Supreme Court allows appeal in labor dispute, orders refund of voluntary payment plus interest and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the plaintiff's labor claim. The plaintiff, a dentist, had voluntarily paid the defendant insurance organization €30,982.48 following a prior judgment, which the Second Instance Court had rejected. The Court found the appeal admissible and the voluntary payment legally binding, ordering the defendant to refund the amount with interest and cover legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 147, 552, 553, 556, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a dismissal of a labor claim if the appellant proves a voluntary payment made pursuant to a prior judgment, ordering its restitution with interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 565 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 565/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Iανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ" (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Αρετή Βλαστού και Αγγελική Σκουτέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίες κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Χ. του Γ., κατοίκου …. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνίου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 587/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1707/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από … αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από … και με αριθμό κατάθ. … αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 1707/31.3.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από … (αριθμ. εκθ.
καταθ. …) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 587/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από … (αριθμ. εκθ. καταθ. …) αγωγή. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις … και κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις …, μη υπολογιζομένου του διαστήματος των δικαστικών διακοπών (από 1 έως 31 Αυγούστου 2023) (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης από … (αριθμ. εκθ. καταθ. …) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την εν λόγω αγωγή που άσκησε ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει οδοντίατρος και προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη (αναιρεσείον) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ" (Ε.Δ.Ο.Ε.ΑΠ.) στις …, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα για κάθε σύμβαση.
Ότι μέχρι τις …, οπότε και έληξε η τελευταία από τις αναφερόμενες σε αυτή (αγωγή) διαδοχικές συμβάσεις, αυτός (ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος) προσέφερε τις υπηρεσίες του στους ασφαλισμένους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως ελεγκτής οδοντίατρος, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, καθόσον στην πραγματικότητα συνδεόταν με αυτόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών τον υποχρέωνε να εκδίδει σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών.
Ότι συνεπώς ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) του οφείλει δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας για τα έτη …, …, …, … και …, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 31.594,25 ευρώ, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όχι στο ποσό των 30.435 ευρώ λόγω προφανούς αθροιστικού λάθους.
Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) να του καταβάλει, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, το ανωτέρω ποσό των 31.594,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 587/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλλει στο ενάγοντα το ποσό των 31.594,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σε αυτή διακρίσεις. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από … έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 1707/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσία.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου (ΑΠ 1034/2020, 849/2020), η οποία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του (ΑΠ 1034/2020, 953/2020).
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 1034/2020, 953/2020).
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020, 677/2017, 133/2014).
Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 57/2023, 522/2022, 573/2018, 1110/2017).
Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 57/2023, 522/2022, 1110/2017, 44/2017).
Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 8/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Το εναγόμενο - εκκαλούν [και ήδη αναιρεσείον] ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ" (Ε.Δ.O.Ε.Α.Π.) ιδρύθηκε με τον ΑΝ. 248/1967, διέπεται από τις διατάξεις των αλληλοβοηθητικών σωματείων και υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας.
Σκοπός του είναι: 1. Η χορήγηση εφάπαξ παροχής στα ασφαλιζόμενα πρόσωπα - μέλη του ή, σε περίπτωση θανάτου, στους δικαιοδόχους αυτών. 2. Η παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στα ασφαλιζόμενα πρόσωπα - μέλη του ή, σε περίπτωση θανάτου, στους δικαιοδόχους αυτών. 3. Η παροχή ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης στα δικαιούμενα της παροχής αυτής ασφαλιζόμενα πρόσωπα - μέλη και στα προστατευόμενα από αυτούς μέλη των οικογενειών τους.
Στο πλαίσιο αυτού του σκοπού ο εναγόμενος - εκκαλών δημοσίευσε πρόσκληση ενδιαφέροντος για συνεργασία με οδοντιάτρους, δυνάμει της οποίας ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Χ. Θ., διπλωματούχος οδοντίατρος, εγγεγραμμένος στον Οδοντιατρικό Σύλλογο … και κάτοχος σχετικής άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, [ήδη αναιρεσίβλητος] προσελήφθη από αυτόν (εναγόμενο - εκκαλούντα) στις …, προκειμένου να του προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ελεγκτής οδοντίατρος, με τόπο παροχής υπηρεσιών τα ιατρεία του εναγομένου - εκκαλούντος στην Αθήνα.
Η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων περιβλήθηκε τον τύπο της "συνεργασίας", ήτοι της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, με αντικείμενο την παροχή των επιστημονικών υπηρεσιών του ενάγοντος - εφεσιβλήτου έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής κατά πράξη, με κοστολόγηση των οδοντιατρικών εργασιών. Ο δε ενάγων - εφεσίβλητος εξέδιδε σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προκειμένου να του καταβάλλεται η αμοιβή του.
Εξάλλου, η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων ανανεωνόταν με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η καθεμιά από της οποίες έφερε ομοίως το χαρακτήρα της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συναπτόταν αμέσως μετά τη λήξη της προηγούμενης. Ειδικότερα, οι συμβάσεις αυτές είχαν διάρκεια από … έως …, από … έως …, από … έως …, από … έως …, από … έως … και από … έως ….
Εντέλει η τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου έληξε στις …, καθόσον ο εναγόμενος - εκκαλών και ο ενάγων - εφεσίβλητος συνήψαν την από … Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Αορίστου Χρόνου. Έκτοτε ο ενάγων - εφεσίβλητος προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο - εκκαλούντα με σχέση που και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έχουν ρητώς χαρακτηρίσει, αλλά και αποδεχθεί, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Εξάλλου το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι οι προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις, παρόλο που επιγράφονταν ως συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου ("Ιδιωτικό Συμφωνητικό Συνεργασίας Ορισμένου Χρόνου"), στην πραγματικότητα συνιστούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Αυτό επειδή ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) παρείχε τις υπηρεσίες του υπό τις εντολές και οδηγίες των οργάνων του εναγομένου (αναιρεσείοντος), που ασκούσαν εποπτεία και καθόριζαν τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας, υποχρεούμενος να συμμορφώνεται με τις εν λόγω εντολές και οδηγίες και να δέχεται τον έλεγχο τόσο για την τήρησή τους όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας του.
Επιπροσθέτως, ο ενάγων - εφεσίβλητος ήταν ενταγμένος στην οργανωτική δομή του εναγομένου - εκκαλούντος, υποκείμενος σε πρόγραμμα και ωράριο καθημερινής πενθήμερης απασχόλησης διάρκειας κατ' ελάχιστον επτά ωρών ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη των προαναφερόμενων συμβάσεων.
Η δε εργασία του ενάγοντος - εφεσιβλήτου δεν διέφερε σε τίποτα από αυτήν των λοιπών ιατρών του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και μάλιστα ελεγχόταν και αυτός, όπως και οι λοιποί ιατροί του τελευταίου, από τον Αρχίατρο της Οδοντιατρικής Υπηρεσίας σχετικά με την έγκριση και λήψη αδειών. Όλα δε τα παραπάνω προκύπτουν και από την ένορκη κατάθεση της εξετασθείσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Φ.
Π., Διευθύντριας του Οργανισμού από το έτος …, η οποία (κατάθεση) περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά. Ειδικότερα, η μάρτυρας αυτή κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του σε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, που ήταν καθορισμένο "κοινή συναινέσει με τον Οργανισμό", επειδή έπρεπε για κάποιες συγκεκριμένες ώρες να είναι στα ιατρεία του εναγομένου - εκκαλούντος για να ελέγξει τους ασφαλισμένους ή να δώσει έγκριση για πράξεις που πρόκειται να γίνουν.
Περαιτέρω, ούτε από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, ούτε από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα προκύπτουν στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων, συνιστώντας αντικειμενικό προς τούτο λόγο. Κατόπιν τούτου, τεκμαίρεται ότι με τις προαναφερόμενες συμβάσεις επιδιώχθηκε η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου - εκκαλούντος, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Π.Δ. 81/2003.
Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει σε αυτό το τεκμήριο, λαμβάνει υπόψη του ιδίως τα εξής περιστατικά, που εν προκειμένω συντρέχουν: α) Η μη συνδρομή αντικειμενικού λόγου για την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων, β) η συνολική διάρκεια των προαναφερόμενων διαδοχικών συμβάσεων υπερέβη κατά πολύ τα δύο έτη, γ) ο αριθμός των ανανεώσεων υπερέβη κατά πολύ τις τρεις και δ) η κάθε διαδοχική σύμβαση καταρτιζόταν την επόμενη ημέρα μετά τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης. (....).".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη με αριθμό 1707/2023 απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, αφού έκρινε ως μη νόμιμη την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό 587/2022, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επιδικάζοντας σε αυτόν το ποσό των 31.594,25 ευρώ και είχε απορριφθεί η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση.
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές η προσβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της συνδέουσας τα διάδικα μέρη σχέσης και της ύπαρξης ή όχι εξάρτησης και δέσμευσης του αναιρεσιβλήτου κατά την παροχή των υπηρεσιών του.
Και τούτο διότι α) δεν αναφέρει ποιο όργανο του αναιρεσείοντος παρείχε εξειδικευμένες οδηγίες στον αναιρεσίβλητο, ποιες ήταν αυτές και το περιεχόμενο του ελέγχου της συμμόρφωσης του αναιρεσιβλήτου προς αυτές, ποιο ήταν το περιεχόμενο της ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου προς τον Αρχίατρο του αναιρεσείοντος για τις ενέργειες στις οποίες προέβαινε, εάν δηλαδή επρόκειτο απλώς για πληροφορίες αναγκαίες ώστε να παρακολουθούνται οι υπηρεσίες που παρείχε το αναιρεσείον στους ασφαλισμένους του, σύμφωνα με το σκοπό και τον κανονισμό του ή έπρεπε ο αναιρεσίβλητος να λάβει έγκριση και καθοδήγηση πριν προβεί σε κάθε ιατρική πράξη, ώστε να συνάγεται από αυτό νομική εξάρτηση ως χαρακτηριστικό της ύπαρξης συμβάσεως εργασίας και ειδικότερα εάν επρόκειτο για έλεγχο που αφορούσε σε σχέση προϊσταμένου έναντι υφισταμένου ή εάν αποτελούσε απλώς μια εσωτερική διαδικασία που σχετιζόταν με τις δυνατότητες του αναιρεσείοντος για την περίθαλψη των μελών του εν όψει και της παραδοχής ότι αυτός ελεγχόταν από τον Αρχίατρο της Οδοντιατρικής Υπηρεσίας σχετικά με την έγκριση και λήψη αδειών καθώς και τον αναγκαίο έλεγχο που έπρεπε να διενεργεί ο αναιρεσίβλητος ως προς την αναγκαιότητα πραγματοποίησης οδοντιατρικών πράξεων, αλλά και την ολοκλήρωσή τους στο πλαίσιο των υπηρεσιών του ως ελεγκτή οδοντίατρου, β) δεν εξειδικεύει ομοίως ποιο ήταν το καθεστώς απασχόλησης των υπολοίπων ιατρών που συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, με τους οποίους εμμέσως τον συγκρίνει και πως εκτελείτο η εργασία τους, ώστε να διαπιστωθεί η ταυτότητα ή μη των συνθηκών υπό τις οποίες ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του και ειδικά στο πλαίσιο αυτό εάν ο αναιρεσίβλητος υπαγόταν στην πειθαρχική και λοιπή διαδικασία παροχής εξαρτημένης εργασίας που προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό του αναιρεσείοντος, εάν είχε δυνατότητα απασχόλησης και συνεργασίας με άλλα πρόσωπα, όπως και τη διατήρηση προσωπικού ιατρείου, γ) δεν διευκρινίζει εάν η έγκριση για τη λήψη άδειας αναψυχής είχε το χαρακτήρα υποβολής εγκριτικής αιτήσεως ή ήταν απλώς ενημερωτική με σκοπό τον προγραμματισμό των εργασιών του αναιρεσείοντος, ώστε να μη μένουν χωρίς ελεγκτικές υπηρεσίες οι ασφαλισμένοι του, δ) δεν αξιολογεί την επιστημονική ανεξαρτησία που απολάμβανε ο αναιρεσίβλητος και τη δυνατότητα ή μη της παράλληλης διατήρησης ιδιωτικού ιατρείου, ώστε να εκτιμηθεί και ο βαθμός οικονομικής εξάρτησής του από το αναιρεσείον, ε) δεν αιτιολογεί εάν η παροχή των ως άνω υπηρεσιών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο δικαιολογείτο από τη φύση της παροχής των υπηρεσιών, η προσέλευση του αναιρεσιβλήτου σε συγκεκριμένο τόπο και συγκεκριμένο χρόνο για την έγκριση ιατρικών πράξεων επί των ασφαλισμένων του αναιρεσείοντος ήταν συμβατή με τη γενικότερη οργάνωση των υπηρεσιών του προς τους ασφαλισμένους και δεν συνιστούσε, άνευ ετέρου, στοιχείο υποβολής αυτού στον εργοδοτικό έλεγχο και στ) δεν διευκρινίζει ποία ήταν τα επί μέρους καθήκοντα του αναιρεσίβλητου, ως ελεγκτή οδοντιάτρου και εάν αυτός παρείχε επί πλέον οδοντιατρικές υπηρεσίες σε ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος, ενόψει μάλιστα της παραδοχής της προβαλλόμενης απόφασης ότι η αμοιβή του είχε συμφωνηθεί κατά πράξη, με κοστολόγηση των οδοντιατρικών εργασιών.
Συνακόλουθα ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατ' άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 989/2019).
Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 22/2006, ΑΠ 1718/2022, 381/2019, 1406/2009, 143/2008, 648/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν την προτεραία της συζήτησης (…) υποβάλει αίτημα επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει σ' αυτό, το ποσό των τριάντα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (30.982,48), το οποίο κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης, που θα εκδοθεί επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά, είναι νόμιμη, και πρέπει να γίνει δεκτή κατά ουσία, καθ' όσον η ουσιαστική της βασιμότητα αποδεικνύεται από την από … εξοφλητική απόδειξη.
Συνεπώς, πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στο αναιρεσείον, κατά παραδοχή της αίτησής του, το ως άνω ποσό των 30.982,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής μέχρι την εξόφληση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 1707/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Δέχεται την αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στο αναιρεσείον το ποσό των τριάντα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (30.982,48), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης, προς αυτόν, της παρούσας απόφασης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ