Supreme Court dismisses appeals on damages calculation, upholding lower court's discretion on moral harm compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals against a final judgment regarding damages for moral harm. The appellant argued the appellate court erred in assessing the compensation amount, claiming it violated principles of proportionality and substantive law. The court rejected this, ruling that the awarded sum fell within the appellate court's discretionary margin and did not exceed typical awards for similar cases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 180, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate courts possess broad discretion in determining the quantum of moral damages, and such awards are valid unless they clearly exceed the limits of reasonableness or violate substantive law principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 565 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 565/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Α. Κ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόκτιστο Πιπερόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ("Ο.Σ.Ε. Α.Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Αναλυτή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ("Ο.Σ.Ε. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Αναλυτή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Α. Κ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόκτιστο Πιπερόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2017 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 593/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 10/12/2021 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 3/8/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 3.8.2020 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας "ΟΣΕ ΑΕ" κατά της Μ. Κ. και (β) από 10.12.2021 αίτησης αναίρεσης της Μ. Κ. κατά της εταιρείας ΟΣΕ ΑΕ, ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 593/2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΣΕ ΑΕ", δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας Μ.
Κ., εξαφάνισε τη με αριθμό 59/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και δέχθηκε εν μέρει την από 30.6.2017 αγωγή της Μ. Κ., ως βάσιμη και κατ'ουσίαν. Οι κρινόμενες αιτήσεις ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη με αριθμό 593/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης ασκήθηκε η από 6.3.2001 αγωγή της Μ.
Κ. (και του συζύγου της Αναστασίου Κουρκούτα, μη διαδίκου εν προκειμένω) εναντίον της ανώνυμης εταιρείας ΟΣΕ ΑΕ και του προστηθέντος αυτής, Χ. Δ., μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας (μη διαδίκου εν προκειμένω) με την οποία η παραπάνω ενάγουσα επικαλούμενη τροχαίο ατύχημα σε αφύλακτη, ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση στην επαρχιακή οδό ...
του νομού ..., από το οποίο προήλθε ο σοβαρότατος τραυματισμός της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον έκαστος να της καταβάλουν αποζημίωση για τις εκτιθέμενες αναλυτικά θετικές και αποθετικές της ζημίες, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης και την εφάπαξ περαιτέρω αποζημίωση για το λόγο ότι η αναπηρία της θα προκαλούσε στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στην επαγγελματική και οικονομική πρόοδό της (αρθ. 931 ΑΚ).
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 58/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, κατόπιν δε άσκησης κατ' αυτής εκατέρωθεν αντιθέτων εφέσεων, εκδόθηκε η με αριθμό 257/2005, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς τον οδηγό της αμαξοστοιχίας ως παθητικώς ανομιμοποίητη, απέρριψε ως αόριστο το κονδύλιο της αγωγής για αποζημίωση των διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας και αυτό της πρόσθετης αποζημίωσης από το άρθρο 931 του ΑΚ, έκρινε συνυπαίτιους στη πρόκληση του ατυχήματος τον οδηγό του οχήματος στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα κατά ποσοστό 60% και την ΟΣΕ ΑΚ κατά το λοιπό 40% και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση για τις θετικές της ζημίες και χρηματική ικανοποίηση ύψους 120.000 ευρώ.
Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την χρονικά δεύτερη, από 22.6.2005 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της αυτής ως άνω εναγομένης εταιρείας, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει αποζημίωση για την θετική ζημία της από την δαπάνη μίσθωσης ταξί για τις αναγκαίες μετακινήσεις της, για τα διαφυγόντα κέρδη από την απωλεσθείσα εργασία της ως ασφαλιστικής πράκτορα και υπαλλήλου γραφείου χρηματιστηριακής εταιρείας, καθώς και την πρόσθετη αποζημίωση από το άρθρο 931 του ΑΚ .
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 5470/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ως προς τα κονδύλια των διαφυγόντων εισοδημάτων. Επί της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, που συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών, αρχικά η με αριθμό 4404/2011 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, και ακολούθως, η με αριθμό 3148/2013 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι: 1) η ενάγουσα παρουσιάζει επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της (δυσχέρεια βάδισης, μειωμένη μυϊκή ισχύ άκρων, άλγος, μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα και χωλότητα) 2) καταθλιπτική διαταραχή λόγω μετατραυματικού στρες και 3) πλήρη ανικανότητα προς εργασία από τον τραυματισμό της στις 26.6.2000 και εφεξής και ποσοστό αναπηρίας 67%.
Περαιτέρω, αναφορικά με την επαγγελματική δραστηριότητα της ενάγουσας έγινε δεκτό ότι αυτή από το έτος 1998 εργαζόταν ως ασφαλιστικός πράκτορας ατομικώς και σε συνεργασία με άλλες εταιρείες, ότι από την απασχόλησή της αυτή είχε μέχρι το χρόνο του ατυχήματος μηνιαίο εισόδημα 845,91 ευρώ, ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει το εν λόγω ατύχημα, η ενάγουσα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από το χρόνο του ατυχήματος (6/2000) έως τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (22.11.2012) το συνολικό ποσό των 126.040,59 ευρώ, ότι η αποζημίωση για απώλεια των παραπάνω αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 23.11.2012 έως το έτος 2023 ασκήθηκε πρόωρα, ότι από το έτος 2000 και εντεύθεν η ενάγουσα διατηρούσε δίκτυο συνεργασίας με άλλους ασφαλιστές, δραστηριοποιούμενους στο νομό Ημαθίας, με τους οποίους είχε γραπτώς συμφωνήσει να λαμβάνει ως υπερπρομήθεια ποσοστό 6% επί εκάστου των ασφαλίστρων από συμβάσεις που αυτοί θα συνήπταν με τρίτους, και ότι από την αιτία αυτή αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα που την κατέστησε ανίκανη να εργαστεί, θα εισέπραττε για το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως 2005, το συνολικό χρηματικό ποσό των 67.500 ευρώ, ενώ το κονδύλι της υπερπρομήθειάς της για χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2023, οπότε αυτή θα συνταξιοδοτείτο απορρίφθηκε ως πρόωρο, και τέλος, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απασχολείτο παραλλήλως και ως μεσίτρια και ως υπάλληλος στη χρηματιστηριακή εταιρεία "Π.".
Περαιτέρω, με την αυτή ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα, λόγω της αναπηρίας της, κατέβαλε για τις αναγκαίες μετακινήσεις της με μισθωμένο όχημα (ταξί) για το χρονικό διάστημα των ετών 2001 έως 22.11.2012 το ποσό των 19.180 ευρώ, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα καταβολής της δαπάνης αυτής για τα έτη 2013 έως 2043 ως πρόωρο.
Εν συνεχεία η ενάγουσα με την χρονικά τρίτη, από 30.6.2017 αγωγή της, η ενάγουσα επικαλούμενη χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας της με υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή αντιδραστικού τύπου, αύξηση του ποσοστού αναπηρίας της σε 78%, αδυναμία να ανταποκριθεί στις οικιακές εργασίες και ως εκ τούτου πρόσληψη οικιακής βοηθού, ορθοπεδική επέμβαση τοποθέτησης νέας κνημιαίας πρόθεσης και αντικατάσταση αυτής, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει (α) για διαφυγόντα κέρδη αυτής από την απασχόλησή της ως ασφαλιστικής πράκτορα κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 έως 31.8.2030 το συνολικό χρηματικό ποσό των 161.232,32 ευρώ, (β) για διαφυγόντα κέρδη από την συμφωνημένη υπερπρομήθειά της επί των ασφαλίστρων των ετών 2006 έως 2012, το συνολικό ποσό των 150.442,20 ευρώ, (γ) το συνολικό ποσό των 15.400 ευρώ για μίσθωση ταξί για το χρονικό διάστημα από 1.12.2013 έως 30.6.2017, εφάπαξ καταβλητέο, και για την ίδια αιτία το ποσό των 280 ευρώ μηνιαίως έως τις 31.12.2043, (δ) το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση για την περαιτέρω ηθική της βλάβη που προέκυψε από τις περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες του τραυματισμού της, τις οποίες δεν ήταν σε θέση να προβλέψει κατά την άσκηση των προγενεστέρων αγωγών της, (ε) το ποσό των 6.120 ευρώ ως δαπάνη απασχόλησης οικιακής βοηθού, για το χρονικό διάστημα από 1.4.2013 έως 30.6.2017, εφάπαξ καταβλητέο και το ποσό των 120 ευρώ μηνιαίως έως τις 31.12.2043 και (στ) το ποσό των 10.869 ευρώ που δαπάνησε για την αντικατάσταση της κνημιαίας πρόθεσης του ποδός της.
Συνολικά δε, ζήτησε αφενός μεν, την εφάπαξ καταβολή του συνολικού ποσού των 424.063,52 ευρώ, νομιμοτόκως, αφετέρου δε, το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως (280 ευρώ μηνιαίως για μετακινήσεις με ταξί και 120 ευρώ για δαπάνη οικιακής βοηθού) από την 1η εκάστου μετά την επίδοση της αγωγής μηνός έως τις 31.12.2043 νομιμοτόκως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 59/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη (914,926,930,932 του ΑΚ) και αναγνώρισε (μετά νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής με την τροπή του σε εν όλω αναγνωριστικό) την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα για διαφυγόντα κέρδη από την απασχόληση της ως ασφαλιστικής πράκτορα, θετικές της ζημίες και χρηματική ικανοποίηση το συνολικό ποσό των 70.780,28 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατόπιν των από 21.11.2018 και 16.9.2019 εφέσεων της ενάγουσας και της εναγομένης, αντιστοίχως, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 593/2020 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλομένη) η οποία απέρριψε την έφεση της εναγομένης ΟΣΕ ΑΕ, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας επι της από 30.6.2017 αγωγής, δέχθηκε αυτή εν μέρει και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 87.702,28 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης, ή βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή ( ΑΠ 735/2021, ΑΠ 206/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 637/2017).
Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 782/2017, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014, ΑΠ 2039/2013).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α` ΑΚ ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 298 ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).
Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει στον παθόντα αποζημίωση, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη αποζημίωσης για διαφυγόντα από την ανικανότητα για εργασία κέρδη και για μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 637/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ 637/2017).
Εξάλλου, ο, από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 51/2011).
Περαιτέρω, κατ` άρθρο 324 ΚΠολΔ " δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία" ενώ, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δηλαδή λόγω μη απαιτητού του χρέους, δεν παράγει δεδικασμένο για την ουσία του δικαιώματος, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 416/2019, ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006).
Τέλος, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 416/2019).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσής τους, αμφότερες οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου, και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, ως προς μεν την αναιρεσείουσα εταιρεία, εσφαλμένως δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που απέρρευσε από τη με αριθμό 3148/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την επικαλούμενη με τον συναφή λόγο έφεσής της, ζημιογόνα δραστηριότητα των ασφαλιστών για τα επίδικα έτη 2012-2018 εξ αιτίας της σφοδρά πιεστικής εγχώριας οικονομικής κρίσης, με συνέπεια εσφαλμένως να δεσμευθεί ως προς την παραδοχή της ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη λόγω της μόνιμης αναπηρίας της, θα εξακολουθούσε να εργάζεται ως ασφαλιστικός πράκτορας το ανωτέρω διάστημα, ως προς δε την αναιρεσείουσα -ενάγουσα, ότι το Εφετείο κατά παράβαση των αυτών ως άνω διατάξεων δεν έλαβε υπόψη της το δεδικασμένο που απέρρευσε από την ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση, ως προς το ζήτημα του υφισταμένου ήδη από το έτος 2000 δικτύου συνδεδεμένων ασφαλιστών, από τη συνεργασία των οποίων η ενάγουσα ελάμβανε υπερπρομήθεια 6% επί εκάστου ασφαλίστρου που αυτοί επετύγχαναν και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο του διαστήματος των ετών 2006 έως 2012 ως αβάσιμο.
Όπως προκύπτει από τη παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, και δη, τις ενδιαφέρουσες εν προκειμένω παραδοχές αυτής, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι αν δεν μεσολαβούσε το επίδικο ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να καταστεί μονίμως ανίκανη να εργαστεί στο επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα, που ασκούσε μέχρι τότε, η ίδια από την 1.12.2012 έως και το χρόνο συζήτησης (5.2.2018) της υπό κρίση αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση με πιθανότητα σύμφωνα και με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα εξακολουθούσε να εργάζεται ως ασφαλιστικός πράκτορας....
Αποδείχθηκε δε με δύναμη δεδικασμένου ότι η ενάγουσα εισέπραττε μηνιαίως το συνολικό ποσό των 845,91 ευρώ. Ωστόσο αποδείχθηκε ακόμα ότι το 2012 η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων ήταν μειωμένη κατά 11,6% σε σχέση με το 2011... (γίνεται αναλυτική παράθεση της συνολικής παραγωγής ασφαλίστρων κατ' έτος).
Συνεπώς η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 έως και 28.2.2018 το ποσό των 41.031,28 ευρώ, το οποίο επιδίκασε στην ενάγουσα η εκκαλουμένη για το προαναφερθέν διάστημα και για την ανωτέρω αιτία, κρίση που δεν πλήττεται με λόγο έφεσης από την ενάγουσα -εκκαλούσα. Απορριπτέοι δε, τυγχάνουν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης -εκκαλούσας με τον πρώτο λόγο έφεσής της, που βάλλουν κατά της παραπάνω κρίσης της εκκαλουμένης και συγκεκριμένα οι αιτιάσεις ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα δέχθηκε ως πιθανό, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ότι η ενάγουσα θα εξακολουθούσε να εργάζεται ως ασφαλιστικός πράκτορας για το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 έως 28.2.2018 και εν συνεχεία της επιδίκασε το ποσό των 41.031,28 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη, ενώ (κατά τους ισχυρισμούς της) αν εκτιμούσε ορθά τις αποδείξεις και εφάρμοζε σωστά το νόμο, θα απέρριπτε το παραπάνω κονδύλιο καθ'ολοκληρία, διότι βέβαιο είναι ότι σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αυτή θα είχε σταματήσει να εργάζεται ως ασφαλιστικός πράκτορας , κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα (από 1.12.2012 έως 28.2.2018).
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, ότι δηλαδή η ενάγουσα θα είχε σταματήσει να εργάζεται ως ασφαλιστικός πράκτορας ουδόλως αποδείχθηκαν. Άλλωστε, το απορρέον από τη με αριθμό 3148/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεδικασμένο καταλαμβάνει και την αιτιολογία ότι εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος και της εξ αυτού μόνιμης σωματικής αναπηρίας της ενάγουσας κατά ποσοστό 67% επήλθε οριστικά αδυναμία της να εργαστεί και ότι τούτη στερείται της δυνατότητας να ασκήσει στο μέλλον το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα, που ασκούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Οι παραδοχές της εκκαλουμένης ότι η ενάγουσα θα συνέχιζε και κατά το από 1.12.2012 έως 28.2.2018 διάστημα να ασκεί το παραπάνω επάγγελμα είναι ορθές και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη-εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της είναι απορριπτέα.... Περαιτέρω, η ενάγουσα με τη κρινόμενη αγωγή της ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει και το ποσό των 150.442,20 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 2006 έως 2012 από την υπερπρομήθεια που θα αποκόμιζε ως ασφαλιστικός σύμβουλος, από το δίκτυο συνεργατών όπως η με αριθμό 3148/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δέχθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι είχε δημιουργήσει και με τους οποίους συνεργάτες, Β.
Β. και Δ. Κ., είχε συμφωνήσει να εισπράττει από αυτούς ως υπερπρομήθεια το 6% επί της παραγωγής των ασφαλίστρων εκάστου εξ αυτών. 'Όπως έχει ήδη αναφερθεί με τη με αριθμό 3148/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτό-για το ενδιαφέρον εν προκειμένω κρίσιμο ζήτημα των διαφυγόντων εισοδημάτων της ενάγουσας από υπερπρομήθειες του διαστήματος από 2006 έως το 2023, ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήταν αβέβαιο αν θα συγκροτούσε δίκτυο τουλάχιστον τεσσάρων ασφαλιστών, που θα δρούσε στο νομό Ημαθίας, και από την εργασία του οποίου θα αποκόμιζε αυτή υπερπρομήθειες, λαμβάνοντας υπόψη το συγκεκριμένο χωρικό πεδίο και το περιορισμένο εύρος των δυνατοτήτων μιας ασφαλιστικής αγοράς στην επαρχία, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές δυνατότητες, που διαμορφώθηκαν ήδη και το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με τη παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προώρως ασκηθέν και όχι ως ουσία αβάσιμο.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν πιθανολογείται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι η ενάγουσα θα ελάμβανε το ποσό των 150.442,20 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 2006 έως 2012, από την υπερπρομήθεια που θα αποκόμιζε ως ασφαλιστική σύμβουλος, από το παραπάνω δίκτυο συνεργατών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει.
Από τις άνω αποδείξεις ή ζημία της αυτή προέκυψε ως απλά ενδεχόμενη, λαμβανομένης υπόψη της ένορκης κατάθεσης του επιμελεία της εξετασθέντος μάρτυρα Δ. Τ., κατάθεση όμως που δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, ώστε να παρίσταται πιθανή (και όχι απλά ενδεχόμενη και υποθετική) η εκ μέρους της αξιούμενη ως άνω αποθετική ζημία.
Σύμφωνα δε, με τα γενόμενα δεκτά στη μείζονα πρόταση υπό στοιχείο Α, στη περίπτωση της ενδεχόμενης ζημίας η αγωγή απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη και επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το παραπάνω αγωγικό κονδύλιο, αν και με διάφορη αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας (αρθ. 534 ΚΠολΔ) ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η ενάγουσα-εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής της τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα.
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα λόγω της βαρείας της αναπηρίας και παρά την τοποθέτηση τεχνητού μέλους στο ακρωτηριασθέν πόδι της, δεν μπορεί να κινηθεί αυτοδύναμα, είτε πεζή, είτε οδηγώντας αυτοκίνητο.
Συνεπώς για τις μετακινήσεις της στην πόλη της Νάουσας αυτή αναγκάζεται να μισθώνει ραδιοταξί έναντι κομίστρου 4 ευρώ για κάθε μετακίνηση. Η ενάγουσα βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής κρίνεται ότι κάνει 40 μετακινήσεις μηνιαίως για να καλύψει όλες τις ανάγκες της (προμήθεια αναλώσιμων, επισκέψεις σε γιατρούς, κοινωνικές εκδηλώσεις, επισκέψεις στα τέκνα της κλπ).
Συνεπώς, για το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 έως και 31.1.2018 δαπάνησε το ποσό των 9.920 ευρώ όπως ορθά έκρινε με όμοιες σκέψεις η εκκαλουμένη που αναγνώρισε ότι οφείλεται στην ενάγουσα εφάπαξ το ανωτέρω κονδύλι για το παραπάνω χρονικό διάστημα, απορριπτομένων ως αβασίμων κατ' ουσίαν των αντιθέτων ισχυρισμών της εναγομένης-εκκαλούσας με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της. Κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητήθηκε η παραπάνω δαπάνη, ήτοι από 1.2.2018 έως 31.12.2043 ως μελλοντική ζημία, το σχετικό αγωγικό κονδύλι είναι απορριπτέο ως προώρως υποβαλλόμενο, αφού η πραγμάτωση της δαπάνης αυτής εξαρτάται από αστάθμιτους παράγοντες σε βάθος χρόνου (αριθμός μετακινήσεων, ύψος κομίστρου) η δε μέλλουσα πραγματοποίηση της δαπάνης αυτής είναι αδύνατο κατά τον παρόντα χρόνο να προβλεφθεί με ακρίβεια, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα ενάγουσα με τον πρώτο λόγο έφεσης της, κατά το οικείο σκέλος του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Αποδείχθηκε ακόμη ότι το 2011 προς αποτροπή επέκτασης αρξαμένου συριγγίου απαιτήθηκε η τοποθέτηση νέας κνημιαίας πρόθεσης τύπου...και η αντικατάσταση της θήκης της κνημιαίας πρόθεσης, για την οποία η ενάγουσα δαπάνησε το ποσό των 2.835 ευρώ.
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 10.869 ευρώ το οποίο αναγνώρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι της οφείλεται και για το κεφάλαιό της αυτό δεν πλήττεται η εκκαλουμένη με λόγο έφεσης. Αποδείχθηκε ακόμη ότι συνεπεία του επιδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών στην υγεία της ενάγουσας, η τελευταία αναγκάστηκε ήδη από τον Απρίλιο του 2013 λόγω αδυναμίας να εκτελεί τις οικιακές της εργασίες να προσλάβει οικιακή βοηθό την οποία απασχολεί δύο φορές την εβδομάδα για έξι ώρες κατά μέσο όρο συνολικά, έναντι αμοιβής 5 ευρώ ανά ώρα απασχόλησης, ήτοι έναντι 120 ευρώ μηνιαίως, όπως περι του πραγματικού αυτού ζητήματος κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ο μάρτυρας Σοφοκλής Οικονόμου στη με αριθμό 317/2017 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νάουσας.
Συνεπώς, για την ανωτέρω αιτία η ενάγουσα δικαιούται από τον Απρίλιο του 2013 έως τις 31.1.2018 το ποσό των 6.960 ευρώ (58μήνες Χ 120 ευρώ) όπως ορθά έκρινε με όμοιες σκέψεις η εκκαλουμένη, που αναγνώρισε ότι οφείλεται στην ενάγουσα εφάπαξ το ανωτέρω κονδύλι για το παραπάνω χρονικό διάστημα απορριπτομένων ως αβασίμων κατ' ουσίαν των αντιθέτων ισχυρισμών της εναγομένης-εκκαλούσας με τον τρίτο λόγο έφεσής της.
Κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητήθηκε η παραπάνω δαπάνη, ήτοι από 1.2.2018 έως 31.12.2043, ως μελλοντική ζημία, το σχετικό αγωγικό κονδύλι είναι απορριπτέο ως προώρως υποβαλλόμενο, αφού η πραγμάτωση της δαπάνης αυτής εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες σε βάθος χρόνου ( ώρες απασχόλησης, ημερομίσθια, είδος αναγκών) η δε μέλλουσα πραγματοποίηση της δαπάνης αυτής είναι αδύνατο κατά τον παρόντα χρόνο να προβλεφθεί με ακρίβεια, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα-εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της κατά το οικείο σκέλος του είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 321,322,324, 325 και 331 ΚΠολΔ , αντιθέτως ορθά έκρινε ότι η με αριθμό 3148/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών αποτελεί δεδικασμένο ως προς την αποθετική ζημία της ενάγουσας από την απασχόλησή της ως ασφαλιστική πράκτορας για το χρονικό διάστημα έως τις 22.11.2012 , ενώ για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, που ήχθη προς κρίση ενώπιόν του, με την τρίτη κατά σειρά αγωγή της ενάγουσας, μετά εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, κατ' αποδοχή κατ' ουσίαν της έφεσης της ενάγουσας, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 έως 25.10.2019 (ημερομηνία συζήτησης της έφεσης της ενάγουσας) δεν δέχθηκε ότι παρήχθη οποιοδήποτε δεδικασμένο, αλλά ως προς τα διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας του παραπάνω χρονικού διαστήματος, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα αφού εξετίμησε τις αποδείξεις, η δε αναφορά της προσβαλλομένης στην οριστική αδυναμία της ενάγουσας να εργαστεί, εξ αιτίας της μόνιμης αναπηρίας της, που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου από τη προλαβούσα εφετειακή απόφαση, υπήρξε πλεοναστική, και όχι δεσμευτική ως απορρέουσα από το υπόψη δεδικασμένο της με αριθμό 3148/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά στο κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων της για το παραπάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας ΟΣΕ ΑΕ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξ άλλου, με τις αυτές ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου ούτε ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών των ετών 2006 έως 2012, συνολικού ποσού 150.442,20 ευρώ προερχομένων από υπερπρομήθεια ασφαλίστρων του δικτύου συνδεδεμένων ασφαλιστών που η αναιρεσείουσα -ενάγουσα είχε δημιουργήσει στο νομό Ημαθίας από το έτος 2000, όπως αιτιάται η τελευταία με τον πρώτο λόγο αναίρεσής της. Τούτο διότι, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ορθώς δεσμεύθηκε από το δεδικασμένο της με αριθμό 3148/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μόνον ως προς τη συμφωνία που είχε καταρτίσει με τους ασφαλιστές -συνεργάτες της, να εισπράττει από αυτούς υπερπρομήθεια 6% επί της παραγωγής των ασφαλίστρων ενός εκάστου εξ αυτών, και όχι ως προς την ύπαρξη ή μη διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα των ετών 2006-2012 από την αιτία αυτή, ζήτημα, η πιθανολόγηση του οποίου, και τελικώς, η απόρριψη του σχετικού κονδυλίου κατ' ουσίαν, διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο,ως κρίση περί τα πράγματα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας-ενάγουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια ( ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 109/2020).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά , τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 90/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996) και να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αμφοτέρων των αναιρεσειουσών αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως ότι έχει αιτιολογίες ελλιπείς και ανεπαρκείς. Ειδικότερα : (Α) η αναιρεσείουσα - εναγομένη εταιρεία, αιτάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς τις παραδοχές (α) ότι η ενάγουσα θα συνέχιζε να ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 έως 28.2.2018, ενώ αυτή είχε ουσιαστικά σταματήσει να ασχολείται με τις ασφάλειες και είχε αφοσιωθεί στο χρηματιστήριο, και κατά πάσα πιθανότητα θα αποχωρούσε από το επάγγελμα από τις πρώτες χρονιές της οικονομικής κρίσης, (β) ότι αυτή είχε ανάγκη μισθωμένου οχήματος για να μετακινείται αφού εν όψει των ικανών χιλιομετρικών αποστάσεων που χωρίζουν την κατοικία της από το κέντρο της πόλης της … και τις κατοικίες των θυγατέρων της, θα χρησιμοποιούσε μισθωμένο όχημα για τις μετακινήσεις της, ακόμη και αν δεν συνέβαινε το επίδικο ατύχημα και η εντεύθεν αναπηρία της, και (γ) ότι είχε ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού, της οποίας όμως, δεν γίνεται μνεία του ονοματεπωνύμου, ούτε απόδειξη πληρωμής της προσκομίστηκε. (Β) Η αναιρεσείουσα -ενάγουσα, αιτιάται , ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς τις παραδοχές της συναφώς προς την απόρριψη των διαφυγόντων κερδών ύψους 150.442,20 ευρώ από την υπερπρομήθεια που θα αποκόμιζε από τη συνεργασία της με το δίκτυο ασφαλιστών κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2012, καθόσον αναφέρεται μόνον στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ.
Τ., χωρίς το περιεχόμενό της, ενώ δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο η αβεβαιότητα της συντήρησης δικτύου ασφαλιστών στο νομό Ημαθίας, όπως η προσβαλλομένη δέχθηκε. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης , οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 ,929, 930,297,298 του ΑΚ.
Συγκεκριμένα, κρίνοντας όπως ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκε, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του αιτιολόγησε εμπεριστατωμένα, το ουσιώδες ζήτημα, του δικαιώματος να λάβει αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών και ειδικότερα λόγω απώλειας εισοδημάτων από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.12.2012 έως 28.2.2018, διαλαμβάνοντας παραδοχές περί της με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων απώλειας εισοδημάτων για κάθε έτος ξεχωριστά του παραπάνω κρισίμου χρονικού διαστήματος, όπως επίσης και για το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματός της στην αποζημίωση για τη δαπάνη για τη χρήση μισθωμένου οχήματος και οικιακής βοηθού, λεπτομερώς παραθέτοντας τον αριθμό των μετακινήσεων της και της αξίας εκάστης, σε συνδυασμό με την εξ αιτίας της μόνιμης αναπηρίας της αναγκαιότητας αυτών, όπως επίσης επαρκώς διέλαβε αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του κονδυλίου της υπερπρομήθειας την οποία μάλιστα έκρινε ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ως απλά ενδεχόμενη, και ουδόλως πιθανή.
Τα παραπάνω υποστηριζόμενα στον υπόψη λόγο αναίρεσης από αμφότερες τις αναιρεσείουσες, σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι με παραβιασθείσες διατάξεις και συνεπώς δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης, και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, αφού με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκάστης από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία της αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται κατ' αρχήν, στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 944/2017).
Περαιτέρω, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη του "ευλόγου" και το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του.
Εν όψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύφος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε, περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην ενάγουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: " Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από το τέλος του 2012 η ενάγουσα εμφάνισε υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή αντιδραστικού τύπου , συνεπεία της οποίας κρίθηκε αναγκαία η λήψη φαρμακευτικής αγωγής, η συνεχής της ιατρική παρακολούθηση και η ψυχοκοινωνική της υποστήριξη (βλ.
με αριθμό πρωτοκόλλου .../23.4.2013 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Κοζάνης " Μαμάτσειο"). Η ανωτέρω δε απρόβλεπτη μεταβολή της κατάστασης της υγείας της είχε σαν περαιτέρω συνέπεια να κριθεί από την αρμόδια Δ/νση αναπηρίας του ΙΚΑ ανάπηρη σε ποσοστό πλέον 78% αντί του 67% που είχε κριθεί με την προαναφερόμενη με αριθμό 78/5.4.2001 απόφαση της Α'θμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΤΕΒΕ.
Τα περιστατικά αυτά, που εμφανίστηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο ούτε προβλήθηκαν, ούτε ερευνήθηκαν κατά την αρχική (πρώτη χρονικά) δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 257/2005 του παρόντος δικαστηρίου, αφού δεν ήταν τότε γνωστά.
Συνεπώς, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της με αριθμό 257/2005 αμετάκλητης απόφασης του παρόντος δικαστηρίου με την οποία επιδικάσθηκε στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα εναγομένη με τον συναφή τέταρτο λόγο έφεσής της. Άλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το ζήτημα της επίπτωσης του ενδίκου ατυχήματος στην ψυχική υγεία της ενάγουσας και δη η εγκατεστημένη καταθλιπτική διαταραχή, οφειλόμενη σε μετατραυματικό στρες, ως απότοκος του ατυχήματος, έχει αναγνωρισθεί με την μεταγενέστερη με αριθμό 3148/2013 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ενόψει αυτών το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί η επιδίκαση στην ενάγουσα περαιτέρω (πρόσθετης) χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της ηλικίας της (37 ετών κατά την επέλευση του ατυχήματος) της σοβαρότητας του τραυματισμού, της επιδείνωσης της υγείας της και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 4.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο κατά την πλειοψηφήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, κατά δε τη γνώμη της Εισηγήτριας, εύλογο ποσό για την ανωτέρω αιτία ήταν αυτό των 10.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του αναγνώρισε ως εύλογο και δίκαιο για την ανωτέρω αιτία το μικρότερο ποσό των 2.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεκτού γενομένου ως εν μέρει βασίμου κατ' ουσίαν του τρίτου λόγου της έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας που παραπονείται για το ύψος του ποσού, που αναγνωρίστηκε από την εκκαλουμένη ως εύλογο και δίκαιο για την ανωτέρω αιτία".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, λόγω ηθικής βλάβης, στο παραπάνω ποσό των 4.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό του ποσού, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, λαμβανομένης υπ' όψη της αρχήθεν αμετακλήτως επιδικασθείσας σ'αυτή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής της βλάβης ύψους 120.000 ευρώ.
Κατ` ακολουθία, ο τρίτος λόγος της δεύτερης των ως άνω συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα -ενάγουσα, επικαλούμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σε αυτόν το προαναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντί του αιτουμένου μεγαλυτέρου ποσού, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299 και 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ` ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης εκ των εκατέρωθεν αιτήσεων αναιρέσεως προς έρευνα, αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι εκατέρωθεν αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αντιστοίχων αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις εκατέρωθεν αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ`β` εδ. δ` ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 3.8.2020 αίτηση αναίρεσης και την από 10.12.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 593/2020 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει αυτές.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα Μ. συζ. Α. Κ., στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρεία "ΟΣΕ ΑΕ" στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τις αναιρεσείουσες αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ