Legislator Case Law & Legislation
565/2017 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on inadmissibility grounds regarding late submission of additional appeal arguments.

Case Number 565/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court ruling regarding its restructuring of branches. The bank argued procedural errors and factual mistakes in the lower court's decision, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the bank failed to serve copies of its additional appeal arguments thirty days before the hearing, violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Additional appeal arguments are inadmissible if the document was not filed with the Supreme Court and served on opposing parties at least thirty full days prior to the hearing.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal arguments Code of Civil Procedure service of documents thirty day rule procedural dismissal bank restructuring dispute Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 806A of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 143/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 565 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 565/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασίλειο Κουτρούμπα και Ευανθία Κατσίγιαννη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Λ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου Πειραιώς. Οι 1η και 3ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Υπαπαντή Καλογεροπούλου, ενώ ο 2ος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2010 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 328/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3729/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-12-2014 αίτησή της και τους από 9-9-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 2-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης ως προς τον με στοιχ. Δ, δεύτερη και πέμπτη παράγραφο κύριο λόγο της και επίσης την παραδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου αυτής με αριθμούς 1α, 1β, 1γ τρίτη παράγραφος, 1δ, 1ε, 2δ και 2ε και την απόρριψη των λοιπών κυρίων λόγων αναίρεσης και πρόσθετων αυτής λόγων

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί. Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ’ αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως((ΟλΑΠ 143/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 9-9-2015 πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ,στις 9 Σεπτεμβρίου 2015, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται, ότι επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους νόμιμα. Επομένως πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικα αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.

Η αποδοχή δε της απόφασης επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ. (Ολ. ΑΠ. 15/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, λόγω αποδοχής της απόφασης που δεν έγινε με τον τύπο του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ.

μπορεί να προταθεί από τον αναιρεσίβλητο, μόνο με τις έγγραφες προτάσεις του που καταθέτει είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο(Α.Π.175/2011). Κατ’ ακολουθίαν η ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου της προκειμένης αίτησης αναίρεσης, λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης από την αναιρεσείουσα, πριν από την άσκηση της, είναι απαράδεκτη διότι προβάλλεται με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις3 Νοεμβρίου 2016,ήτοι μετά την συζήτηση της υπόθεσης και όχι είκοσι ημέρες πριν από αυτή, όπως έπρεπε.

Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ,σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ,υπάρχει όταν η άσκηση αυτού ή ο τρόπος κτήσης του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Καλή πίστη είναι η ευθύτητα ,εμπιστοσύνη και εντιμότητα που πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές.

Η συναλλακτική καλή πίστη, δηλαδή, επιβάλλει στα μέρη μιας έννομης σχέσης την αμοιβαία υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους και κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Ως χρηστά ήθη νοούνται οι αντιλήψεις για την ηθική από τις οποίες εμφορούνται οι χρηστοί και λογικοί κοινωνικοί άνθρωποι που ανήκουν στον μέσο όρο.

Προκειμένου, να κριθεί αν σε συγκεκριμένη συμπεριφορά υπάρχει αντικειμενική αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς.

Ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος είναι το όριο που συνυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα άνω κριτήρια είναι αντικειμενικά ,δεν απαιτείται δηλαδή πταίσμα αυτού που ασκεί το δικαίωμα ,είναι αδιάφορο ποια υπήρξαν τα ελατήρια του ή εάν η κατάχρηση του δικαιώματος οφείλεται ή μη σε υπαιτιότητα του δικαιούχου.

Για να υπάρχει ,εξάλλου, κατάχρηση δεν αρκεί η απλή υπέρβαση των ορίων της άνω διάταξης του άρθρου 281ΑΚ,αλλά πρέπει η υπέρβαση να είναι προφανής, με την έννοια της κατάφωρης πρόσκρουσης στο κοινό περί δικαίου συναίσθημα ,ώστε να αξίζει να θυσιαστεί η ασφάλεια των συναλλαγών και του δικαίου χάριν της επιείκειας.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του Ολ ΑΠ 6/2016, 19/1998, ΑΠ 1460/2005, 1258/2003, 744/2001, 772/1995).

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ’ αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες.

Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 1352/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (βλ.ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της: "Το έτος 2004 η καθ’ ης τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) αποφάσισε, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, να παραχωρήσει σε τρίτους τα καταστήματα που λειτουργούσε η θυγατρική της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε." με αντικείμενο την πώληση και προώθηση των προϊόντων της καθ’ ης. Έτσι, η εν λόγω θυγατρική της καθ’ ης "... Α.Ε.", ως δικαιοπάροχος (franchisor) του πακέτου δικαιόχρησης "...", κατήρτισε, είτε με υπαλλήλους δικούς της είτε με υπαλλήλους της καθ’ ης τράπεζας, συμβάσεις δικαιόχρησης (franchising) και συγχρόνως υπομίσθωσε στους δικαιοδόχους (franchisees) τα μίσθια καταστήματα με τον εξοπλισμό τους, τα οποία, έως τότε, λειτουργούσε η ίδια.

Για το δικαίωμα εισόδου και τη χρήση του εξοπλισμού του καταστήματος και εν γένει του πακέτου δικαιόχρησης, ως επιχειρηματικού συνόλου, κάθε δικαιοδόχος" έπρεπε να καταβάλει χρηματικό αντάλλαγμα, το οποίο, εφόσον δεν διέθετε εξ ιδίων, εξεύρισκε με δανειοδότηση αποκλειστικά από την καθ’ ης τράπεζα, η οποία το χορηγούσε με την εγγύηση της θυγατρικής της εταιρείας "...

Α.Ε.". Με τον τρόπο αυτό λειτούργησαν 110 καταστήματα "...", μεταξύ αυτών και το κατάστημα των ανακοπτόντων(ήδη αναιρεσιβλήτων), (από τους οποίους ο δεύτερος ήταν υπάλληλος της "... Α.Ε."), στα Ιωάννινα. Ειδικότερα, μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." (ήδη αναιρεσίβλητης) και της εταιρείας "...

Α.Ε." καταρτίστηκε η από 15-5-2007 σύμβαση δικαιόχρησης, με την οποία η τελευταία, ως δικαιούχος του πακέτου franchise "...", που χαρακτηρίζει το ομώνυμο δίκτυο διανομής, παραχώρησε στην πρώτη ανακόπτουσα το δικαίωμα διαμεσολάβησης στην προώθηση στο κοινό των τραπεζικών, ασφαλιστικών και συναφών προϊόντων και υπηρεσιών της καθ’ ης τράπεζας, όπως και το δικαίωμα χρήσης του διακριτικού τίτλου, του καταχωρημένου σήματος και της τεχνογνωσίας της, με τη λειτουργία ενός καταστήματος του ενιαίου δικτύου "..." επί της οδού ...

στα Ιωάννινα, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, που ορίστηκε από 15-5-2007 έως 30-11-2018, και όχι για πέντε έτη (όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην υπό κρίση ανακοπή). Οι υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου που προβλέφθηκαν με τη σύμβαση αυτή (πέραν της κύριας υποχρέωσης παραχώρησης του δικαιώματος διαμεσολάβησης στην προώθηση στο κοινό των τραπεζικών, ασφαλιστικών και συναφών προϊόντων και υπηρεσιών της καθ’ ης τράπεζας), ήταν, μεταξύ άλλων, η δικαιοπάροχος (η θυγατρική της καθ’ ης) να μην παραχωρεί το δικαίωμα εκμετάλλευσης μέρους ή συνόλου του franchise σε τρίτους στην παραχωρούμενη περιοχή, να παρέχει διαρκή τεχνική υποστήριξη στη δικαιοδόχο με τη συνεχή παροχή συμβουλών, οδηγιών και άλλων υπηρεσιών, να παρέχει σε αυτή (τη δικαιοδόχο) όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προβολής και προώθησης των προϊόντων, να την ενημερώνει για νέα προϊόντα, νέες μεθόδους και πολιτικές, να την υποστηρίζει στον τρόπο και στο είδος προβολής των προϊόντων στην περιοχή, να της κοινοποιεί τεχνογνωσία ικανή να βελτιώσει την ανταγωνιστική της θέση, να παρέχει εκπαίδευση σε αυτή και τους υπαλλήλους της σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης κλπ.

Αντίστοιχα, οι υποχρεώσεις της δικαιοδόχου που ορίστηκαν με τη σύμβαση (πέραν της υποχρέωσης καταβολής της συμφωνημένης αξίας του πακέτου franchise, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω), ήταν, μεταξύ άλλων, οι εξής: να εφαρμόζει πλήρως (η δικαιοδόχος) το franchise, σύμφωνα με τις δεσμευτικές αρχές, προδιαγραφές, και οδηγίες της δικαιοπαρόχου χωρίς παρεκκλίσεις, να διατηρεί το απαραίτητο πεδίο ρευστότητας της επιχείρησης της, να απασχολεί επαρκές και εξειδικευμένο προσωπικό, να πληρώνει με δικά της έξοδα τις υποχρεώσεις της επιχείρησης της, να διαθέτει αποκλειστικά και μόνο προϊόντα που ορίζει η δικαιοπάροχος, να μην κοινολογεί σε τρίτους την τεχνογνωσία που παραχώρησε σ’ αυτή η δικαιοπάροχος κλπ.

Με την ίδια σύμβαση οι εν λόγω συμβαλλόμενες συναποδέχθηκαν ρητώς (όρος 7.13) ότι η αξία της επιχείρησης, που μεταβιβάζεται στη δικαιοδόχο για τους σκοπούς της σύμβασης δικαιόχρησης, ανέρχεται στο ποσό των 149.000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), το οποίο η δικαιοδόχος αναλαμβάνει να εξοφλήσει προς τη δικαιοπάροχο, εν μέρει μετρητοίς, με το ποσό των 14.000 ευρώ που κατέβαλε η δικαιοδόχος στις 21-3-2007 με την υπογραφή του προσυμφώνου της σύμβασης και του ποσού των 20.000 ευρώ που- θα κατέβαλε εντός έξι μηνών από την υπογραφή της σύμβασης και εν μέρει, και συγκεκριμένα με ποσό 115.000 ευρώ, εκ προϊόντος δανείου, δεκαετούς διάρκειας, που θα χορηγούνταν από την καθ’ ης τράπεζα με την εγγύηση της δικαιοπαρόχου.

Πράγματι, στις 31-10-2007 καταρτίστηκε η αντίστοιχη δανειακή σύμβαση μεταξύ της καθ’ ης τράπεζας και της πρώτης ανακόπτουσας, ποσού 191.800 ελβετικών φράγκων ή 115.000 ευρώ, την οποία συνυπέγραψαν ως εγγυητές η δικαιοπάροχος εταιρεία "... Α.Ε." και οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την καταβολή οποιασδήποτε οφειλής προέκυπτε, παραιτούμενοι, εκ των προτέρων, από την ένσταση διζήσεως και από τα δικαιώματα των άρθρων 852, 853, 854, 858, 862, 863, 866, 867, 868 του ΑΚ.

Επίσης, από τις 10-5-2007, είχε υπογραφεί, μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας ως υπομισθώτριας και της εταιρείας "0ΡΕΝ 24 Α.Ε." ως υπεκμισθώτριας, σύβαση υπομίσθωσης του ακινήτου, στο οποίο θα λειτουργούσε το κατάστημα των ανακοπτόντων, επί της οδού ... στα Ιωάννινα. Με την προαναφερόμενη σύμβαση δανείου ορίστηκε ότι για την παρακολούθηση του δανείου και της καταβολής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων θα τηρείται από την καθ’ ης τράπεζα λογαριασμός και ότι η οφειλή προς την τράπεζα θα αποδεικνύεται από απόσπασμα που θα εξάγει η τελευταία από τα βιβλία της με την κίνηση του λογαριασμού αυτού.

Η εκταμίευση ολόκληρου του ποσού του εν λόγω επαγγελματικού δανείου έγινε στις 31-10-2007 και την 1-11-2007, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης της δικαιοδόχου εταιρείας προς την καθ’ ης τράπεζα, καταβλήθηκε αυτό εξ ολοκλήρου σε λογαριασμό της εταιρείας "... Α.Ε." σε εκπλήρωση της αντίστοιχης συμβατικής υποχρέωσης της δικαιοδόχου, έναντι της δικαιοπαρόχου, για την αγορά του πακέτου franchise του παραπάνω υποκαταστήματος "..." στα Ιωάννινα.

Η εταιρεία "... Α.Ε.", όπως προαναφέρθηκε, είναι θυγατρική της καθ’ ης, αφού αυτή είναι μοναδική μέτοχος, κατά ποσοστό 100%, και ασκεί στην εν λόγω θυγατρική εταιρεία πλήρη έλεγχο, δηλαδή η καθ’ ης έχει την εξουσία, άμεσα ή έμμεσα, να κατευθύνει τις χρηματοοικονομικές και λειτουργικές αρχές διαχείρισης της και οι επιχειρηματικές κινήσεις της τελευταίας τελούσαν, υπό την έγκριση της μητρικής επιχείρησης, με σκοπό η τελευταία να έχει οφέλη από τη θυγατρική της εταιρεία.

Έτσι, λόγω του ότι η "... Α.Ε.", με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της 31-12-2008, παρουσίασε το έτος 2008, ζημίες, ύψους 7.406.212 ευρώ, η καθ’ ης μητρική εταιρεία αποφάσισε την αναδιάρθρωση των καταστημάτων "..." με ενσωμάτωση μέρους αυτών στο δίκτυο των δικών της καταστημάτων (καθ’ ης τράπεζας) και με κλείσιμο των υπολοίπων.

Το σχέδιο αυτό άρχισε να υλοποιείται από το δεύτερο εξάμηνο του 2008 και ολοκληρώθηκε το 2010. Στο πλαίσιο υλοποίησης της απόφασης αυτής, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έκλεισαν 100 καταστήματα "...", αφού προηγουμένως οδηγήθηκαν σε οικονομική ασφυξία, διότι η δικαιοπάροχος εταιρεία "... Α.Ε." (η οποία, σύμφωνα με τη σύμβαση δικαιόχρησης, έπρεπε να λειτουργεί προς επίτευξη των σκοπών της εν λόγω σύμβασης), παρά τα συμφωνημένα (με τη σύμβαση δικαιόχρησης) και παρά το ότι οι δικαιοδόχοι (όπως και οι ανακόπτοντες) ακολουθούσαν πιστά τις οδηγίες και υποδείξεις της (δικαιοπαρόχου), ενεργώντας εν γνώσει της καθ’ ης και σε συνεργασία με αυτή, όχι μόνο δεν υποστήριξε ούτε βοήθησε, ως όφειλε, την πρόοδο και εξέλιξη του δικτύου των καταστημάτων "...", αλλά, αντίθετα, υπονόμευσε την προοπτική τους, αφού αυτή (η δικαιοπάροχος) αφαίρεσε από τα καταστήματα "..." προϊόντα και υπηρεσίες, που πλέον διατίθεντο στο καταναλωτικό κοινό μόνο μέσω των καταστημάτων του δικτύου της καθ’ ης τράπεζας.

Επιπλέον, η καθ’ ης απέρριπτε εγκρίσεις δανείων μέσω των εν λόγω καταστημάτων, τα οποία (δάνεια), στη συνέχεια, εγκρίνονταν από τα καταστήματα του δικού της δικτύου, αποσπώντας την πελατεία των καταστημάτων "...". Με τον τρόπο αυτό η δικαιοπάροχος και η καθ’ ης αποστέρησαν από τα εν λόγω καταστήματα (και το κατάστημα των ανακοπτόντων) την ανάλογη προμήθεια, δεδομένου ότι η αμοιβή τους είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό επί των ακαθάριστων προμηθειών της δικαιοπαρόχου εταιρείας "...

Α.Ε." από την καθ’ ης τράπεζα από τις συμβάσεις που συνάπτονταν μέσω αυτών των καταστημάτων, με αποτέλεσμα τα καταστήματα του δικτύου να οδηγηθούν στο κλείσιμο. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων των καταστημάτων του εν λόγω δικτύου που έκλεισαν, οι σχετικές διαφορές μεταξύ της τράπεζας και των δικαιοδόχων για τα δάνεια που έλαβαν διευθετήθηκαν με παράλληλες μεταξύ τους συμφωνίες, χωρίς η καθ’ ης να εκδώσει διαταγές πληρωμής για τα επαγγελματικά αυτά δάνεια.

Στην περίπτωση των ανακοπτόντων η δικαιοπάροχος εταιρεία "... Α.Ε." στις 26-5-2009 κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης του καταστήματος, όπου λειτουργούσε η επιχείρηση αυτών, εκδιώκοντας τους ουσιαστικά από το χώρο αυτό, ενώ ήταν ενεργός ακόμα η σύμβαση δικαιόχρησης και το κατάστημα σε λειτουργία. Για την εν λόγω καταγγελία, οι ανακόπτοντες δεν ενημερώθηκαν από τη δικαιοπάροχο, αλλά από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, ο οποίος επικόλλησε ενοικιαστήριο σε αυτό, στις 30-7-2009, ενώ, στις 31-7-2009, υπάλληλοι της δικαιοπαρόχου και της καθ’ ης τράπεζας άδειασαν το ηλεκτρονικό ταμείο του καταστήματος και η δικαιοπάροχος απαίτησε το μηδενισμό των καρτών και pin mailers και την αποστολή όλων των καρτελών λογαριασμών του καταστήματος, επιβάλλοντας το κλείσιμο του.

Κατόπιν αυτών, οι ανακόπτοντες, με την από 30-7-2009 εξώδικη διαμαρτυρία -καταγγελία, που επέδωσαν στις 31-7-2009 στη δικαιοπάροχο εταιρεία και κοινοποίησα στην καθης τράπεζα, κατήγγειλαν τη σύμβαση δικαιόχρησης, δεδομένου ότι ήταν αδύνατη η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης τους. Επίσης, με την εν λόγω καταγγελία διαμαρτυρήθηκαν στη δικαιοπάροχο για τον μονομερή και αντίθετο από τα συμφωνημένα προσδιορισμό της αμοιβής τους, (που, σύμφωνα με τον όρο 12.1 της σύμβασης, ήταν ίση με ποσοστό 70% επί των ακαθάριστων προμηθειών που λάμβανε η δικαιοπάροχος από την καθ’ ης τράπεζα) και νια τη μη παράδοση αντιγράφων των σχετικών συμβάσεων μεταξύ της δικαιοπαρόχου και της καθ’ ης τράπεζας προς απόδειξη των οφειλόμενων ποσοστών προμηθειών.

Στη συνέχεια, με την από 9-11-2009 εξώδικη καταγγελία της, η καθ’ ης τράπεζα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση δανείου με την πρώτη ανακόπτουσα, η οποία όφειλε δόσεις από τον Φεβρουάριο του 2009 έως και τον Οκτώβριο του 2009, με αποτέλεσμα, κατά τους όρους της σχετικής δανειακής σύμβασης, να καταστεί απαιτητό και ληξιπρόθεσμο και το υπόλοιπο ποσό του δανείου.

Ακολούθως, η καθ’ ης τράπεζα πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης ...2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον των ανακοπτόντων μόνο, και όχι και κατά της συνεγγυήτριας θυγατρικής της εταιρείας "... Α.Ε.", με την οποία (διαταγή πληρωμής) υποχρεώνονται οι ανακόπτοντες, η πρώτη ως οφειλέτρια και οι λοιποί ως εγγυητές, να καταβάλουν εις ολόκληρον στη δανείστρια τράπεζα-καθ’ ης το ποσό των 191.093,53 ελβετικών φράγκων ή το ισότιμο ποσό σε ευρώ, ήτοι 131.732,52 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Με αυτά τα δεδομένα, κατόπιν των όσων πιο πάνω αποδείχθηκαν και όσων κατωτέρω εκτίθενται, η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης, με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, να επιδιώξει την είσπραξη του προαναφερόμενου επαγγελματικού δανείου που είχε χορηγηθεί στους ανακόπτοντες, αποκλειστικά, για τους σκοπούς της σύμβασης δικαιόχρησης και καταβληθεί εξ ολοκλήρου στο λογαριασμό της δικαιοπαρόχου ως αντίτιμο για το "πακέτο δικαιόχρησης" και τον εξοπλισμό του καταστήματος, που, σημειωτέον, παραμένει στην κατοχή της καθ’ ης τράπεζας, υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος αυτού και, συνεπώς, ασκήθηκε καταχρηστικά.

Εξάλλου, η απόφαση, τόσο για τη δημιουργία όσο και για το κλείσιμο των καταστημάτων "...... ήταν της καθ’ ης τράπεζας, ως μητρικής εταιρείας και, περαιτέρω, οι ανακόπτοντες, όπως και όλοι οι δικαιοδόχοι, δανείστηκαν από την καθ’ ης μεγάλα χρηματικά ποσά για να επενδύσουν στο δίκτυο franchising "...", βασιζόμενοι στη συνεργασία και στήριξη τους, καθώς και στη στήριξη όλου του δικτύου "..." από την καθ’ ης (αφού τα δικά της προϊόντα προωθούνταν μέσω του δικτύου αυτού) και τη θυγατρική της εταιρεία για την επίτευξη των σκοπών της σύμβασης δικαιόχρησης, αλλά και στις εκτιμήσεις της καθ’ ης, που είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα για ευοίωνες προοπτικές κερδοφορίας του δικτύου "...".

Στη συνέχεια, όμως, λόγω του εσφαλμένου των εκτιμήσεων της τελευταίας (καθ’ ης) για κερδοφορία του δικτύου "...", αυτή αποφάσισε το κλείσιμο των εν λόγω καταστημάτων. Οι επιχειρηματικές αυτές επιλογές της καθ’ ης αποτελούν, κατ’ αρχήν, αναφαίρετο δικαίωμα της, εφόσον έκρινε, αρχικά, ότι η δημιουργία του δικτύου "..." ήταν συμφέρουσα γι’ αυτή και, μεταγενέστερα, έκρινε ότι η συνέχιση της λειτουργίας του, που δεν της παρείχε την ωφέλεια που προσδοκούσε, ήταν ζημιογόνος.

Ενόψει, όμως, του ότι η υλοποίηση της επιχειρηματικής της αυτής απόφασης είχε ως συνέπεια, αρχικά, την υπονόμευση, μέσω της θυγατρικής της εταιρείας (και σε συνεργασία με αυτήν-καθ’ ης) αλλά και από την ίδια, της προοπτικής του δικτύου δικαιόχρησης "..." (με τον περιορισμό του αντικειμένου των εργασιών τους μέσω της θυγατρικής της και την, από την ίδια - καθ’ ης, απόρριψη δανείων που καταρτίζονταν μέσω των εν λόγω καταστημάτων που στη συνέχεια εγκρίνονταν από τα δικά της καταστήματα), και, ακολούθως, το κλείσιμο των εν λόγω καταστημάτων, μεταξύ αυτών και του καταστήματος των ανακοπτόντων, που επέφερε αυτομάτως την πλήρη αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεων των τελευταίων προς την καθ’ ης, προκαλείται έντονη η εντύπωση της αδικίας γι’ αυτούς με την επιδίωξη, εκ μέρους της καθ’ ης, είσπραξης του επίδικου δανείου, το οποίο, άλλωστε, είχε ολόκληρο κατατεθεί σε λογαριασμό της δικαιοπαρόχου, που είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια στην εν λόγω σύμβαση δανείου.

Σημειώνεται ότι η από 15-5-2007 σύμβαση δικαιόχρησης, ενώ είχε διάρκεια από 15.5.2007 μέχρι και 30.11.2018 (κατόπιν της κατά τα άνω απόφασης της καθ’ ης και της υλοποίησης της), λειτούργησε για λιγότερο από δυόμισι έτη, με αποτέλεσμα, και απ’ αυτόν το λόγο, να προκαλείται, έντονη η εντύπωση της αδικίας για τους ανακόπτοντες με την επιδίωξη του υπόψη δικαιώματος της καθ’ ης, αφού η τελευταία, αν και δεν ήταν συμβαλλόμενη στη σύμβαση δικαιόχρησης και παρά το αυθύπαρκτο της σύμβασης αυτής από τη σύμβαση του δανείου, με την παραπάνω απόφαση της και την υλοποίηση της (αρχικά, με την υπονόμευση του δικτύου από τη θυγατρική της σε συνεργασία με αυτήν - καθ’ ης αλλά και από την ίδια και, στη συνέχεια, με το κλείσιμο των καταστημάτων, όπως έχει προεκτεθεί) καθόρισε τις εξελίξεις στην εν λόγω σύμβαση που οδήγησαν στο κλείσιμο του καταστήματος των ανακοπτόντων και στην αυτόματη και οριστική αδυναμία τους αποπληρωμής του δανείου.

Ο ισχυρισμός της καθ’ ης, ότι δηλαδή οι ανακόπτοντες γνώριζαν τον επιχειρηματικό κίνδυνο και τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των δόσεων του δανείου, δεν αναιρεί τις προηγούμενες παραδοχές, καθώς η καθ’ ης συνέβαλε με τις λανθασμένες επιλογές, στρατηγικές και εκτιμήσεις της (ανεξαρτήτως αν αυτές οφείλονταν σε υπαιτιότητα της ή στην οικονομική κρίση ή και σε άλλους παράγοντες), αφενός μεν οι ανακόπτοντες να αναλάβουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο της εν λόγω επένδυσης που αποδείχθηκε καταστροφική γι’ αυτούς και αφετέρου να πραγματοποιηθεί ο επιχειρηματικός αυτός κίνδυνος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των αποφάσεων της προς τους ανακόπτοντες και μη λαμβάνοντας μέτρα (εδώ, στην περίπτωση των ανακοπτόντων), αποτροπής των υπέρμετρα επαχθών γι’ αυτούς συνεπειών, αντίθετα από ό,τι έπραξε στην πλειοψηφία των περιπτώσεων των λοιπών καταστημάτων του εν λόγω δικτύου που έκλεισαν.

Ειδικότερα, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών οι σχετικές διαφορές μεταξύ της τράπεζας και των δικαιοδόχων για τα δάνεια που έλαβαν διευθετήθηκαν με παράλληλες μεταξύ τους συμφωνίες, χωρίς η καθ’ ης να εκδώσει διαταγές πληρωμής για τα επαγγελματικά αυτά δάνεια, τούτο όμως δεν συνέβη στην περίπτωση των ανακοπτόντων (χωρίς να δίδεται κάποια εξήγηση από την καθ’ ης για τη διαφορετική αυτή αντιμετώπιση), γεγονός, που επιτείνει την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς της καθ’ ης.

Να σημειωθεί, ακόμη, ότι η καθ’ ης, ναι μεν ως δανείστρια έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το επίδικο δάνειο, κατά την προτίμηση της, από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, κατά τη νομικώς ανέλεγκτη και απολύτως ελεύθερη (κατ’ αρέσκεια) κρίση της. Στην ερευνώμενη, όμως, περίπτωση συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, όπου η άσκηση του δικαιώματος της αυτού κατά των καθ’ ων, αντί να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής από τη θυγατρική της εταιρεία που είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια στην επίδικη σύμβαση δανείου, συνιστά και γι’ αυτό το λόγο υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του υπόψη δικαιώματος της καθ’ ης, κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν.

Συγκεκριμένα, στο λογαριασμό της θυγατρικής της εταιρείας κατατέθηκε ολόκληρο το ποσό του δανείου, ο εξοπλισμός του καταστήματος παραμένει στην κατοχή της καθ’ ης τράπεζας, η δημιουργία και, στη συνέχεια, το κλείσιμο των καταστημάτων "..." ήταν απόφαση της καθ’ ης, η οποία υλοποιήθηκε, με τον τρόπο που προεκτέθηκε, από την ίδια και τη θυγατρική της εταιρεία που είναι απολύτως εξαρτημένη από την καθ’ ης, ενώ η τελευταία γνώριζε ότι με αυτόν τον τρόπο καθίστατο αδύνατη η αποπληρωμή του επίδικου επαγγελματικού δανείου από τους ανακόπτοντες...".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που κρίνοντας ομοίως, ότι η άσκηση του δικαιώματος της τελευταίας να επιδιώξει την είσπραξη του δανεισθέντος στους αναιρεσιβλήτους ποσού με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ασκήθηκε καταχρηστικά, την ακύρωσε.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ,την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα σ’ αυτή, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ,που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες ,οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ,έτσι ώστε καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε τι είναι καταχρηστική η δικαστική επιδίωξη εκ μέρους της αναιρεσείουσας, της είσπραξης του επαγγελματικού δανείου, που είχε χορηγήσει στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με τις παραδοχές, ότι: 1) αυτό δόθηκε αποκλειστικά για τους σκοπούς της σύμβασης δικαιόχρησης και είχε μεταφερθεί εξ ολοκλήρου στο λογαριασμό της δικαιοπαρόχου "..." ως αντίτιμο για το "πακέτο δικαιόχρησης"και τον εξοπλισμό του μισθωθέντος από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων καταστήματος, 2) η αναιρεσείουσα ήταν αυτή που απεφάσισε την κατάρτιση συμβάσεων δικαιόχρησης μεταξύ της εταιρίας "...

ΑΕ",θυγατρικής της αναιρεσείουσας τράπεζας(που είναι και η μοναδική της μέτοχος και στην οποία ασκεί πλήρη έλεγχο), με τρίτους ,με αντικείμενο την πώληση και προώθηση των τραπεζικών της προϊόντων και ταυτόχρονη υπομίσθωση σ’ αυτούς των μισθίων καταστημάτων με τον εξοπλισμό τους, 3) σ’ αυτά τα πλαίσια η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, βασιζόμενη στην στήριξη της αναιρεσείουσας και στις εκτιμήσεις, ως επαγγελματία και γνώστη της αγοράς χρημάτων, για ευοίωνες προοπτικές κερδοφορίας, κατήρτισε μία τέτοια σύμβαση, διαρκείας από 15-5-2007 έως 30-11-2018, για την αγορά του πακέτου της οποίας και τον εξοπλισμό του μισθωθέντος καταστήματος έλαβε από την αναιρεσείουσα (από την οποία και μόνο εδικαιούτο, κατά τους όρους της συμφωνίας δικαιόχρησης, να δανειστεί, εφόσον δεν διέθετε εξ ιδίων) το επίμαχο ποσό των 115.000 ευρώ, 4)από το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2008,η αναιρεσείουσα άλλαξε το άνω επιχειρηματικό της σχέδιο, που θεώρησε ότι δεν της απέδιδε οικονομικά και απεφάσισε το κλείσιμο των καταστημάτων του δικτύου "...", μεταξύ αυτών δε έκλεισε και το κατάστημα που είχε μισθώσει η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, το οποίο αποτελούσε την μοναδική πηγή εσόδων της, για την εξυπηρέτηση του ληφθέντος δανείου, καίτοι γνώριζε ότι κατ’ αυτό τον τρόπο καθίστατο αδύνατη η αποπληρωμή του επίδικου δανείου από τους αναιρεσίβλητους (ενώ και προηγουμένως το είχε οδηγήσει σε οικονομική ασφυξία με την μη έγκριση δανείων μέσω αυτού και την εντεύθεν αποστέρηση της ανάλογης προμήθειας), 5) η αναιρεσείουσα, στην οποία παραμένει ο εξοπλισμός του καταστήματος που λειτουργούσαν οι αναιρεσίβλητοι, αδιαφόρησε για τις υπέρμετρα επαχθείς για τους αναιρεσίβλητους συνέπειες της άνω επιχειρηματικής της απόφασης (που αναιρούσε την προηγούμενη της ιδίας, για την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης δικαιόχρησης, η οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση λειτούργησε για λιγότερο από δυόμιση έτη αντί των εντεκάμιση που προβλεπόταν), εκδίδοντας την επίμαχη διαταγή πληρωμής, ενώ στην πλειοψηφία των λοιπών καταστημάτων του δικτύου αυτού, οι σχετικές διαφορές μεταξύ της αναιρεσείουσας και των δικαιοδόχων διευθετήθηκαν με συμφωνίες χωρίς η τελευταία να προβεί σε δικαστική επιδίωξη είσπραξης των αντίστοιχων επαγγελματικών δανείων που τους είχε καταβάλει για τον ίδιο σκοπό και χωρίς να δίδει κάποια εξήγηση για την διαφορετική αυτή αντιμετώπιση και 6)η αναιρεσείουσα, παρά ταύτα, προτίμησε να απαιτήσει την παροχή από το δάνειο από τους αναιρεσίβλητους και όχι από την συμβληθείσα στην σύμβαση παροχής αυτού ως εγγυήτρια, ανωτέρω θυγατρική της εταιρία ...

ΑΕ, στο λογαριασμό της οποίας κατατέθηκε εξαρχής ολόκληρο το ποσό του δανείου. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό τα στοιχεία Β και Γ η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, α) αρκέσθηκε στην πρόκληση βλάβης έστω και σημαντικής στους αναιρεσίβλητους, β) δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά που αφορούν την συμπεριφορά αυτής έναντι των αναιρεσιβλήτων, αλλά μόνο περιστατικά ενδεχόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς της θυγατρικής της και αποτελούσας διαφορετικό νομικό πρόσωπο εταιρίας ...,γ)το ότι είναι (η αναιρεσείουσα) η μοναδική μέτοχος της τελευταίας κατά ποσοστό 100% δεν αρκεί για να θεμελιώσει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της θυγατρικής της εταιρίας και δ) η άσκηση του δικαιώματος της να μην επιλέξει την συνεγγυήτρια ως άνω θυγατρική της εταιρία ,αλλά τους αναιρεσίβλητους για την επιδίωξη είσπραξης του οφειλόμενου δανείου, αποτελεί δικαίωμα της που πηγάζει από την ελευθερία δράσης του ατόμου στην κοινωνία.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζει την κρίση της περί πλήρωσης του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ,σε πλείονες παραδοχές που λήφθηκαν υπόψη αθροιστικά και οι οποίες αφορούν την συμπεριφορά της αναιρεσείουσας (μη έχουσες σχέση με κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της θυγατρικής της εταιρίας ...) και όχι μόνο στην προξενηθείσα από την άσκηση του δικαιώματος της βλάβη στους αναιρεσίβλητους, ούτε και στην επιλογή της να επιδιώξει την είσπραξη του δανεισθέντος ποσού από τους αναιρεσίβλητους αντί από την συνεγγυήτρια.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο ειδικότερη αιτίαση ότι η κατάρτιση σύμβασης δικαιόχρησης με πρώην υπάλληλο της αναιρεσείουσας ή της ... ΑΕ δεν καθιστά καταχρηστικό το δικαίωμα της, στηρίζεται επίσης σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμη, εφόσον δεν υφίσταται τέτοια παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου είναι σαφές και πλήρως αιτιολογημένο, ενώ δεν απαιτείται για την επάρκεια της αιτιολογίας του να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αν οι δικαιοδόχοι είχαν την δυνατότητα να δανειοδοτηθούν με ευνοϊκότερους όρους από άλλη Τράπεζα, β) από που απέρρεε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να υποστηρίξει την πρόοδο του δικτύου καταστημάτων της "...", γ)ποια συγκεκριμένα δάνεια απορρίφθηκαν από αυτή και γιατί, δ) ποιο ήταν το δεσμεύον την αναιρεσείουσα καταστατικό όργανο που απεφάσισε την αναδιάρθρωση των καταστημάτων της "...", ε) αν οι λανθασμένες στρατηγικές και εκτιμήσεις (που δέχεται) βαρύνουν την αναιρεσείουσα υπαιτίως ή αν αυτές οφείλονται στην οικονομική κρίση και στ) αν οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν αίτημα για τη διευθέτηση του ληφθέντος δανείου τους και ποια ήταν η συμπεριφορά της ίδιας.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, υπό στοιχείο Δ λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ,είναι απαράδεκτα, όπως και ο σχετικός λόγος ,όσον αφορά τις α, γ, δ και στ αιτιάσεις, εφόσον οι ανωτέρω ελλείψεις αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και δεν, ιδρύουν την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στην υποχρέωση της αναιρεσείουσας να στηρίξει την πρόοδο των καταστημάτων του δικτύου ...,ούτε και στην αιτία των αρχικά λανθασμένων εκτιμήσεων της ως προς το εν λόγω δίκτυο.

Επισημαίνεται ότι δεν αντιφάσκει η παραδοχή της προσβαλλόμενης περί κατάρτισης σύμβασης δικαιόχρησης μεταξύ της πρώτης των αναιρεσίβλητων και της εταιρίας ... ΑΕ με αυτή ότι το δάνειο που έλαβε (η πρώτη των αναιρεσιβλήτων) από την αναιρεσείουσα(με ιδιαίτερη μεταξύ τους σύμβαση) μεταφέρθηκε εξ’ ολοκλήρου στο λογαριασμό της ανωτέρω θυγατρικής της εταιρίας και η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη.

Τέλος, η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, ως προς την διάταξη του άρθρου 806ΑΚ,είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύεται το νομικό λάθος στο οποίο υπέπεσε η προσβαλλόμενη σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή αυτής και σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης σχετικώς.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Δεκεμβρίου 2014 και τους από 9 Σεπτεμβρίου 2015 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΕ" για αναίρεση της 3729/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ