Legislator Case Law & Legislation
565/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against excessive mental distress damages violating proportionality principle.

Case Number 565/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's award of excessive damages for mental distress in a traffic accident case. The appellants argued that the 700,000 euro award per victim violated the principle of proportionality and exceeded judicial discretion. The court agreed, finding the amounts disproportionately high compared to similar cases, and remanded the case for re-evaluation of this specific portion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 580, 590, 681A of the Code of Civil Procedure; Articles 297-300, 330 of the Civil Code; Articles 5, 25 of the Constitution; Article 932 of the Civil Code: The Supreme Court may allow an appeal when a lower court's award of damages for mental distress violates the principle of proportionality and exceeds the limits of judicial discretion.

Keywords

AI generated
principle of proportionality judicial discretion limits mental distress damages traffic accident liability appeal admissibility excessive compensation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 590 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Articles 297-300 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 5 of the Constitution
Article 25 of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 565 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 565/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και Νίκη - Ευαγγελία Μαραγκουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοπακάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Γ., 2) Α. συζ. Β. Κ., 3) Α. Κ. του Β., 4) Δ. Κ. του Β., κατοίκων ..., 5) Α. Ε. του Ο., κατοίκου ... και 6) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... εκ των οποίων οι 2η, 3η και 4η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπιμπλή και οι 1ος, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπιμπλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1400/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2447/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 29-11-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 2447/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι, "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα..., ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".

Επίσης, α) κατά το άρθρ. 19 παρ. 1 ορίζεται ότι, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2 ότι, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", γ) κατά δε το άρθρ. 19 παρ. 3 ότι, "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας..., κατά τις νυκτερινές ώρες...

αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (ΑΠ 1207/2004).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 και του άρθρου 914 του ΑΚ με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του 1ου τούτων, οδηγού του ζημιογόνου ΔΧ λεωφορείου, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσιβλήτους - συγγενείς του θύματος, με αποτέλεσμα να καταγνώσει εσφαλμένα αποκλειστική υπαιτιότητα σε βάρος του 1ου αναιρεσείοντα και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη στις 20-3-2014 και περί ώρα 23:45 στην ..., στο 34° χιλιόμετρο της ΕΟ Αθηνών - Σουνίου, μεταξύ δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο Γ.

Κ. και ΔΧ λεωφορείου, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσείων, κυριότητας της 3ης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων κάλυπτε ασφαλιστικά η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τραυματίστηκε πολύ σοβαρά ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος τελικά απεβίωσε μετά 19 ημέρες νοσηλείας.

Ο αποβιώσας ήταν γιος του 1ου και της 2ης των αναιρεσιβλήτων, αδελφός της 3ης και 4ης τούτων, μνηστήρας της 5ης και εγγονός (από πατρική γραμμή) της 6ης αναιρεσίβλητης. Οι συγγενείς άσκησαν την από 26-6-2014 (αρ. κατ. ...2014) αγωγή κατά των εναγομένων -υποχρέων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία, μεταξύ άλλων κονδυλίων, αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1400/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες - συγγενείς του θύματος τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά (που θα εκτεθούν αναλυτικά στον 2ο αναιρετικό λόγο). Ακολούθως, οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 9-9-2015 (αρ.

κατ. .../2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του (αρχικά) ατυχήματος - δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων σ’ αυτό οδηγών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων, κρίση του, τα εξής: "Στην ...

στις 20-3-2014 και περί ώρα 23:45’ με 23:48’ , ο Γ. Κ., ηλικίας 34 ετών (γεν. το έτος 1980), ο οποίος ήταν υιός του πρώτου ενάγοντος και της δεύτερης ενάγουσας, αδελφός των τρίτης και τέταρτης των εναγουσών, μνηστήρας της πέμπτης ενάγουσας και εγγονός της έκτης ενάγουσας, οδηγώντας την υπ’ αρ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, της κυριότητάς του, έβαινε με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, φορώντας προστατευτικό κράνος, επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Ε.Ο.

Αθηνών -Σουνίου, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Σούνιο, προσεγγίζοντας το .... της άνω Ε.Ο. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αρ. κυκλ. ... Δ.Χ. λεωφορείο, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας από τους νομίμους εκπροσώπους της οποίας είχε συναφώς προστηθεί, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της άνω Ε.Ο., ήτοι, με κατεύθυνση από Σούνιο προς Αθήνα και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Η ως άνω οδός στη συγκεκριμένη χιλιομετρική θέση, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, παρουσιάζει αριστερή καμπύλη χωρίς κλίση (οριζόντια), όπου το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 15,10 μέτρα ενώ τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού χωρίζονται με παράλληλες λοξές λωρίδες, οι οποίες πλαισιώνονται από μία συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή.

Όταν ο εναγόμενος οδηγός πλησίασε στο .... της Ε.Ο. Αθηνών - Σουνίου, βαίνοντας στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του, όπου υπήρχε όγκος από χώματα, ενήργησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να τον αποφύγει. Πλην όμως, απώλεσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και παρά τις προσπάθειές του να το επαναφέρει στην αρχική του πορεία, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το οποίο διέσχισε ολόκληρο διαγώνια, σε απόσταση 54,30 μ., εξερχόμενος του οδοστρώματος και εισερχόμενος στο παρακείμενο χωμάτινο έρεισμα, όπου συγκρούστηκε με σφοδρότητα, αρχικά σε ξύλινο στύλο του ΟΤΕ και στη συνέχεια σε τσιμεντένιο στύλο φωτισμού της ΔΕΗ, τους οποίους ανέτρεψε.

Κατά την πρόσκρουση του ως άνω λεωφορείου στο στύλο της ΔΕΗ, αποσπάστηκε ένα ηλεκτροφόρο καλώδιο, το οποίο, από τη μία πλευρά του έπεσε στο οδόστρωμα, αποφράσσοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την πορεία όλων των διερχόμενων οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας της παραπάνω Ε.Ο. προς Σούνιο, ενώ από την άλλη πλευρά του έμεινε αιωρούμενο, στηριζόμενο στον στύλο φωτισμού της ΔΕΗ, ο οποίος βρισκόταν στο απέναντι χωμάτινο έρεισμα από αυτό που είχε εισέλθει το λεωφορείο (δηλαδή, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα).

Ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος αντιλήφθηκε αμέσως το καλώδιο που βρισκόταν πεσμένο στο οδόστρωμα (κατά τα επόμενα 3 λεπτά της πτώσης του λεωφορείου στο στύλο φωτισμού της ΔΕΗ, δεν πρόλαβε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα και να προειδοποιήσει τους διερχόμενους οδηγούς, οι οποίοι μάλιστα εξέρχονταν από δεξιά προς την πορεία τους καμπύλη της οδού και ως εκ τούτου η ορατότητά τους ήταν περιορισμένη, για την επικινδυνότητα, που παρουσιάστηκε στο συγκεκριμένο σημείο της άνω Ε.Ο.

Έτσι, όταν ο Γ. Κ., προσέγγισε, το αργότερο μετά από τρία (3) περίπου λεπτά (από 23:45’ έως 23:48’ της 20-3-2014), την ανωτέρω χιλιομετρική θέση, δεν πρόλαβε να αντιληφθεί εγκαίρως την ύπαρξη του ως άνω καλωδίου στο οδόστρωμα, καθώς, εξερχόταν της προαναφερόμενης δεξιάς προς την πορεία του στροφής και να τροχοπεδήσει το όχημά του ή να επιχειρήσει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, με αποτέλεσμα να προσκρούσει η δίκυκλη μοτοσικλέτα του στο καλώδιο τηςΔΕΗ και στη συνέχεια αυτό να τυλιχτεί στο λαιμό του εκτινάσσοντάς τον από το όχημά του, στο απέναντι χωμάτινο έρεισμα, ενώ η μοτοσικλέτα του ανατράπηκε επί του οδοστρώματος.

Αποκλειστικώς υπαίτιος του προπεριγραφόμενου τροχαίου συμβάντος τυγχάνει ο πρώτος των εναγόμενων, προστηθείς από την τρίτη εξ αυτών ανώνυμη εταιρία, ιδιοκτήτρια του υπ’ αρ. κυκλ. ... Δ.Χ. λεωφορείου στην οδήγηση του ασφαλισμένου, για τις από τη λειτουργία του σε τρίτους προκαλούμενες υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στη δεύτερη των εναγόμενων ασφαλιστική εταιρία, διότι, δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις να επιδείξει.

Συγκεκριμένως, ο εν λόγω εναγόμενος οδηγός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε, σε κάθε στιγμή να δύναται να προβεί στους κατάλληλους, αποφευκτικούς εμποδίου επί της προδιαγεγραμμένης κατευθύνσεως του οχήματος (που οδηγούσε), ελιγμούς, λαμβάνοντας υπόψη του τις εν γένει επικρατούσες συνθήκες και την κατάσταση του οδοστρώματος της οδού επί της οποίας έβαινε, προσέτι, δεν ασκούσε τη δέουσα του ρεύματος κυκλοφορίας του οπτική επιτήρηση, ενόψει, του ότι εκινείτο νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, χωρίς να περιορίζεται η ορατότητά του και με μέτρια κυκλοφορία οχημάτων προς τις ανωτέρω υποχρεώσεις του (βλ.

άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 ν. 2696/1999 "Περί Κ.Ο.Κ."), ο εναγόμενος οδηγός του υπ’ αρ. κυκλ. ... Δ.Χ. λεωφορείου δεν συμμορφώθηκε, όπως, όφειλε, αλλά, αντιθέτως, αμελώς κατά τα προρρηθέντα φερόμενος, αντιλήφθηκε καθυστερημένως τον στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του υπάρχοντα όγκο χωμάτων με συνέπεια να διενεργήσει αιφνίδιο αριστερό ελιγμό της πορείας του ως άνω οχήματος.

Κατά την εκτέλεση του εν λόγω οδικού ελιγμού ο πρώτος των εναγόμενων δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το λεωφορείο στο προοριζόμενο για την κανονική του κίνηση ρεύμα κυκλοφορίας της Ε.Ο. Αθηνών - Σουνίου, αλλά, αντιθέτως, απώλεσε ολοκληρωτικώς τον έλεγχό του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα (κυκλοφορίας), το οποίο αφού διέσχισε διαγωνίως, εξελθών τούτου, προσέκρουσε στους προαναφερόμενους στύλους μεταξύ των οποίων και σ’ εκείνον φωτισμού της ΔΕΗ, τον οποίο κατέρριψε, με το προαναφερόμενο βλαπτικό και επιζήμιο αποτέλεσμα για τον Γ.

Κ., οδηγό της υπ’ αρ. κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και περαιτέρω για τους ενάγοντες, όπως κατωτέρω αναλύεται και επεξηγείται. Προσέτι, επισημαίνονται και τα εξής ουσιώδη: Δεν αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος οδηγός του υπ’ αρ. κυκλ. ... Δ.Χ. λεωφορείου κατά τη στιγμή του ενδίκου ατυχήματος έβαινε με ταχύτητα που υπερέβαινε το προσδιοριζόμενο με ειδικότερη διά πινακίδος σήμανση (Ρ-32) όριο ταχύτητας για κινούμενα εντός κατοικημένης περιοχής, όριο των 50 χλμ/ωρ (ΚΟΚ 4, 20 παρ. 1).

Το γεγονός όμως τούτο, δεν αίρει, αλλά ούτε περιορίζει την προπεριγραφόμενη αμελή οδική συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, όπως στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία υπό συνθήκες νυκτός το λεωφορείο που οδηγούσε, έβαινε έγγιστα του δεξιού άκρου του ρεύματος κυκλοφορίας του, όφειλε να ρυθμίσει καταλλήλως την ταχύτητα του οχήματος και κάτω του προεκτιθέμενου ορίου ταχύτητας, ώστε να δύναται κατά τρόπο πρόσφορο και αποτελεσματικό να αποφύγει τυχόν επί της πορείας του εμπόδιο, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη επιμέλεια και πέραν των επιβαλλόμενων από το νόμο ορίων για την ασφαλή και ακίνδυνη κίνηση οχημάτων στις οδούς.

Εξάλλου από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της ανθρώπινης λογικής (ΚΠολΔ, 336 παρ. 3, 338, 339) το χρονικό διάστημα των τριών (3’ ) λεπτών που μεσολάβησε από την κατάρριψη του ηλεκτροφόρου καλωδίου της ΔΕΗ και της επ’ αυτού πτώσεως της υπ’ αρ. κυκλ. ... μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο Γ. Κ. δεν επαρκούσε για την τοποθέτηση (από τον εναγόμενο οδηγό) σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων τριγωνικής πινακίδος ή άλλης προειδοποιητικής των λοιπών οδηγών, χρηστών της ως άνω οδού, συσκευής (ΚΟΚ 29 παρ. 3, 34 παρ. 9, 81 παρ. 16).

Πλην όμως, η προπεριγραφόμενη αμελής συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού (στην πτώση του λεωφορείου στο στύλο της ΔΕΗ) αποτέλεσε ικανή και αναγκαία αιτία, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία της πτώσεως του Γ. Κ. (οδηγού της μοτοσικλέτας) επί του πεσμένου στο οδόστρωμα καλωδίου της ΔΕΗ και του συνεπεία αυτής βαρύτατου τραυματισμού του και περαιτέρω του θανάτου του, ώστε, να στοιχειοθετείται και στην κρινόμενη περίπτωση ο κατά τις ΑΚ 298, 299, 914, 928, 932 απαιτούμενος αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αδικοπρακτήσαντος εναγόμενου οδηγού και της επελθούσας επίδικης ζημίας.

Επομένως, απότοκη συνέπεια της μη επιδείξεως εκ μέρους του εναγόμενου οδηγού της οφειλόμενης κατά τα ανωτέρω επιμέλειας και προσοχής, η οποία κατ’ αντικειμενική κρίση ήταν επιβεβλημένη με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις σε συνδυασμό με τους ανωτέρω νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που τηρούνται στις συναλλαγές, την κοινή ανθρώπινη λογική και πείρα και την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση του εναγόμενου οδηγού θα κατέβαλε (ΑΚ 330 και ΠΚ 15, 26, 28), ήταν, από την κατά τα ανωτέρω κρινόμενη και καθοριζόμενη ειδολογικά, αποκλειστική αμελή του ιδίου οδηγού συμπεριφορά να προκληθεί το επίδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο θα μπορούσε αυτός να προβλέψει και να αποφύγει, εάν επιδείκνυε την εξειδικευόμενη ανωτέρω (οδική) επιμέλεια και σύνεση.

Τον Γ. Κ., οδηγό και κύριο της υπ’ αρ. κυκλ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει στην επέλευση του προεκτιθέμενου αυτοκινητικού ατυχήματος και των συνεπεία τούτου για τον ίδιο και συνεπακολούθως για τους ενάγοντες επιζήμιων συνεπειών (ΑΚ 914, 297, 298, 299, 300, 330, 928, 932, ΠΚ 28 και ΚΠολΔ 262 παρ. 1-2). Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά, ουδεμία αμελής ενέργεια ή παράλειψη του οδηγού Γ.

Κ. αιτιωδώς, ήτοι, κατά τρόπο άμεσο, πρόσφορο και ικανό, συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, εφόσον, δεν αποδεικνύεται, ότι, αυτός εξερχόμενος με την μοτοσικλέτα του δεξιάς στροφής κατά την προς Σούνιο πορεία του, της Ε.Ο. Αθηνών -Σουνίου, βαίνοντας εντός του προοριζόμενου για την ανωτέρω κίνησή του ρεύματος κυκλοφορίας, είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη του εκείθε επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ/ωρ (ΚΟΚ 20 παρ.1), αλλά, ούτε αποδεικνύεται, ότι ο ως άνω οδηγός δεν μείωσε καταλλήλως την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες στον τόπο του ατυχήματος οδικές συνθήκες (ΚΟΚ 19 παρ. 1-3).

Σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται, ότι ο Γ. Κ. δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του ή ότι δεν είχε τον απαιτούμενο επί της πορείας του έλεγχο (ΚΟΚ 12 παρ. 1) για την έγκαιρη αντίληψη και αποφυγή επί του οδοστρώματος εμποδίων, δοθέντος, ότι η εκ μέρους του διακρίβωση της υπάρξεως (επί του οδοστρώματος) καλωδίου της ΔΕΗ, που απέφρασσε την κίνησή του ήταν ανθρωπίνως αδύνατη, ενόψει της ιδιομορφίας και του χρώματος (μαύρου) του ηλεκτροφόρου καλωδίου και του σημείου, όπου τούτο βρισκόταν, δηλαδή, στην έξοδο της καμπύλης (στροφής) της οδού επί της οποίας έβαινε η δίκυκλη μοτοσικλέτα (από τον ανωτέρω παθόντα οδηγούμενη).

Ούτε, τέλος, αποδεικνύεται, ότι κατά το τρίλεπτο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την πτώση του καλωδίου της ΔΕΗ στο οδόστρωμα μέχρι την πρόσκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο παθών Γ. Κ., είχαν διέλθει άλλα οχήματα από το συγκεκριμένο σημείο της παραπάνω οδού. Επομένως, τα όσα ο εναγόμενος οδηγός και οι συνεναγόμενές του ανώνυμες εταιρίες προέβαλαν και προβάλλουν τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό της προκειμένης πολιτικής δίκης με διακεκριμένο λόγο της κρισιολογούμενης εφέσεώς τους, για τη συνυπαιτιότητα του οδηγού και ιδιοκτήτη της υπ’ αρ.

κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Κ. στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου συμβάντος και των εξ αυτού επιζήμιων για τον ίδιο και τους ενάγοντες ζημιών (ΑΚ 914, 300, 330, 299, 928, 932, ΠΚ 28 και 262 παρ. 1) τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα...". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, όπως έχουν εκτεθεί κατ’ ακριβή αντιγραφή, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, διότι περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ και 10 Ν.

ΓΠΝ/1911 και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 ΑΚ, άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 έως 3 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τις οποίες ορθά το Εφετείο εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου, διότι διέλαβε αιτιολογία που δικαιολογεί το διατακτικό της απόφασής του ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του 1ου αναιρεσείοντα - οδηγού του ΔΧ λεωφορείου.

Ας σημειωθεί, ότι οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, πλην της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και του άρθρου 10 Ν. ΓΠΝ/1911, δεν αναφέρονται αριθμητικά στον 1ο αναιρετικό λόγο, όπως θα έπρεπε (ΑΠ 1663/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 681/2014), πλην όμως ο λόγος αυτός κρίνεται αρκούντως ορισμένος και συνεπώς είναι παραδεκτός, εφόσον το πραγματικό και των λοιπών ως άνω διατάξεων περιγράφεται αναλυτικά στο αναιρετήριο, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφιβολία.

Εξάλλου, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος, που εξελίχθηκε σε δυστύχημα (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση της οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά των οδηγών), που ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επί πλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου αναιρεσείοντα, οδηγού του ΔΧ λεωφορείου.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, αναφορικά με την ύπαρξη του αναχώματος στο οδόστρωμα και την εκ μέρους του υπαίτιου οδηγού αντίληψη αυτού, ζήτημα για το οποίο παραπονούνται ειδικά οι αναιρεσείοντες, με πλήρη αιτιολογία διευκρινίζει στην απόφασή του, ότι, εάν ο οδηγός του ΔΧ λεωφορείου και ήδη 1ος αναιρεσείων οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, λαμβάνοντας υπόψη του ότι ήταν νύκτα και ότι προσήγγιζε σε σημείο της οδού με αριστερή ως προς την πορεία του καμπύλη, θα έπρεπε, ως ο μέσος επιμελής και συνετός οδηγός, να μειώσει την ταχύτητα του ογκώδους οχήματος, που οδηγούσε και κάτω από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, εφόσον τούτο επιβαλλόταν από τις επικρατούσες τη στιγμή εκείνη συνθήκες κυκλοφορίας (έστω και αν δεν αποδείχθηκε ότι η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε το όριο ταχύτητας της περιοχής) και ότι, εάν έπραττε τούτο, θα μπορούσε, κατ’ αντικειμενική κρίση, να αντιληφθεί έγκαιρα την ύπαρξη του χωμάτινου αναχώματος, ώστε, είτε θα τροχοπεδούσε έγκαιρα, είτε θα εκτελούσε ομαλό δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, για να αποφύγει το ως άνω εμπόδιο.

Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο 1ος αναιρεσείων από έλλειψη της προσοχής αντιλήφθηκε το ανάχωμα καθυστερημένα, με αποτέλεσμα να εκτελέσει απότομα αριστερό ελιγμό, για να το αποφύγει και ότι ο μη ενδεδειγμένος αυτός αποφευκτικός ελιγμός ήταν η μοναδική αιτία, που απώλεσε τον έλεγχο του ογκώδους οχήματος, με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο της οδήγησης αυτού, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ως προς την πορεία του, στο οποίο εκινείτο κανονικά ο συγγενής των αναιρεσιβλήτων και αφού το διέσχισε διαγώνια, προσέκρουσε στο στύλο της ΔΕΗ, με συνέπεια να καταπέσει το ηλεκτροφόρο καλώδιο στο οδόστρωμα.

Επίσης, με σαφή αιτιολογία το Εφετείο δέχεται ότι η παρουσία του ηλεκτροφόρου καλωδίου δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατό να γίνει αντιληπτή από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας λόγω του μαύρου χρώματος του καλωδίου και της δεξιάς ως προς την πορεία του μοτοσυκλετιστή καμπύλης της οδού, το οποίο τυλίχτηκε στο λαιμό του μοτοσυκλετιστή, εκτινάσσοντας αυτόν από τη μοτοσυκλέτα με άμεσο επακόλουθο τον αρχικά σοβαρότατο τραυματισμό του εξαιτίας του οποίου, μετά από 19 ημέρες νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας - ΜΕΘ του Νοσοκομείου Ασκληπιείο Βούλας, να αποβιώσει συνεπεία σηψαιμίας - πολυοργανικής ανεπάρκειας επί εδάφους υποξικής εγκεφαλοπάθειας μετά από παρατεταμένη καρδιακή ασυστολία, δηλαδή συνθήκες που προσομοιάζουν στον πνιγμό.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του 1ου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο 1) δεν διευκρινίζει το μέγεθος και το πλάτος του αναχώματος, 2) πόση έκταση τούτο καταλάμβανε στο οδόστρωμα και 3) αν ήταν ορατό και από πόση απόσταση, είναι πρωτίστως απαράδεκτες (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), διότι αυτές αφορούν στην πληρέστερη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί με αυτές η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική αιτιολογία για την ύπαρξη του αναχώματος στο οδόστρωμα και τη δυνατότητα αντίληψης αυτού από τους οδηγούς.

Συνεπώς, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή τους. Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης να επισημανθεί, ότι ο 1ος αναιρετικός λόγος ως προς την αντιληψιμότητα του χωμάτινου ερείσματος, προβάλλεται παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, διότι η ύπαρξη του αναχώματος προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς, εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 562 αρ. 2 περ. β’ ΚΠολΔ, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων - συγγενών, με τον οποίο αυτοί υποστηρίζουν, ότι τα περί αναχώματος προτείνονται απαράδεκτα το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου από τους αναιρεσείοντες. Κατόπιν όλων αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια, ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 Α.Κ. (ΑΠ Ολ. 40/1998). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το κύριο σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες - υπόχρεοι, υπό την επίκληση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του ΑΚ αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατά το επικουρικό σκέλος αυτού την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά παράβαση ευθέως, άλλως εκ πλαγίου της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας, την οποία εκφράζουν οι ανωτέρω διατάξεις και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους - συγγενείς του θύματος ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το συνολικό ποσό των 700.000 ευρώ, το οποίο υπερτερεί δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αρκούντως ορισμένος, απορριπτόμενης της ένστασης αοριστίας των αναιρεσιβλήτων - συγγενών, με την οποία αυτοί υποστηρίζουν, ότι δεν εξειδικεύονται τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, πρωτίστως ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, εφόσον στη σελίδα 10 του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες με πληρότητα αναφέρουν, ότι τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις περιορίζονται στο 1/4, όσων έχουν επιδικασθεί από το Εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση όμως η ένσταση αοριστίας είναι απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο καθορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου της ουσίας και δύναται να προκύψει και από τις αποδείξεις (ΑΠ 1046/2011).

Περαιτέρω από την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων -συγγενών του θύματος, που παραδεκτά επισκοπούνται, για τις ανάγκες του ερευνώμενου 2ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι οι συγγενείς αξίωναν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα εξής ποσά:

κάθε γονέας 500.000 ευρώ, κάθε αδελφή του θύματος και η μνηστή του 300.000 ευρώ και η γιαγιά του θύματος το ποσό των 100.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε σε κάθε γονέα 200.000 ευρώ, σε κάθε αδελφή 100.000 ευρώ, στη μνηστή 70.000 ευρώ και στη γιαγιά του θύματος 30.000 ευρώ. Η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της σωματικής βλάβης, που υπέστη το θύμα εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος και της χρηματικής ικανοποίησης που επιδίκασε στους συγγενείς, δέχθηκε, κατ’ ακριβή αντιγραφή τα ακόλουθα: "Αποτέλεσμα της πτώσεως του Γ.

Κ. επί του καλωδίου της ΔΕΗ, ήταν αυτός να υποστεί διάχυτη εγκεφαλική βλάβη (διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα) εξάρθρημα δεξιού ώμου (αναταχθέν), αιμάτωμα πρόσθιας επιφάνειας δεξιού μηρού, εκδορά έξω επιφάνειας δεξιού γόνατος και άνωθεν της αριστερής πρόσθιας άνω λαγονίου άκανθας, όπως διαπιστώθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου "...", όπου διακομίστηκε με το ΕΚΑΒ αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../7- 4-2014 πιστοποιητικό νοσηλείας του άνω Νοσοκομείου. Ο ως άνω παθών εισήχθη στη ΜΕΘ και διασωληνώθηκε ελεγχόμενο επεμβατικό μηχανικό αερισμό και πλήρη καρδιοαναπνευστική, νευρολογική και λοιπή παρακολούθηση και θεραπεία. Νοσηλεύθηκε στη ΜΕΘ, με μηχανικό αερισμό, σε βαρύτατη κατάσταση, αφού παρουσίαζε μυδρίαση άμφω και GCS=3, ενώ ήταν αιμοδυναμικά ασταθής, έως τις 8-4-2014, οπότε και απεβίωσε συνεπεία σηψαιμίας - πολυοργανικής ανεπάρκειας επί εδάφους υποξικής εγκεφαλοπάθειας, μετά από παρατεταμένη καρδιακή ασυστολία (βλ.

την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ...-6-2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστή Σ. Π.). Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με ημερομηνία 27-6-2014 βεβαίωση οικογενειακής καταστάσεως του Εθνικού Δημοτολογίου, το προσκομιζόμενο υπ’ αρ. πρωτ. .../14-4-2014 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης που εξέδωσε ο ...

και το επίσης προσκομιζόμενο υπ’ αρ. πρωτ. .../2-5-2014 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών που εξέδωσε ο ίδιος ως άνω ..., ο Γ. Κ., ηλικίας 34 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν υιός των δύο πρώτων των εναγόντων, αδελφός των τρίτης και τέταρτης των εναγουσών και εγγονός της έκτης ενάγουσας. Προσέτι, αποδεικνύεται, ότι ο εν λόγω θανών, ήταν μνηστευμένος με την Α.

Ε. του Ο., πέμπτη ενάγουσα, ο δε γάμος τους επρόκειτο να τελεστεί περί τα τέλη του έτους 2014 και είχαν ξεκινήσει προς τούτο στις σχετικές διαδικασίες και ετοιμασίες, ενώ ήδη συζούσαν σε κοινή οικία στο .... Από τον αδόκητο και αιφνίδιο θάνατο του Γ. Κ., ο ενάγων πατέρας του και οι ενάγουσες μητέρα του, δύο αδελφές του, μνηστή του και γιαγιά του, των οποίων η αντίστοιχη μετ’ αυτού σχέση εξ αίματος συγγένειας και με πρόθεση γάμου σχέση μνηστείας αποδεικνύεται κατά τα προαναφερόμενα (για την ένταξη της μνηστής του θανόντος στην οικογένεια του τελευταίου ως θύματος σε βάρος του αδικοπραξίας, βλ.......), οι οποίοι συνδέονταν μ’ αυτόν με στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης και χωρίς να ενδιαφέρει αν ο θανών συγκατοικούσε με όλους τους, δοκίμασαν υπέρμετρη θλίψη και στεναχώρια από την απώλεια του προαναφερόμενου υιού, αδελφού, μνηστήρα και εγγονού αυτών των ιδίων, ως στενού εξ αίματος συγγενή τους και αγαπημένου, μέλλοντος συζύγου, ειδικότερα της πέμπτης ενάγουσας.

Το με την παρούσα αποφαινόμενο Εφετείο κατόπιν συνεκτιμήσεως των συνθηκών του τροχαίου ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού του ασφαλισμένου και ανήκοντος στην ιδιοκτησία των συνεναγομένων του εταιριών, αντιστοίχως, Δ.Χ. λεωφορείου, της ειδικότερης μορφής του πταίσματος του εναγόμενου οδηγού, του είδους και του βαθμού συγγένειας του θανόντος Γ.

Κ. με καθένα των πρώτου ενάγοντος και των δεύτερης, τρίτης τέταρτης και έκτης των εναγουσών, καθώς επίσης της υπάρξεως σχέσεως μνηστείας μετά προθέσεως άμεσου γάμου του με την πέμπτη ενάγουσα, της κοινωνικής καταστάσεως των ενάγοντος - εναγουσών και του πρώτου εναγόμενου, της οικονομικής καταστάσεως των ενάγοντος - εναγουσών και των εναγόμενων, σε συνδυασμό με τα δεδομένα και τους κανόνες της ανθρώπινης λογικής και πείρας, κρίνει, ότι η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει, να επιδικασθεί στα προαναφερόμενα μέλη της οικογένειας του Γ.

Κ., προκειμένου να παρηγορηθούν και να ανακουφισθούν από το έντονο ψυχικό τους άλγος, ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ για καθένα του πρώτου ενάγοντος και της δεύτερης ενάγουσας, στο ποσό των 100.000 ευρώ για καθεμία της τρίτης και τέταρτης ενάγουσας, στο ποσό των 70.000 ευρώ για την πέμπτη ενάγουσα και στο ποσό των 30.000 ευρώ για την έκτη ενάγουσα, τα οποία ποσά κρίνονται εύλογα κατόπιν σταθμίσεως των ανωτέρω προσδιοριστικών του μεγέθους της ψυχικής οδύνης των προαναφερόμενων δικαιούχων, κριτηρίων...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων λόγω ψυχικής οδύνης στα ανωτέρω ποσά για καθένα τούτων και συνολικά, στο ποσό των 700.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου, ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Επομένως, είναι βάσιμος ο 2ος από τον αριθμό 1, άλλως 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, των διατάξεων της ΕΣΔΑ και το άρθρο 932 του ΑΚ, αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας, που εκφράζουν οι ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους - συγγενείς του θύματος, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα προαναφερόμενα ποσά σε καθένα τούτων και συνολικά το ποσό των 700.000 ευρώ, το οποίο είναι δυσαναλόγως υπέρτερο σε σχέση με τα ποσά, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου δυστυχήματος.

Κατόπιν τούτου ο 2ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας κατά τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και κατά ουσιαστική παραδοχή του 2ου αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρ. 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), για να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αρ. 2447/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο, που αυτοί έχουν καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ