Legislator Case Law & Legislation
564/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax authority's mortgage registration on insolvent insurance company property.

Case Number 564/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment ordering the removal of a mortgage on an insurance company's property. The lower court correctly applied laws prohibiting seizure of assets during liquidation, despite the tax authority's failure to apply them. Consequently, the appeal was rejected, and the state was ordered to pay the insurance company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 240 and 241 of Law 4364/2016; A mortgage registration on the property of an insurance company in liquidation is void as it violates the prohibition on asset seizure, and the tax authority must apply these protective provisions.

Keywords

AI generated
insurance company liquidation mortgage registration prohibition tax authority seizure asset protection laws supreme court appeal civil procedure code legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Articles 240 and 241 of Law 4364/2016
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 2 of the Decree 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 564 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 564/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ, κατοικοεδρεύοντα στην Καλλιθέα Αττικής και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, ήδη Προϊστάμενο του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), κατοικοεδρεύοντα στο Μαρούσι Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Ρουμελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/2/2020 αίτησή του και τους από 2/3/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 24-2-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 110/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 6-3-2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 225/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία είχε απορρίψει την από 18-9-2012 αγωγή του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και διέταξε την εξάλειψη της εκεί αναφερόμενης υποθήκης επί του περιγραφόμενου ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 2-3-2021 και πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.

α' και β του ν.δ. 400/1970, όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 11 του Π.Δ. 252/96: "Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα, ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση.

Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων".

Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 εδ. Γ' του ίδιου άρθρου του ν.δ 400/1970, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ.5 του Ν. 2741/99: "3. Την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: Α...Β...Γ. Τα ακίνητα πλήρους κυριότητας ή συγκυριότητας που χωρεί αυτούσια διανομή, εφόσον βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως με πληθυσμό άνω των 15.000 κατοίκων και είναι ελεύθερα παντός βάρους. ".

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 ν.δ. 400/1970, όπως η παρ. 1 έχει αντικ. με άρθρο 12 παρ. 1 Π.Δ. 252/96, ορίζεται ότι: "1) Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεση του στις εποπτικές αρχές των κρατών μελών, όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος. 2) Η απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικής επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, σημειώνεται κατά περίπτωση στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή υποθηκών ή στα βιβλία της τράπεζας, όπου υπάρχει η σχετική κατάθεση, ύστερα από αίτηση του Υπουργείου Εμπορίου.

Η ως άνω απαγόρευση αίρεται μερικά ή ολικά με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται και οι όροι της άρσης. Τόσο η απαγόρευση όσο και η άρση αυτής κοινοποιούνται στις εποπτικές αρχές των ενδιαφερομένων κρατών - μελών". Τέλος, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 ν.δ. 400/1970: "Οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 9 του άρθρου 12α του παρόντος.

Το προνόμιο αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους δικαιούχους ασφαλίσεων ζωής, από τους δικαιούχους ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και α τους δικαιούχους των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές.

Το ως άνω προνόμιο ισχύει και μετά τη λύση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Οι απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκτός των απαιτήσεων προσώπων που ασκούν τη διοίκηση και διαχείρισή της ασφαλιστικής επιχείρησης, έχουν προνόμιο επί του συνόλου της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, εξαιρουμένων των εξόδων εκκαθάρισης και των μαθηματικών αποθεμάτων που υπάγονται την κατηγορία τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος.

Οι απαιτήσεις του προηγούμενου εδαφίου προηγούνται των απαιτήσεων των δικαιούχων ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και των απαιτήσεων των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών. Τα προηγούμενα εδάφια ισχύουν αναδρομικά από 1.1.2006". Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι ο νόμος θεσπίζει κανόνα ακατάσχετου των αποτελούντων ασφαλιστικές τοποθετήσεις περιουσιακών στοιχείων και ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση και τα όργανα της ασφαλιστικής εκκαθάρισής δε δύνανται εκ του νόμου να εκποιήσουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία.

Τα όργανα της ασφαλιστικής εκκαθάρισης στερούνται της εξουσίας διάθεσης των δεσμευμένων και αποτελούντων ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων. Επί όλων αυτών των περιουσιακών στοιχείων δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή, διάθεση, αλλοίωση και επιβάρυνση χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Εποπτικής Αρχής.

Η καθολικότητα της απαγόρευσης της κατάσχεσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης σημαίνει ότι απαγορεύεται η κατάσχεση ακινήτων που συνιστούν ασφαλιστικές τοποθετήσεις, όπως επίσης και εγγραφή υποθήκης επ' αυτών, εφόσον αυτά δεν είναι δεκτικά εκποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 1259 ΑΚ (πρβλ. και ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 336/2016, 234/2016, 962/2017 ως προς την προστασία της ασφαλιστικής τοποθέτησης και την αναστολή των ατομικών διώξεων εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, η άδεια της οποίας ανακλήθηκε νομίμως, ακόμη και για τους εμπραγμάτως ασφαλισμένους πιστωτές οι οποίοι έχουν εγγράψει εμπράγματο δικαίωμα επί περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής εταιρείας πριν όμως από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της).

Οι διατυπώσεις δημοσιότητας της υπουργικής απόφασης που έχει χαρακτηρίσει ως ασφαλιστική τοποθέτηση τα περιουσιακά στοιχεία μιας ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίες (διατυπώσεις) προβλέπονται στην προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του νδ. 400/1970 και δη εάν μεν αφορά ακίνητο, να εγγραφεί η εν λόγω υπουργική απόφαση στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο του ακινήτου, εάν δε αφορά κατάθεση να σημειωθεί στα βιβλία της Τράπεζας και όλα αυτά μετά από αίτηση του Υπουργού Εμπορίου, ήτοι με επιμέλεια του Δημοσίου, δεν αποτελούν συστατικό τύπο για το χαρακτηρισμό των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας ως ασφαλιστική τοποθέτηση, ο οποίος επέρχεται από τη στιγμή που η ως άνω υπουργική απόφαση δημοσιευτεί στο ΦΕΚ.

Οι προαναφερόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας έχουν τεθεί μόνο για την προστασία των καλόπιστων τρίτων, οι οποίοι πρέπει να γνωρίζουν ως οποιαδήποτε κατάσχεση ή σύσταση εμπράγματου βάρους ενός τέτοιου περιουσιακού στοιχείου είναι άκυρη και ότι οποιαδήποτε απαλλοτρίωση από την ασφαλιστική επιχείρηση, δεσμευμένου περιουσιακού της στοιχείου, είναι μη νόμιμη.

Εξάλλου, από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 8 παρ. 1 του ως άνω ν.δ., το οποίο στο εδ. β' αυτής κάνει λόγο για το ότι: "Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση...", συνάγεται ότι το εν λόγω άρθρο (8 του ν.δ. 400/1970) εφαρμόζεται μόνον σε λειτουργούσες ασφαλιστικές εταιρείες και όχι σε ασφαλιστικές εταιρείες, που έχουν τεθεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας τους, οπότε και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 και 17 παρ.

γ' περ. 3 του ν.δ. 400/1970. Ενόψει αυτών συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ανακαλείται η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρείας, τότε για τη δέσμευση και το χαρακτηρισμό περιουσιακών στοιχείων αυτής ως ασφαλιστικής τοποθέτησης με την οικεία υπουργική απόφαση, δεν ισχύουν οι διακρίσεις που προβλέπονται στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970, οι οποίες αφορούν ασφαλιστικές τοποθετήσεις μόνον λειτουργουσών ασφαλιστικών εταιρειών και για το σκοπό, που ορίζεται στο εν λόγω άρθρο.

Συνεπώς, καθόσον με την εν λόγω υπουργική απόφαση δύναται να χαρακτηριστεί ως ασφαλιστική τοποθέτηση για τις ανάγκες του άρθρου 9 του ν.δ. 400/1970, το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της ασφαλιστικής εταιρείες που τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση, δεν απαιτείται, όσον αφορά τα ακίνητα της εταιρείας αυτής που χαρακτηρίζονται με το συγκεκριμένο τρόπο (υπουργική απόφαση) ως ασφαλιστική τοποθέτηση και για τους ειδικότερους σκοπούς που προβλέπονται σε αυτή, να εμπίπτουν στους παραπάνω περιορισμούς της παρ. 3 εδ.

Γ' του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970, καθώς οι εν λόγω περιορισμοί αφορούν λειτουργούσα ασφαλιστική εταιρεία και έχουν τεθεί με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιοσδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση. Το ίδιο ως άνω νομοθετικό καθεστώς ως προς την απαγόρευση δέσμευσης και κατάσχεσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης ισχύει και με το ν. 4364/2016, κατά τη διάταξη του άρθρου 248 παρ. 1 του οποίου "από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται και οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις.

Ειδικότερα, με το άρθρο 248 παρ. 2 του ν. 4364/2016 ορίζεται ότι "στις εκκαθαρίσεις της παρ. 1 έχουν εφαρμογή τα άρθρα ...236 έως 239, 242 παρ. 1 και 4...". Κατά το άρθρο 239 παρ. 6 του ως άνω νόμου κατάσχεση ή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης στα χέρια της ίδιας ή τρίτου δεν επιτρέπεται κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση.

Κατά την παρ. 7 του ως άνω νόμου επί της περιουσίας της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης ακολουθείται η εξής σειρά προνομίων: α) έξοδα εκκαθάρισης και αμοιβές ασφαλιστικού εκκαθαριστή, εφόσον δεν υπερβαίνουν το 10% της συνολικής περιουσίας της επιχείρησης. Κατά παρέκκλιση του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, κατόπιν σχετικής εισήγησης είτε του Εγγυητικού Κεφαλαίου είτε του Επικουρικού Κεφαλαίου είτε και των δύο, κατά περίπτωση, το ποσοστό αυτό δύναται να αναπροσαρμόζεται.

Οι ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις για τις οποίες το άθροισμα των εξόδων εκκαθάρισης και των αμοιβών των οργάνων εκκαθάρισης μέχρι την 31.12.2015, ισούται ή έχει υπερβεί, σωρευτικά, ποσοστό 10% της συνολικής περιουσίας της επιχείρησης όπως προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ισολογισμό έναρξης αυτής της επιχείρησης, υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή αίτημα αναπροσαρμογής του ανωτέρω ποσοστού συνοδευόμενο από τα κατάλληλα στοιχεία και δικαιολογητικά.

Η Εποπτική Αρχή λαμβάνει απόφαση αναπροσαρμογής του ανωτέρω ποσοστού κατόπιν γνώμης είτε του Επικουρικού Κεφαλαίου είτε του Εγγυητικού Κεφαλαίου, είτε και των δύο, κατά περίπτωση, β) Οι απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας και έμμισθης εντολής, εκτός των απαιτήσεων προσώπων που ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Στις απαιτήσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή της έμμισθης εντολής, η οποία αποζημίωση όμως περιορίζεται στη συμπλήρωση του υπολοίπου του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός για τη κάλυψη ασφαλισμένου του σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, γ) Οι απαιτήσεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής, των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, αποκλειστικά όμως στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές.

Το άρθρο 240 του ως άνω νόμου που καθορίζει την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων μεταξύ των οποίων και αυτών των φορολογικών απαιτήσεων του Δημοσίου δεν εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, καθότι δεν αναφέρεται στο προαναφερθέν άρθρο 248 παρ. 2 του ως άνω νόμου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1324 ΑΚ, οι εγγραφείσες υποθήκες εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστού είτε με τελεσίδικη απόφαση.

Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1327 ΑΚ, αν ο δανειστής δεν συναινεί στην εξάλειψη, τη διατάζει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή όποιου έχει συμφέρον. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1328 ΑΚ, το δικαστήριο διατάζει την εξάλειψη, αν η υποθήκη έχει αποσβεστεί ή αν η εγγραφή της είναι άκυρη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 225/2014 πρωτόβαθμης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την επίδικη αγωγή για την εξάλειψη της εκεί αναφερόμενης υποθήκης επί ακινήτων της ενάγουσας ως αόριστη, δέχθηκε τα εξής επί της αγωγής αυτής : " Με την υπ' αριθμ.

… απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης ανακλήθηκε οριστικά η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…" και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις του ν.δ. 400/1970... Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. … ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ.

Ταυτόχρονα με την υπ' αριθμ. … απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 142/5-2-2007, δεσμεύθηκαν, χαρακτηριζόμενα ως ασφαλιστική τοποθέτηση, όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της ενάγουσας.., ήτοι ακίνητα, κινητά, χρήματα, αξιόγραφα, απαιτήσεις κατά τρίτων κτλ., με τη διάθεση του ενεργητικού να ορίζεται ότι θα γίνεται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων κατά προτεραιότητα των εργαζομένων της εταιρείας και έπειτα των δικαιούχων από ασφάλιση, καθώς και των καθολικών και ειδικών διαδόχων τους.

Μεταξύ των ως άνω στοιχείων του ενεργητικού της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας ήταν και ένα αγροτεμάχιο ξηρικό εμβαδού 25.000 τμ, που βρίσκεται στη Σ. Κ., στη θέση "…" και συνορεύει.... Το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της ασφαλιστικής εταιρείας με το υπ' αριθμ. … αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Α.

Γ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο .. και με αα ... Η προρρηθείσα υπουργική απόφαση μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … με μεγάλη καθυστέρηση, λόγω αμέλειας των οργάνων του Δημοσίου, ήτοι στις 12-11-2009. Περαιτέρω, προέκυψε ότι το εναγόμενο ..για την εξασφάλιση της απαίτησης που είχε σε βάρος της ενάγουσας, συνολικού ποσού 22.112.768,12 ευρώ...

προέβη στην εγγραφή υποθήκης ως άνω ακίνητο με τίτλο εκ του νόμου (άρθρο 1262 αρ. 1 και 2 ΑΚ και άρθρο 8 ν.δ. 356/1974 ΚΕΔΕ) στις 30-8-2007 στα βιβλία υποθηκών του Δ. Σ. στον τόμο … και αριθμό …, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής της ανωτέρω υπουργικής απόφασης στο υποθηκοφυλακείο ….. Ωστόσο... από τη στιγμή της δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης στο ΦΕΚ, το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ασφαλιστική τοποθέτηση και ως εκ τούτου ήταν άκυρη οποιαδήποτε μεταγενέστερη εγγραφή υποθήκης σε αυτό.

Εξ άλλου, σε κάθε περίπτωση... το Ελληνικό Δημόσιο δεν δύναται να θεωρηθεί ως καλόπιστος τρίτος καθόσον, ενώ το ίδιο, δια του υφυπουργού ανάπτυξης, ανακάλεσε οριστικά την άδεια της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και δέσμευσε χαρακτηρίζοντας ως ασφαλιστική τοποθέτηση όλη την περιουσία της τελευταίας, τη συνέχεια ενέγραψε υποθήκη σε βάρος του επιδίκου ακινήτου.

Κατόπιν τούτου, η ως άνω εγγραφή υποθήκης κρίνεται άκυρη και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αρνήθηκε να συναινέσει στην εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή και διέταξε την εξάλειψη της υποθήκης επί των εκεί περιγραφόμενων ακινήτων που είχε επιβάλλει το αναιρεσείον.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι που έκρινε για τη νομική βασιμότητα της επίδικης αγωγής, έστω και με διαφορετική αιτιολογία ως προς την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4384/2016, εν όψει του ότι μετά την εξαφάνιση της προαναφερθείσας πρωτόβαθμης απόφασης συνεπεία αποδοχής της ασκηθείσας έφεσης από την ενάγουσα, το Εφετείο κατά τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 έπρεπε να εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που αυτό επιλαμβάνεται της εκδίκασης της υπόθεσης (ΟλΑΠ 1/2020), και του ότι κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 1692/2017.

πρβλ. ωστόσο ΟλΑΠ 37/1996, 139/2018) κατέληξε στο ορθό διατακτικό με την αποδοχή της ένδικης αγωγής. Kαι τούτο διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, και ειδικότερα ότι απαγορεύεται η κατάσχεση ή η δήμευση περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης που βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση και συνακόλουθα η εγγραφή υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου της ενάγουσας, στην οποία προέβη ακύρως το εναγόμενο στην ένδικη υπόθεση στην οποίαν ζητείται η εξάλειψή της από τα βιβλία υποθηκών του Δ.

Σ., προς τον σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων των ασφαλισμένων της και κάθε άλλου δικαιούχου του ασφαλίσματος, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, πλην όμως εσφαλμένα δεν εφάρμοσε και δικαιολογούν το ανωτέρω πόρισμα και διατακτικό που διατύπωσε, που είναι, όπως αναφέρθηκε, ορθό.

Ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που όμως δεν τις εφάρμοσε, κατά τα ανωτέρω, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, ούτε είναι ενδοιαστικές κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πρόσθετος λόγος με τον οποίο, μολονότι δεν αποδίδεται, εναρίθμως, αναιρετική πλημμέλεια, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο κρίνεται ως από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυριζόμενο ότι στις εκκρεμείς κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, όπως εν προκειμένω, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 240 και 241 του ν. 4364/2016 που αναγνωρίζουν προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου για τις φορολογικές του απαιτήσεις και ότι επομένως ελλείπει το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την άσκηση της επίδικης αγωγής, τούτο δε διότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στις ως άνω εκκαθαρίσεις, κατά τα προαναφερθέντα.

Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 σε συνδ. με το άρθρο 2 της υπ' αριθμ. 134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου καθώς και τους από 2-3-2021 πρόσθετους λόγους.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ