Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning regarding contract existence and evidence consideration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the existence of specific contracts and ignored submitted evidence. The court found the lower court's reasoning adequate as it explicitly considered all submitted documents except one, and the appellant's claims regarding the boundary of the property were deemed unfounded based on the existing deed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal for cassation based on lack of reasoning or failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly addressed the arguments and documents, and the appellant's claims are unsupported by the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 566 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 566/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Πουλοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, κατοίκων όλων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μπελεσιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Μαρτίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5065/2001 μη οριστική και 619/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1136/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Ιουλίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/ 2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως δέχτηκε, ότι δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα επίμαχες, δύο άτυπες διαδοχικές συμβάσεις από μέρους της δικαιοπαρόχου της, με τους αναιρεσιβλήτους, η μεν πρώτη ως παρακλητική σχέση, κατά το προ του ΑΚ ισχύον δίκαιο, η δε δεύτερη, ως χρησιδάνειο, κατά το μετά τον Α.Κ.
ισχύον δίκαιο, οι οποίες και αποτέλεσαν τη βάση του αξιούμενου με την υπό κρίση αγωγή δικαιώματος. Η πρώτη σύμβαση, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, πότε η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων, η δε δεύτερη, που φέρεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας, του συζύγου της και των αναιρεσιβλήτων, στην ..., στις 4-12-1980 (ήτοι την επομένη του θανάτου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ζ, το γένος ...), διότι, τότε, (δηλαδή στις 4-12-1980) ζούσε και έμενε στο επίδικο και η μητέρα των αναιρεσιβλήτων, ..., η ύπαρξη της οποίας δεν αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, μολονότι απεβίωσε πολύ μεταγενέστερα, ήτοι στις 15-8-1991 και στο όνομα της οποίας χρεώνονταν το υδρόμετρο του επιδίκου κτίσματος, τοποθετηθέν στις 10-5-1974, η δε ηλεκτροδότηση αυτού υφίσταται από 1-12-1959, στο όνομα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Ψ2, .
Ότι, περαιτέρω, από το ...προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λεβαδείας Κωνσταντίνου Παπαχρήστου, αποδεικνύεται, ότι οι αδελφοί 1) Ψ3, 2) Τ 3) Λ (δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων), παραχώρησαν, για προίκα, στον πενθερό της αναιρεσείουσας (δεύτερο των εκεί συμβαλλομένων) ..., για την ερχόμενη σε γάμο με αυτόν πενθερά της, Λ, μεταξύ των άλλων και"μιαν αδιατίμητον ισόγειον οικίαν των, μετά του συνεχόμενου προς το ανατολικόν μέρος αυτής οικοπέδου, όσης εκτάσεως και αν είναι και της λοιπής αυλής και περιοχής της εν γένει, κειμένην εντός της πόλεως ..., του τέως Δήμου Λεβαδέων και εν τη συνοικία ..., συνορευομένην ανατολικώς με πλατείαν"άπλαν", δυτικώς με κληρονόμους ..., αρκτικώς με αχυρώνα Ψ3 και Τ και νοτίως με ...
που σημαίνει, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο αχυρώνας (επίδικο) ανήκε στο Τ (πατέρα των αναιρεσιβλήτων) και τον αδελφό του Ψ3 και ότι, επίσης, στο ίδιο συμβόλαιο, ορίστηκε εν τέλει, ότι"τα συμβαλλόμενα μέρη συνωμολόγησαν και παρεδέχθησαν, ότι την προς βορράν της ως προίκα παραχωρούμενης ανωτέρω οικίας, κειμένην αχυρώνα των προικοδοτών Ψ3 και Τ, δεν έχουσι το δικαίωμα ούτοι να υψώσουν περισσότερον του σημερινού αυτής ύψους, δύνανται όμως ελευθέρως να επιφέρωσι εις αυτήν πάσαν αναγκαίαν βελτίωσιν"(δηλαδή, κατά το εφετείο, και από την παράγραφο αυτή του προικοσυμφώνου, συνάγεται και πάλι, ότι ο αχυρώνας (επίδικο) ανήκε στους ως άνω προικοδότες αδελφούς Ψ3 και Τ και ότι ουδόλως αποδεικνύεται ότι, ως προς τον αχυρώνα αυτόν, είχε συναφθεί άτυπη σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και των αδελφών της, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζει ούτε η αναιρεσείουσα- ενάγουσα στο αγωγικό δικόγραφο, στο οποίο διατείνεται, ότι η δικαιοπάροχος της Ζ, κατά παράκληση παραχώρησε τη χρήση του αχυρώνα στους αναιρεσιβλήτους.
Δέχθηκε, επίσης, το εφετείο, ότι ο αχυρώνας των προικοδοτών δεν περιλαμβάνονταν στην παραχωρηθείσα προίκα προς την πιο πάνω δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας-ενάγουσας Ζ, αφού η εν λόγω οικία συνορεύει αρκτικώς (βορείως) προς τον αχυρώνα των προικοδοτών, ο δε περιοριστικός όρος ότι" δεν έχουσι (οι προικοδότες) το δικαίωμα ούτοι να υψώσουν περισσότερον του σημερινού αυτής ύψους, δύνανται όμως ελευθέρως να επιφέρωσι εις αυτήν πάσαν αναγκαίαν βελτίωση", τέθηκε, προφανώς, για να μη εμποδίζεται ο αερισμός και ηλιασμός της οικίας της προικοδοτηθείσης αδελφής τους.
Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και μετά από παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, αιτιολόγησε πλήρως στην απόφασή του, το γιατί, δηλαδή, δέχθηκε, ότι δεν είχε καταρτιστεί η επικαλούμενη για τη θεμελίωση της αγωγής σύμβαση χρησιδανείου. 'Οσα, επομένως, περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον τρίτο από το άρθρ. 559 αρίθ. 19 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι, δηλαδή, δεν αιτιολογείται, πως το κτίσμα του αχυρώνα απέκτησε ποσοστό συγκυριότητας επί του όλου οικοπέδου, χωρίς να καθορίζεται η εξ αδιαιρέτου αναλογία και να αναφέρεται η συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως ανεξάρτητων ιδιοκτησιών και μεταγραφής, είναι απορριπτέα, διότι στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού εν προκειμένω το δικαστήριο είχε να κρίνει, για το αν υπήρξαν ή όχι συμβάσεις χρησιδανείου και όχι επί διαφοράς στα πλαίσια του άρθρου 3741/1929 περί οριζόντιας ιδιοκτησίας και 1002, 1117 ΑΚ.
II. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, είναι απορριπτέος, στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και ο πρώτος από το άρθρ. 559 αρίθ. 1 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις πιο πάνω περί της οριζόντιας ιδιοκτησίας διατάξεις, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η νομική σχέση, στην οποία εδράζονται τα αγωγικά αιτήματα, και με την οποία μπορούσε να ασχοληθεί και ασχολήθηκε το εφετείο, ήταν οι συμβάσεις χρησιδανείου, οι οποίες κατά την απόφαση δεν αποδείχθηκαν και όχι σχέσεις της οριζόντιας ιδιοκτησίας.
III. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 11 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα (ΑΠ 643/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το εφετείο για να καταλήξει στην δικανική του κρίση και να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την πιο πάνω βάση, έλαβε υπόψη εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και περιέχονταν στα πρακτικά της δίκης, τα οποία επίσης προσκομίστηκαν, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, πλην του από Ιανουαρίου 1999 σχεδιαγράμματος κατόψεως του πολιτικού Μηχανικού ..., το οποίο δεν προσκομίστηκε.
Από τη διαβεβαίωση αυτή αλλά και από το γεγονός, ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο μπορεί να καταλειφθεί αμφιβολία για το ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, και το υπ'αρίθ.... πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Λεβαδείας Παναγιώτη Δρόσου, με το οποίο η ίδια η αναιρεσείουσα και ο μετέπειτα αποβιώσας σύζυγός της, αγόρασαν από την προικολήπτρια Ζ, την πεπαιλαιωμένη και χαμώγεια πλινθόκτιστη οικία με την αυλή, την περιοχή της, τα παραρτήματα και παρακολουθήματα και τον προς βορρά αχυρώνα μετά τους αναφερόμενους στο ...
προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Κ. Παπαχρήστου διαλαμβανόμενους όρους και διατάξεις. Από το τελευταίο αυτό προικοσυμβόλαιο εξήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση, το πρόσθετο επιχείρημα, για να δικαιολογήσει την ανυπαρξία συμβάσεως χρησιδανείου, ότι, δηλαδή, η αποθήκη αποτελούσε το προς βορρά όριο του οικοπέδου και ότι, εντεύθεν, παρέμεινε εκτός της προίκας.
Συνεπώς και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Ο ίδιος, δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρ. 559 αρίθ. 8, ότι, δηλαδή, δεν λήφθηκαν υπόψη προταθέντα από την αναιρεσείουσα"πράγματα"και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός της, ότι το επίδικο κτίσμα ευρίσκεται εντός των ορίων του ιδικού της οικοπέδου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι εξετάστηκε ο εν λόγω ισχυρισμός αλλά, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε ανελέγκτως από το εφετείο, ότι ο"αχυρώνας", δεν περιλαμβάνονταν στο προικοσυμβόλαιο του 1917. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.7.2004 αίτηση της Χ για αναίρεση, της 1136/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εφτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ