμοιβής.

Η ενάγουσα προς διευκόλυνση της πρώτης εναγομένης προκειμένου η τελευταία, η οποία δεν διέθετε ρευστό, να εισπράξει την επιδότηση και εν συνεχεία να καταβάλει σ' αυτήν την αμοιβή της, εξέδωσε τρεις εξοφλητικές αποδείξεις [πλήρως εξοφλημένη αμοιβή], αν και είχε λάβει μόνο τα άνω εκτεθέντα ποσά, στην οπίσθια, όμως, όψη των αποδείξεων σημειώθηκε το πραγματικό ποσό καταβολής, σημείωση την οποία μονόγραψε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης.

Ο τελευταίος .... αρνείτο ότι υπέγραψε την σημείωση αυτή, γι' αυτό υπέβαλε μήνυση κατά των ....και ...., ...., ....και ....[νομίμων εκπροσώπων της εφεσίβλητης-ενάγουσας και μαρτύρων] για χρήση πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση, ψευδορκία μαρτύρων και ηθική αυτουργία σ' αυτήν. Κατά των άνω προσώπων ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις άνω αξιόποινες πράξεις, πλην, όμως, αυτοί απηλλάγησαν με την υπ' αριθμ. 2568/ 8-2-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης [βλ.

ακριβές απόσπασμα διατακτικού άνω αποφάσεως, το οποίο παραδεκτά επικαλείται και προσάγει η ενάγουσα εφεσίβλητη μέσα στην 3ήμερη προθεσμία της προσθήκης και αντίκρουσης, αφού τότε εξεδόθη η απόφαση, όπως και έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης]. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, λόγος εφέσεως, ότι η εξόφληση της αμοιβής αποδεικνύεται από δημόσιο έγγραφο, και συγκεκριμένα από την από 2-6-1994 βεβαίωση της άνω Επιτροπής, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε με το να μη λάβει τούτο το στοιχείο υπόψη του, πρέπει να απορριφθεί, διότι η άνω επιτροπή βεβαίωσε όσα όφειλε να διαπιστώσει, για τα οποία επιτρέπεται ανταπόδειξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη".

Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι δεν υπήρξε από πλευράς του δικάσαντος Εφετείου "παραμόρφωση" του περιεχομένου της ρηθείσας εξοφλητικής απόδειξης υπό τη προεκτεθείσα έννοια του όρου, της διαπράξεως δηλαδή διαγνωστικού λάθους και της αποδόσεως σ' αυτήν περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά είχε, αλλά το δικαστήριο προέβη σε εκτίμηση του περιεχομένου του και την αποδεικτική αξιολόγησή του.

Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με αιτίαση εκ του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζοντας τα αντίθετα, είναι αβάσιμός και πρέπει ν' απορριφθεί. Απορριπτέος, εν συνεχεία ως αβάσιμος, είναι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλόμενη μομφή από τον αρ. 12 του ιδίου άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και συγκεκριμένα των εγγράφων εξοφλητικών αποδείξεων, στις οποίες το δικάσαν Εφετείο απέδωκε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη της προαναφερθείσας από 2-6-1994 βεβαίωσης της Επιτροπής Παρακολούθησης του Έργου.

Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, δικάσαν Εφετείο εκτίμηση κατ΄ άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις εξοφλητικές αποδείξεις, στην οπίσθια όψη των οποίων σημειώθηκε ως ανωτέρω το πραγματικό ποσόν καταβολής, και την από 2.6.1994 βεβαίωση της Επιτροπής Παρακολούθησης του Έργου, κατά το μέρος της περί εξοφλήσεως των δαπανών αμοιβής, που όφειλε να διαπιστώσει και κατά του οποίου επιτρέπεται ανταπόδειξη, αποδίδοντας δε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στις εξοφλητικές αποδείξεις δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, με αιτίαση εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι "δεν προέκυψε η ύπαρξη συμφωνίας" για έναρξη των τόκων από τις "δήλες ημέρες καταβολής των μερικοτέρων ποσών", ισχυρισμό των οποίον δεν έλαβε υπόψη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καίτοι συνιστούσας το πέμπτο λόγο εφέσεως, είναι απορριπτέος, επίσης, ως απαράδεκτος, διότι βάλλει κατά της ουσιαστικής κρίσεως του Εφετείου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Τέλος, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, γιατί δεν εκτίθενται σ΄αυτό το πρόσωπο που συνομολόγησε την καταβολή του ποσού των 410.000 δρχ., ο χρόνος της συνομολόγησης και αν το πρόσωπο αυτό είχε προς τούτο εντολή της πρώτης από τις αναιρεσείουσες.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η καταβολή του εν λόγω ποσού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, ώστε η, ως άνω, περί αυτού ανεπάρκεια αιτιολογιών να ανάγεται σε ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης. Ενόψει όλων αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου (αναιρέσεως) για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟ ΥΣ

Απορρίπτει την από 24.5.2005 αίτηση των "Αγροδυναμική Επανομής α.ε." κ.λ.π. για αναίρεση της 1135/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία, καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ