Supreme Court allows appeal against forced expropriation compensation, ruling the remaining property's value loss is compensable under ECHR Article 1 of Protocol 1.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment regarding compensation for forced expropriation. The appellants argued that the remaining property parcel suffered significant devaluation due to mandatory green space requirements and unusable dimensions, which the lower court incorrectly dismissed as a general public interest restriction. The Court held that the lower court erred in interpreting the European Convention on Human Rights and domestic law, finding that the specific loss of value constituted compensable damage rather than a lawful limitation on property rights.
Legislator headnote
AI generatedArticle 1 of Protocol No. 1 to the ECHR; Article 13 of Law 797/1971: The Court establishes that a specific and significant devaluation of the remaining property parcel following expropriation, resulting from mandatory planning restrictions that render the land partially unusable, constitutes compensable damage under the ECHR and domestic law, contrary to a ruling that treats such loss as a general public interest limitation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 565 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 565/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Φ. συζ. Ι. Τ., θυγ. Γ. Γ., κατοίκου ... και 2. Π. συζ. Κ. Π., θυγ. Γ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βλουτόγλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς των Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-3-2001, 13-6-2001 και 4-7-2001 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 7768/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους και τον από 14 Νοεμβρίου 2005 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά ένα μέρος, και του τρίτου από τους λόγους του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του μοναδικού λόγου του δικογράφου του πρόσθετου λόγου και την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του και ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου και του 13 παρ. 4, ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", με την οποία ορίζεται, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση προκύπτει, ότι στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημιώσεως, ικανοποιείται πλήρως και, εντεύθεν, διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη.
όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι απλώς τη ζημία από την απομείωση και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (ΟλΑΠ 31/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες ζήτησαν με αίτησή τους, όπως αυτή διευκρινίστηκε με τις προτάσεις τους, να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 60% της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως που έχει καθοριστεί με την προηγούμενη 2114/2002 απόφαση του εφετείου, για το τμήμα της ιδιοκτησίας τους (152 τμ), που τους απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση δυνάμει της Δ12/0/33770/26.7.1996 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, τμήματος της ιδιοκτησίας τους (115,50 τμ) προς διαπλάτυνση της Λ.
Μεσογείων, επειδή από το τμήμα που τους απέμεινε, οικοδομούνται μόνο 49 τμ λόγω της πρασιάς που πρέπει, υποχρεωτικώς να αφεθεί, και μάλιστα με κτίριο μη εκμεταλλεύσιμο λόγω σχήματος και διαστάσεων ή διαφορετικά ελάχιστα αποδοτικού (τραπέζιο με πλευρές 2 και 5 μέτρων και πλάτος 13 μέτρων). Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αίτηση περιστατικά, το εναπομένον τμήμα της ιδιοκτησίας των αιτουσών, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, ενδεχόμενη δε μείωση της αξίας του οφείλεται, σε νόμιμο κατά τα προαναφερόμενα, περιορισμό της κυριότητας (οικοδόμηση σε ορισμένη απόσταση από τη νέα ρυμοτομική γραμμή) κοινό για όλα τα γειτονικά ακίνητα και αποβλέποντα στην εξυπηρέτηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.
Δέχθηκε, επίσης, ότι ο περιορισμός, εξάλλου, αυτός και η εντεύθεν περιοριζόμενη εκμεταλλευσιμότητα του εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου, δεν οφείλονται στην απότμηση, με την απαλλοτρίωση του ετέρου μέρους του ακινήτου αλλά στο έργο της απαλλοτριώσεως δηλαδή τη συνεπαγόμενη μετακίνηση της ρυμοτομικής γραμμής διαπλάτυνση της Λ.
Μεσογείων και συνεπώς και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η επικαλούμενη μείωση της αξίας δεν είναι αποζημιωτέα κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, εφόσον η ένδικη αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2882/2001 (άρθρο 29 § 2 εδ. β του νόμου αυτού), αλλά ούτε και κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του ΚΑΑΑ. 'Ετσι που έκρινε το εφετείο και απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρ. 1 του πιο πάνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, του άρθρ. 17 του Συντάγματος και του άρθρ. 13 του ν.δ 797/1971.
Είναι βάσιμος, επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως του κυρίoυ δικογράφου και μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τους οποίους αποδίδεται αιτίαση από το άρθρ. 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί κατά το σημείο τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΎΣ
Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 7768/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ