Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on unilateral change of employment terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by OTE against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court found that the employer unilaterally changed the employee's job terms, causing moral and material damage, and ordered compensation. The Supreme Court upheld this finding, rejecting the employer's claim that the employee's request for voluntary exit constituted abuse of rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 200, 281, 288, 652, 656 of the Civil Code; Article 7 of Law 2112/1920: The employer's right to organize work does not permit actions that violate the employment contract or good faith, allowing the employee to claim damages for moral and material harm resulting from such unilateral changes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 565 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 565/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΤΕ) Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3029/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 200, 281, 288, 652, 656 ΑΚ και 7 Ν.2112/1920 προκύπτει ότι ο μισθωτός υποχρεούται να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία και ο εργοδότης υποχρεούται να τη δέχεται σύμφωνα με τους όρους της καταρτισμένης μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως, μέσα στα πλαίσια που οριοθετούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών της. Δεν επιτρέπεται όμως σ' αυτόν, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, να προβαίνει σε ενέργειες από τις οποίες θίγεται η προσωπικότητα του εργαζομένου και προκαλείται ηθική και υλική βλάβη σ' αυτόν.
Σε τέτοια περίπτωση που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας δικαιούται ο μισθωτός, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, να αξιώσει σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 914 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη και αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια πράξη του εργοδότου του.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 17-8-1972, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διοικητικός υπάλληλος, εξελιχθείς ομαλά υπηρεσιακά.
Είναι απόφοιτος του Φυσικού Τμήματος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από τo έτος 1981 και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην Ηλεκτρονική και Ραδιοηλεκτρολογία του ίδιου Πανεπιστημίου στον ηλεκτρονικό αυτοματισμό. Από το έτος 1884 και εφεξής, λόγω των αυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αλλά και της εμπειρίας του, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα σε διάφορες υπηρεσίες της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου Μηχανικού της υπηρεσίας Συντήρησης των PCM στο συγκρότημα Υπεραστικών Εγκαταστάσεων από το Σεπτέμβριο 1984 έως το Νοέμβριο 1986, Προϊσταμένου του Κέντρου Πολυπλεξίας έως 16-2-1996 και προϊσταμένου της υποδιεύθυνσης Συντήρησης Συστημάτων Πολυπλεξίας από το Φεβρουάριο 1996 έως το Σεπτέμβριο του 2000, στη συνέχεια δε, δυνάμει της από 11-8-2000 απόφασης του ΔΣ της αναιρεσείουσας τοποθετήθηκε στη θέση του προϊσταμένου Διεύθυνσης Διαχείρισης Δικτύου και Συντήρησης.
Με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, τοποθετήθηκε εκ νέου στην ίδια θέση, μετά από προκήρυξη αυτής, καθόσον αξιολογήθηκε πρώτος μεταξύ των συνυποψηφίων του, λόγω των ως άνω αυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και των ικανοτήτων του, καθώς και της επιτυχούς ασκήσεως των καθηκόντων του στη συγκεκριμένη θέση.
Κατέχοντας την ως άνω διευθυντική θέση ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε τις πλήρεις αποδοχές και λοιπές παροχές που αντιστοιχούσαν σ' αυτή, στις οποίες περιλαμβάνονταν το επίδομα θέσης 1500 ευρώ μηνιαίως, η χρήση κινητού τηλεφώνου και υπηρεσιακού αυτοκινήτου, καθώς και η χρήση πιστωτικής κάρτας για δαπάνες επαγγελματικής φύσης σχετικές με την προβολή της Εταιρίας.
Στη θέση αυτή υπηρέτησε ο αναιρεσίβλητος και κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, κατά τη διάρκεια των οποίων και συγκεκριμένα στις 14-8-2004 διεκόπη η μετάδοση αυτών για 45 λεπτά περίπου, από την τηλεόραση (ΕΡΤ και ΝΕΤ) στη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα, εξαιτίας βλάβης στο σταθμό Α/Τ Πελασγίας Φθιώτιδας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την παρέμβαση Κυβερνητικών παραγόντων και την παραίτηση του Γενικού Διευθυντή Τεχνικών Θεμάτων ΑΑ.
Στο συμπέρασμα της από 29-11-2004 Έκθεσης Διοικητικής Ανάκρισης του ΒΒ, Γενικού Διευθυντή του Εσωτερικού Ελέγχου του ΟΤΕ, η οποία συντάχθηκε στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης που διέταξε για το ανωτέρω θέμα ο Πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσείουσας, με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του, μετά το πέρας των Ολυμπιακών και των Παραολυμπιακών αγώνων, αναφέρεται ότι: "1.
Οι βλάβες που εκδηλώθηκαν στο σταθμό Α/Τ Πελασγίας δεν προήλθαν από ενέργειες ή παραλήψεις Υπηρεσιακών οργάνων. 2. Υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην αποκατάσταση της ροής των Τ/Ο σημάτων χωρίς ωστόσο να οφείλεται σε ανεπάρκεια, αμέλεια ή αδράνεια των εμπλεκομένων υπηρεσιακών οργάνων αλλά στις ιδιαιτερότητες των συνθηκών κάτω από τις οποίες κλήθηκαν να ενεργήσουν. 3.
Υπήρξε ολιγωρία Κεντρικών Υπηρεσιών στην εκπόνηση και εφαρμογή ενός σχεδίου δράσης που θα αποσκοπούσε στην περαιτέρω διασφάλισης της λειτουργικότητας και της διαθεσιμότητας των Ρ/Η δικτύων". Για την ως άνω ολιγωρία, σύμφωνα με την ως άνω έκθεση, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι οι τρεις προϊστάμενοι των Κεντρικών επιτελικών Υπηρεσιακών Λειτουργιών, ήτοι ο ΓΓ, ο ΑΑ και ο αναιρεσίβλητος, αλλά όπως αναφέρεται στο σχετικό πόρισμα, η αποδιδόμενη σ' αυτούς ολιγωρία "σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει πειθαρχικό αδίκημα ...".
Στην προαναφερόμενη έκθεση Διοικητικής Ανάκρισης αναφέρεται επίσης ότι το πρόβλημα που ανέκυψε θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, αν είχε γίνει δεκτή η από 9-5-2004 πρόταση της ΕΡΤ για παράλληλη διοχέτευση των Τ/Ο σημάτων μέσω δακτυλίου (οπτικών ινών), πλην όμως η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή από το ΑΑ, Γενικό Διευθυντή Τεχνικών Θεμάτων, ο οποίος χειριζόταν αποκλειστικά τα ζητήματα που σχετίζονταν με την ΕΡΤ και μάλιστα δεν γνωστοποίησε την επιστολή της ΕΡΤ στον αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση να χαθεί "η ευκαιρία μιας ενδεχόμενης διαφορετικής εκτίμησης και αντιμετώπισης".
Η ανωτέρω έκθεση γνωστοποιήθηκε προφορικά στον αναιρεσείοντα την 30-11-2004, μετά δε δεκαπενθήμερο υποβλήθηκε απ' αυτόν έγγραφη απάντηση στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της αναιρεσείουσας που τεκμηρίωνε τις απόψεις του περί μη εμπλοκής του στην υπόθεση. Ο αναιρεσίβλητος με το από 31-3-2004 εμπιστευτικό έγγραφο του προς τον Γενικό Διευθυντή Τεχνικών Θεμάτων ΑΑ είχε ήδη εκφράσει αντιρρήσεις για την περικοπή από τον εγκριθέντα προϋπολογισμό της διεύθυνσης "του προϋπολογισμού εκμετάλλευσης" που αφορούσε την υποστήριξη του Τηλεπικοινωνιακού Δικτύου, καθόσον οι περικοπές αυτές θα έθεταν σε άμεσο κίνδυνο την αξιόπιστη λειτουργία του, ενώ ρητά είχε επισημάνει ότι η ενέργεια αυτή είναι άστοχη λόγω της αυξημένης ετοιμότητας ενόψει της τελέσεως των Ολυμπιακών Αγώνων, χωρίς όμως να λάβει απάντηση.
Ενόψει του πιο πάνω πορίσματος, το οποίο δεν καταλόγιζε ουσιαστικές ευθύνες στον αναιρεσίβλητο, αλλά και της αναμφισβήτητα επιτυχούς ανταπόκρισης του ΟΤΕ στο δύσκολο εγχείρημα των Ολυμπιακών Αγώνων, η αναιρεσείουσα συνέχισε να εμπιστεύεται τον αναιρεσίβλητο στην εκτέλεση των καθηκόντων του χωρίς να προκύψει οποιαδήποτε επιφύλαξη αυτής για τις ικανότητες του και τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.
Περαιτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας στην από 21-7-2004 συνεδρίαση του αποφάσισε την συγκρότηση επιτροπής με σκοπό να διαπραγματευθεί, με του οίκους από τους οποίους είχε προμηθευθεί ο ΟΤΕ τηλεπικοινωνιακό υλικό, το τίμημα των παρασχεθεισών από αυτούς υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-6-2004 και να υποβάλει το συντομότερο δυνατό πρόταση για το καταβλητέο τίμημα της άνω χρονικής περόδου.
Ακολούθως όμως ο νέος Γενικός Διευθυντής Τεχνικών Θεμάτων ΔΔ έδωσε προφορικά εντολή στον αναιρεσίβλητο να προβεί αυτός στη διευθέτηση του ανωτέρω θέματος, δηλαδή να προβεί σε διαπραγματεύσεις με τους προμηθευτές για τις προμήθειες των ετών 2003 και 2004 και σε κάθε άλλη ενέργεια για τον καθορισμό του τιμήματος των προμηθειών αυτών.
Ο αναιρεσίβλητος με την υπ' αριθμ. ... επιστολή του ζήτησε εγγυήσεις και επιβεβαίωση της εντολής από το Πρόεδρο του Δ.Σ. καθόσον το αντίστοιχο έργο είχε ανατεθεί κατά τα ανωτέρω σε ειδική επιτροπή. Ο ΔΔ επιβεβαίωσε ιδιοχείρως επί της ως άνω επιστολής την σύμφωνη γνώμη και του Προέδρου του Δ.Σ. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής η διεύθυνση του αναιρεσιβλήτου, αφού προέβη στις απαραίτητες ενέργειες συνέταξε το από 8-11-2004 ενημερωτικό σημείωμα το οποίο υπέγραψε ο ίδιος και οι έξι υποδιευθυντές της διεύθυνσης του στο οποίο αναφέρονταν και τα εξής: "Η διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων έγινε με βάση το μέχρι σήμερα διαμορφωμένο περιβάλλον και έλαβε υπόψη της όλα τα έγγραφα που είναι πιθανόν να δημιουργούν δεσμεύσεις νομικού ή άλλου χαρακτήρα ... .
Από την έρευνα δεν προκύπτουν στοιχεία που να αιτιολογούν την παροχή τεχνικής υποστήριξης όπως την επικαλούνται οι προμηθευτές για το σύνολο των εγκατεστημένων συστημάτων ... . Οι προμηθευτές SIEMENS και INTRACOM δεν αποδέχτηκαν την πρόταση με βάση την οποία το σύνολο των προμηθειών ανερχόταν στο ποσό των 27.000.000 ευρώ και κατέθεσαν αντιπρόταση η μεν SIΕMENS 30.000.000 ευρώ, η δε INTRACOM 35.000.000 ευρώ ...
η διεύθυνση διαχείρισης Δικτύου και συντήρησης θεωρεί ότι το ποσό των 40.000.000 ευρώ που προκύπτει από τους προϋπολογισμούς των ετών 2003 και 2004 προσεγγίζει τη λύση του προβλήματος, αδυνατεί όμως να αιτιολογήσει με βάση τα στοιχεία που διαθέτει και επιπλέον η ρύθμιση αυτή ξεφεύγει από τις αρμοδιότητες του ΔΣ του ΟΤΕ".
Ο αναιρεσίβλητος με το από 2-7-2004 προγενέστερο έγγραφο του προς τον ΑΑ είχε εκτιμήσει το ύψος των ως άνω προμηθειών στο ποσό των 11.400.000 ευρώ για την INTRACOM και στο ποσό των 10.730.000 ευρώ για τη SIEMENS. Παρόλα αυτά ο Γενικός Διευθυντής Τεχνικών Θεμάτων ΔΔ υπέβαλε στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΟΤΕ την από 15-12-2004 εισήγηση του με την οποία εισηγήθηκε ως τίμημα των προμηθειών το συνολικό ποσό των 40.600.000 ευρώ, ήτοι ποσό 18.000.000 ευρώ για τη SIEMENS, ποσό 21.000.000 ευρώ για την INTRACOM και ποσό 1.600.000 ευρώ για την ΑΝΚΟ.
Με βάση την εισήγηση αυτή το Δ.Σ. ενέκρινε την καταβολή του ως άνω ποσού των 40.600.000 δρχ. και ανέθεσε στον ΔΔ να διευθετήσει τις σχετικές εκκρεμότητες. Ο τελευταίος, μετά την παραπάνω απόφαση, απέστειλε προς τον αναιρεσίβλητο και τους άλλους προϊσταμένους το από 20-12-2004 έγγραφο με το οποίο τους πληροφορούσε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο ενέκρινε τη σχετική εισήγηση επισημαίνοντας τη δική τους συμβολή στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και τους έδινε εντολή να συνεχίσουν μαζί με τη Γενική Διεύθυνση Προμηθειών τις διαπραγματεύσεις με τις προμηθεύτριες εταιρίες για την υπογραφή νέου συμβολαίου τεχνικής υποστήριξης για τα επόμενα έτη 2005-2007.
Ο αναιρεσίβλητος διαφώνησε με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και απέστειλε στον ΔΔ το από 21-12-2004 έγγραφο του, στο οποίο επισημαίνονταν ότι οι προτάσεις του είχαν διατυπωθεί αποκλειστικά στο προαναφερόμενο ενημερωτικό σημείωμα του ... . Από το έγγραφο αυτό προέκυπτε ουσιαστικά η αδυναμία του αναιρεσιβλήτου να καλύψει την εισήγηση του ΔΔ για το τελικό ποσό των προμηθειών λόγω του ότι δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τις παρασχεθείσες προς τον ΟΤΕ υπηρεσίες, αφού μετά το από 8-11-2004 πόρισμα δεν είχαν τεθεί υπόψη της υπηρεσίας του οποιαδήποτε άλλα νέα στοιχεία που να δικαιολογούν υψηλότερες οφειλές του ΟΤΕ προς τους προμηθευτές του.
Στις 28-12-2004 η Γενική Διεύθυνση Προμηθειών, ζήτησε από τον αναιρεσίβλητο να αποστείλει στις νομικές υπηρεσίες της αναιρεσείουσας επιστολή στην οποία να αναφέρονται αναλυτικά οι εγκαταστάσεις αυτής, στις οποίες παρασχέθηκαν από τους προμηθευτές υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης, ήτοι ο αναιρεσίβλητος θα έπρεπε να αιτιολογήσει εκ των υστέρων το ποσό των 40.600.000 ευρώ.
Το πρόβλημα αυτό επεσήμανε ο αναιρεσίβλητος με το από 30-12-2004 έγγραφο του προς τη Διεύθυνση Προμηθειών, τονίζοντας ότι αρμόδιος για τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων αυτών είναι ο Γενικός Διευθυντής τεχνικών θεμάτων ΔΔ. Με το ίδιο έγγραφο ο αναιρεσίβλητος απέστειλε πίνακες με τα στοιχεία που διέθετε η υπηρεσία του με βάση τα οποία μπορούσε να πιστοποιηθεί αντίτιμο για τις εν λόγω υπηρεσίες μόνο 26,5 εκατομμυρίων ευρώ.
Μετά ταύτα ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης υπηρεσιών Προμηθειών γνωστοποίησε με έγγραφο του στον ΔΔ ότι η Διεύθυνση Διαχείρισης Δικτύου βεβαίωνε ποσά κατώτερα αυτών που είχε αποφασίσει το ΔΣ της αναιρεσείουσας και ζήτησε από αυτόν να μεριμνήσει για τη διευθέτηση του θέματος. Στη συνέχεια, ο ΔΔ απέστειλε επιστολή προς τον αναιρεσίβλητο και τους υποδιευθυντές αυτού με την οποία τους καθιστούσε υπεύθυνους για την εκτέλεση της από 17-1-2004 απόφασης του Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας υποστηρίζοντας ότι η εισήγηση του στηρίχτηκε στο από 8-11-2004 ενημερωτικό σημείωμα του αναιρεσιβλήτου και των έξι υποδιευθυντών αυτού. αν και στο εν λόγω σημείωμα ρητά αναφερόταν ότι δεν υπήρχαν στοιχεία υποστήριξης για πέραν των 26.000.000 ευρώ ποσό ... . Το γεγονός αυτό επεσήμανε ο αναιρεσίβλητος με το από 19-1-2005 απαντητικό έγγραφο του αναφέροντας ότι "η τρύπα των 14.000.000 ευρώ δεν είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί από τις υπηρεσίες της Διεύθυνσης Διαχείρισης Δικτύου και Συντήρησης.
Μετά ταύτα ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσείουσας ΕΕ με το από 20-1-2005 έγγραφο του προς τον ΔΔ, Γενικό Διευθυντή Τεχνικών Θεμάτων, επικαλούμενος την από 29-11-2004 Έκθεση Διοικητικής ανάκρισης του ΒΒ σχετικά με τη βλάβη στο σταθμό Α/Τ Πελασγίας κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, ανέφερε ότι διαμόρφωσε την πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είναι κατάλληλος για την πολύ σημαντική θέση του Προϊσταμένου Δικτύου Συντήρησης" και ζήτησε εφόσον συμφωνεί να μεριμνήσει για την αντικατάσταση του.
Ο τελευταίος απάντησε ότι όχι μόνο δεν διαφωνεί με τα αναφερόμενα στο έγγραφο, αφού αυτά συνάδουν απόλυτα με την εικόνα που και ο ίδιος έχει σχηματίσει γι' αυτόν. Έτσι η αναιρεσείουσα με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του προέδρου του ΔΣ και Διευθύνοντος της, που γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο με το υπ' αριθμ. ...
έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών, ανακάλεσε τον αναιρεσείοντα από τη θέση του προϊσταμένου Διαχείρισης Δικτύου και Συντήρησης και τον τοποθέτησε στην υποδιεύθυνση Γραμματείας Διοίκησης για διάθεση στο γενικό Διευθυντή Πληροφοριακών Συστημάτων. Ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε αμέσως την εν λόγω μεταβολή, παρέλαβε το πιο πάνω έγγραφο με επιφύλαξη και επέδωσε στην αναιρεσείουσα εξώδικη δήλωση αποκρούοντας τη μεταβολή ως παράνομη και καταχρηστική.
Στη νέα του αυτή θέση ο αναιρεσίβλητος παρέμεινε χωρίς συγκεκριμένο εργασιακό αντικείμενο και μάλιστα ανάλογο των προσόντων του, ενώ του καταβάλλονταν και μειωμένες αποδοχές, αφού η αναιρεσείουσα έπαυσε να του καταβάλλει το επίδομα θέσης, του αφαίρεσε το κινητό τηλέφωνο, τη χρήση ΙΧΕ αυτοκινήτου καθώς και την πιστωτική κάρτα διευθυντικού στελέχους.
Στις 27-1-2005 ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε και έδωσε εξηγήσεις σχετικά με την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης από τις προαναφερθείσες εταιρίες ενώπιον του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας το οποίο αποφάσισε μεταξύ άλλων, α) την ανάθεση σε ξένο οίκο εξειδικευμένο σε θέματα κοστολόγησης να μελετήσει τα στοιχεία για να αποφανθεί για το εύλογο του συνολικού τιμήματος των 40,6 εκατομμυρίων ευρώ για τα έτη 2003-2004 στις ως άνω τρεις εταιρίες και β) τη μη εκτέλεση από τις αρμόδιες υπηρεσίες της σχετικής από 17-12-2004 απόφασης του ΔΣ για τις παρασχεθείσες στον ΟΤΕ υπηρεσίες κατά τα έτη αυτά, αποδεχόμενο έτσι τον προβληματισμό του αναιρεσείοντος για το θέμα της τεκμηρίωσης του ύψους των εν λόγω υπηρεσιών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι η ανάκληση του αναιρεσιβλήτου από την κατεχόμενη από αυτόν θέση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Διαχείρισης Δικτύου και Συντήρησης έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος της αναιρεσείουσας, αφού δεν υπαγορεύθηκε από οργανωτικές ανάγκες της εταιρίας, αλλά οφείλεται στην εμπάθεια και εκδικητική συμπεριφορά που επέδειξε η Διοίκηση της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπο του, λόγω της άρνησης του να δικαιολογήσει την πληρωμή στις προμηθεύτριες εταιρίες για τις παρασχεθείσες από αυτές υπηρεσίες ... .
Εξαιτίας μάλιστα της εμμονής του αναιρεσείοντος, το θέμα έλαβε διαστάσεις και έγινε ευρύτατα γνωστό, αφού ασχολήθηκε με αυτό επί μακρόν ο τύπος και υποβλήθηκε στη Βουλή σχετική ερώτηση ... . Ότι η επίκληση από την αναιρεσείουσα ευθυνών αυτού για τη διακοπή μετάδοσης των Ολυμπιακών αγώνων υπήρξε προσχηματική, αφού από το ίδιο το πόρισμα δεν προέκυπτε κάποια ουσιαστική ευθύνη του και για το λόγο αυτό ουδέποτε κοινοποιήθηκε σ' αυτόν επίσημα, αλλά απλώς υπήρξε προφορική ενημέρωση του, αφετέρου συνέχισε και κατά το επόμενο χρονικό διάστημα να εκτελεί τα καθήκοντα του ...
και μόνο όταν ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε να "αιτιολογήσει" το ποσό των 40.6 εκατομμυρίων ευρώ, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε το ανωτέρω πόρισμα αποκλειστικά και μόνο για τον "τιμωρήσει" για τις άκαμπτες θέσεις του, οι οποίες ανεξαρτήτως της ορθότητας τους άφηναν "έκθετο" το Διευθυντή των Τεχνικών Θεμάτων.
Ότι, η τοποθέτηση του αναιρεσιβλήτου στη νέα του θέση χωρίς κανένα απολύτως ουσιαστικό εργασιακό αντικείμενο ή αρμοδιότητα ανάλογη του βαθμού των προσόντων και ικανοτήτων του τον περιήγαγε σε εργασιακή αδράνεια και επέφερε την υπηρεσιακή του υποβάθμιση και συνεπώς οι συνθήκες της νέας θέσης εργασίας του υπήρξαν δυσμενέστερες από εκείνες της παλαιάς, ενώ παράλληλα η εν λόγω μεταβολή προκάλεσε σ' αυτόν υλική και ηθική ζημία ... .
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δεν ανατέθηκαν στον αναιρεσίβλητο καθήκοντα στη νέα του θέση, λόγω του ότι ο ίδιος παρακάλεσε το Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης που τοποθετήθηκε, να καθυστερήσει την έκδοση αποφάσεως περί αναθέσεως καθηκόντων και αρμοδιοτήτων σε συνδυασμό με τη μακρά απουσία του λόγω λήψεως μεγάλης διάρκειας κανονικών αδειών των προηγουμένων ετών, αλλά και της εκδηλώσεως της επιθυμίας συμμετοχής του στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία έκρινε ότι και αν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά είναι αληθινά η ερειδόμενη σ' αυτά ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 281 ΑΚ) είναι μη νόμιμη, αφού τα περιστατικά αυτά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος να αποκρούσει τη γενόμενη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο βλαπτική μετακίνηση του, η οποία υπαγορεύθηκε από εμπάθεια και όχι διότι επιβλήθηκε από το αληθινό συμφέρον της εταιρίας ... .
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε αργότερα (14-10-2005) αίτηση για ένταξη στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, η οποία έγινε δεκτή και αποχώρησε από την υπηρεσία του στις 29-12-2005, ήτοι μετά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουδεμία επιρροή ασκεί στην παρούσα διαφορά. Συνοψίζοντας, το Εφετείο κατέληξε ότι η συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου και δεν αποτελεί επιτρεπτή ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, κατά τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ, αφού υπερβαίνει κατάδηλα τα όρια τα καθοριζόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου.
Επομένως, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ουδέποτε αποδέχτηκε την εν λόγω βλαπτική μεταβολή δικαιούται να αξιώσει την υλική και ηθική του αποκατάσταση, δηλαδή την καταβολή του μηνιαίου επιδόματος θέσης των 1500 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21-1-2005 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητας του.
Απέρριψε δε μετά ταύτα την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 669, 281, 298 ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 10 παρ. 11 του Γενικού Κανονισμού της αναιρεσείουσας και 74 του ν. 33/2005, περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το θέμα της καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και όλοι οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3029/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ