Legislator Case Law & Legislation
565/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and inadmissibility of irrelevant facts.

Case Number 565/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to properly evaluate evidence and ignore specific historical claims about land acquisition. The court ruled that the lower court's reasoning was sufficient and that the cited facts did not legally impact the final judgment on title transfer.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) KPolD; Art. 559(8)(b) KPolD: An appeal for lack of legal basis is inadmissible if the lower court's reasoning is complete and consistent, and facts not affecting the outcome of the case do not constitute grounds for appeal.

Keywords

AI generated
appeal for lack of legal basis inadmissibility of appeal evaluation of evidence property title transfer historical land acquisition

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) KPolD
Art. 559(8)(b) KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 565 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 565/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ....., 2. ....... και 3. ......., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής εναγούσης μητέρας τους Χ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βάθη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Ευθύμιο Τσάκα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-1988 αγωγή της αρχικής διαδίκου Χ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/1990 προδικαστική, 172/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 362/2001 προδικαστική, 361/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-4-2004 αίτησή τους και με τους από 28-3-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 23-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 361/2003 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν συνοπτικές αιτιολογίες, ή ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι, με την ένδικη αγωγή, η δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων ενάγουσα ,ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, εμβαδού7.754, 30 τ.μ., και την απόδοσή του σ 'εκείνη. Προς θεμελίωση του δικαιώματός της αυτού , επικαλέσθηκε, αφενός παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της, στηριζόμενο στο ....

παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών προς την απώτερη δικαιοπάροχό της Ζ1, αφετέρου πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής, ουσιώδη: Με το ...... συμβόλαιο, του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας της ενάγουσας Γ1, αγόρασε από τον ........, ένα ακίνητο εμβαδού 3 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση ....

ή ....., της περιφέρειας Ναυπλίου, το οποίο συνορεύει, κατά τον τίτλο αυτό, ".....γύρωθεν, με θάλασσα, κληρονόμων Β1 και με τούρκικη οδό καλντερίμι, άγουσα εις ....., ήδη δε μεσημβρινώς με ......, δυτικώς με θάλασσα, βορείως Δ1 και ανατολικώς με οδό ..... Κίου ".Η έκταση αυτή, περιήλθε στον πωλητή, από κληρονομίες των γονέων του ......

και ....., που απεβίωσαν κατά τα έτη 1914 και 1942, αντιστοίχως, στη δε μητέρα του ..... περιήλθε με το .... προικοσυμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, από την Ζ1, στην οποία είχε περιέλθει με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του ..... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Ο πατέρας της ενάγουσας, από την μεταβίβαση προς εκείνον του ακινήτου, το νεμόταν συνεχώς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, και συγκεκριμένα το επέβλεπε, το καλλιεργούσε και προέβη σε οριοθέτησή του με πασσάλους.

Στην ανωτέρω απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, Ζ1, είχε παραχωρηθεί, με το ..... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, και άλλο ακίνητο, σε διαφορετική θέση, εμβαδού 5 βασιλικών στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά, με διερχόμενο δρόμο, δυτικά, με δρόμο, βόρεια, με ιδιοκτησία Β1 και νότια, με ιδιοκτησία ....., το οποίο εκείνη πώλησε, με το .....

συμβόλαιο, στον Ε1 και το οποίο ο τελευταίος, στη συνέχεια, με τα ίδια όρια, μεταβίβασε στην ......,με το .... συμβόλαιο, η δε τελευταία προς τη θυγατέρα της ...... και τον σύζυγό της ........, ως προίκα, με το ... προικοσυμβόλαιο. Το ακίνητο αυτό δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το επίδικο. Το 1965 η επιτροπή γνωμοδοτικού συμβουλίου δημοσίων κτημάτων, ενώπιον της οποίας εμφανίσθηκε ο σύζυγος της ενάγουσας, κατέγραψε συνολική έκταση 13.182,93 τ.μ., από την οποία αφαίρεση τα 3 στέμματα, τα οποία ανήκαν στην ενάγουσα, σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου πατέρα της και κατέγραψε το υπόλοιπο ως δημόσιο κτήμα, χωρίς να αντιδράσει η ενάγουσα.

Το έτος 1969 η τελευταία προέβη σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας, με την ...... πράξη της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, με την οποία δηλώθηκε ότι το ακίνητο ήταν εμβαδού 12 στρεμμάτων ή όσης και να είναι, δηλαδή επαύξησε την έκταση του ακινήτου που είχε περιέλθει από τον πατέρα της από 3 σε 12 στρέμματα ώστε να εισέρχεται στο όμορο δημόσιο κτήμα, χωρίς να δικαιολογεί την κτήση.

Το διεκδικούμενο από την ενάγουσα τμήμα, εμβαδού 7.754 τ.μ. δεν εμπίπτει στον επικαλούμενο από αυτήν τίτλο κυριότητας, ούτε και διενήργησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις είτε η ίδια είτε ο δικαιοπάροχος πατέρας της, αλλά αποτελεί δημόσιο κτήμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, ως προς όλες τις βάσεις της, και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη κτήσης κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου, με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική, έκτακτη χρησικτησία), αφού δέχθηκε ότι τούτο δεν εμπίπτει στον επικαλούμενο από την ενάγουσα στο αγωγικό δικόγραφο τίτλο, αλλά ούτε και διενήργησαν σ' αυτό διακατοχικές πράξεις είτε η ίδια είτε ο δικαιοπάροχος πατέρας της, αλλά αυτό αποτελεί δημόσιο κτήμα, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής μη εφαρμογής από αυτό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033, 974, 1041, 1045, 1051 ΑΚ, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής τους.

Με τους δεύτερο, πρώτο, δεύτερο μέρος, πρόσθετους λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι από την ανωτέρω αιτιολογία, ότι το επίδικο δεν εμπίπτει στον τίτλο κυριότητας της ενάγουσας, εμμέσως προκύπτει ότι το επίδικο μπορεί να εμπίπτει στο .....

παραχωρητήριο, και διότι δεν εξηγείται πώς το ακίνητο, που περιλαμβάνεται στον τελευταίο αυτό τίτλο, μεταβιβάσθηκε από την απώτερη δικαιοπάροχο Ζ1, προς τον Ε1, με συμβόλαιο που φέρεται ότι συντάχθηκε τρία έτη πριν την παραχώρησή του, ήτοι το .....,με τον δε τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν περιέχει αιτιολογία αναφορικώς με την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, με χρησικτησία, από τις απώτερες δικαιοπάροχους της ενάγουσας κατά τα έτη 1875 έως και 11-9-1915.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, αφενός με την ένδικη αγωγή δεν προβλήθηκε ισχυρισμός της ενάγουσας θεμελιωτικός κυριότητας αυτής επί του ..... παραχωρητηρίου, επομένως και αν ακόμη το επίδικο περιλαμβάνονταν στον τίτλο αυτό, δε μπορεί να θεμελιωθεί επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας της εν λόγω διαδίκου, ούτε ασκεί επιρροή ο χρόνος μεταβίβασης του αναφερόμενου στον τίτλο αυτό κυριότητας ακινήτου από την Ζ1 προς τον τρίτο Ε1, αφετέρου το επίδικο ακίνητο, που δεν εμπίπτει στον επικαλούμενο τίτλο κυριότητας της ενάγουσας, και έτσι δεν μεταβιβάσθηκε τούτο με παράγωγο τρόπο προς την ίδια και το δικαιοπάροχό της, από τις ανωτέρω απώτερες δικαιοπαρόχους της, και, συνεπώς, το αν οι τελευταίες απέκτησαν την κυριότητα τούτου με έκτακτη χρησικτησία έως την 11-9-1915, δεν ασκεί επιρροή στην κτήση της κυριότητας του ακινήτου από την ίδια.

Με τους τρίτο, τέταρτο μέρος, τέταρτο, τρίτο μέρος και πρώτο, πρόσθετο, πρώτο μέρος, λόγους αναίρεσης, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες σχετικές με την αποδεικτική δύναμη, α) της από .... έκθεσης καταμέτρησης, περιγραφής και εκτίμησης δημοσίου κτήματος της αρμόδιας Επιτροπής και του συνοδεύοντος αυτήν πρόχειρου σχεδιαγράμματος, στα οποία περιγράφεται ότι ο αγρός που παραχωρήθηκε στον τρίτο Δ1, συνορεύει νοτίως με τον αγρό του Γ1, δηλαδή της ενάγουσας, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, β) των ανωτέρω ....

και ...... παραχωρητηρίων στα οποία δεν αναφέρονται ότι τα παραχωρούμενα με αυτά ακίνητα συνορεύουν με δημόσιο κτήμα, καθώς και γ) παρά το ότι στην απόφαση περιέχεται η αιτιολογία, ότι και ο πραγματογνώμονας μηχανικός ...... διαλαμβάνει στην έκθεσή του ότι η επίδικη έκταση, όπως περιγράφεται στην αγωγή, περιλαμβάνεται στους τίτλους της ενάγουσας και στο ......

παραχωρητήριο, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι ελλείψεις, που αποδίδονται με αυτούς, ανάγονται στην αιτιολόγηση του εξαχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με το ουσιώδες ζήτημα, αν το επίδικο περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο από την ενάγουσας τίτλο κυριότητάς της, και δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, το συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ζήτημα αυτό, εκτίθεται πλήρως ,σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους λόγους αναίρεσης, πρώτο, πρώτο μέρος, τρίτο, τρίτο μέρος, και τέταρτο, πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από τους αναιρεσείοντες εγγράφων, ήτοι των .... και ...

παραχωρητηρίων, στο πρώτο των οποίων αναφέρονται τα όρια του παραχωρηθέντος ακινήτου στην απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας και από τα οποία προκύπτει ότι το εν λόγω ακίνητο δε συνορεύει με δημόσιο κτήμα, του ..... παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, της από ..... έκθεσης καταμέτρησης, περιγραφής και εκτίμησης δημοσίου κτήματος της αρμόδιας Επιτροπής και του συνοδεύοντος αυτήν πρόχειρου σχεδιαγράμματος, στα οποία περιγράφεται ότι αγρός που παραχωρήθηκε στον τρίτο Δ1, συνορεύει νοτίως με τον αγρό του Γ1, δηλαδή της ενάγουσας, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, του ......

συμβολαίου πώλησης του επίδικου ακινήτου προς το δικαιοπάροχο πατέρα της ενάγουσας, καθώς και της ....... πράξης αποδοχής της κληρονομίας της ενάγουσας.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτεις ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς το ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους επικληθέντες από την ενάγουσα τίτλους κυριότητας, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως, καταθέσεων μαρτύρων, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, καθώς και της έκθεσης αυτοψίας που διενεργήθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία των εν λόγω εγγράφων για το αποδεικτέο αυτό θέμα.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ` ένα από αυτά.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο, δεύτερο μέρος, δεύτερο, τρίτο, δεύτερο μέρος, τέταρτο, δεύτερο μέρος και τρίτο πρόσθετο, λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε στα προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ήτοι τα ανωτέρω αναφερόμενα, .....,....

και ..... παραχωρητήρια, την από ...... έκθεση καταμέτρησης ,περιγραφής και εκτίμησης δημοσίου κτήματος της αρμόδιας Επιτροπής και του συνοδεύοντος αυτήν πρόχειρου σχεδιαγράμματος, στα οποία περιγράφεται ότι αγρός που παραχωρήθηκε στον τρίτο Δ1 συνορεύει νοτίως με τον αγρό του Γ1, δηλαδή της ενάγουσας, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, το ......

πωλητήριο συμβόλαιο και την ...... πράξη αποδοχής κληρονομίας της ενάγουσας, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που προβλέπει για τα δημόσια έγγραφα το άρθρο 438 ΚΠολΔ, αναφορικώς με το ότι η αναφερόμενη στους τίτλους της ενάγουσας έκταση δεν έχει όριο δημόσιο κτήμα και ότι το επίδικο ήταν ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Γ1.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς τα ανωτέρω αποδεικτέα θέματα, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατά άρθρ. 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ` είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, και την αναφερόμενη στον τρίτο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης, από .....

έκθεση καταμέτρηση ,περιγραφής και εκτίμησης δημοσίου κτήματος της αρμόδιας Επιτροπής και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στην οποία περιγράφεται ο αγρός που πρόκειται να παραχωρηθεί στον Δ1. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 11γΚΠολΔ, ο οποίος, κατ' εκτίμηση προτείνεται επικουρικώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα",κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.8 β ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, θεμελιωτικό κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τις ως άνω απώτερες δικαιοπαρόχους τους, με έκτακτη χρησικτησία από τα έτη 1875 έως και 11-9-1915.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο, που δεν εμπίπτει στον επικαλούμενο από την ενάγουσα τίτλο κυριότητας, και επομένως δεν μεταβιβάσθηκε προς την ίδια και το δικαιοπάροχο πατέρα της από τις ανωτέρω αναφερόμενες απώτερες δικαιοπαρόχους της συνεπώς, το αν οι τελευταίες απέκτησαν την κυριότητα τούτου με έκτακτη χρησικτησία έως την 11-9-1915, δεν ασκεί επιρροή στην κτήση της κυριότητας του ακινήτου από την ίδια, ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ώστε η μη λήψη υπόψη τούτου από το δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2004 αίτηση και τους από 28-3-2006 πρόσθετους λόγους των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 361/2003 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ