Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional error and procedural time limits regarding civil court authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Court of Appeals' decision in a civil dispute over waste collection contracts. The municipality argued that civil courts lacked jurisdiction over the case, but the court found the appeal inadmissible because the municipality had already won on the primary claim of tort and thus had no legal interest to contest the dismissal. Furthermore, the court rejected the jurisdictional argument regarding the secondary claim of unjust enrichment, ruling that the relationship stemmed from private oral contracts rather than public law. Consequently, the appeal was rejected, and the municipality was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564(1) and 144(1) of the Code of Civil Procedure; Article 11 of the 1944 Decree on Public Law: An appeal is inadmissible if the appellant has no legal interest in the outcome, and jurisdictional objections are rejected when the underlying relationship is determined to be private in nature.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 564 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 564/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σπάτων - Αρτέμιδος", καθολικού διαδόχου του Δήμου Αρτέμιδος, που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηγιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζύγου Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Λιούλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4215/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4749/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 21-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ.1 και 144 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 για τον κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.2 του ΚΟΔΚαΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α' του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), όπως ο αναιρεσείων ΟΤΑ (ΑΠ1337/2014).
Επομένως, η από μέρους του τελευταίου ασκηθείσα στις 31-7-2014, όπως προκύπτει από την 613/2014 έκθεση της αρμόδιας Γραμματέως του Αρείου Πάγου, κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ,κατά της 4749/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία του επιδόθηκε στις 17-6-2014, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη 2205Γ/17-6-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ.
Π., έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τις κατατεθείσες κατ' άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ, στις 6-10-2016 προτάσεις της η αναιρεσίβλητη.
Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 556 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο (Α.Π. 1468/2009), η ύπαρξή του δε κρίνεται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.133/2013, 1935/2009),ενώ η έλλειψή του καθιστά απαράδεκτο το ένδικο μέσο.
Εξάλλου, σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 του Συντάγματος, εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 28/2011, 21/2009, 14/2007, 10/2003).
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι η διαφορά που απορρέει από προφορική σύμβαση, για τη διάγνωση του χαρακτήρα της οποίας ο δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο ούτε να διαγνωσθεί το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, είναι ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν συμβαλλόμενο σ' αυτή είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ή άλλο ν.π.δ.δ.) ή αν φέρεται να έχει συναφθεί για την εκτέλεση δημοτικού έργου αποβλέποντος στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (ΑΕΔ 1/2016, 11, 12/2013, 3/2012, 28/2011).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ1/2016, 28/2011, 18/2009).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 25-9- 2004 αγωγής της ενάγουσας, (ήδη αναιρεσίβλητης) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η τελευταία ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει και ο εναγόμενος δήμος τον οποίο διαδέχθηκε ως καθολικός του διάδοχος ο (ήδη αναιρεσείων) Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το συνολικό ποσό των 247.942 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κυρίως, ως αποζημίωση, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 106 Εισ.ΝΑΚ.εφόσον στο ποσό αυτό ανήλθε η ζημία της λόγω της παράνομης ενέργειας του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, τότε δημάρχου, που την παρέπεισε με ψευδείς υποσχέσεις να καταρτίσει για λογαριασμό του δήμου προφορικές συμβάσεις, δυνάμει των οποίων ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της αποκομιδής κλαδιών και απορριμάτων του εν λόγω δήμου κατά το χρονικό διάστημα από 12-10-1999 έως 10-10-2000 και επικουρικώς , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904ΑΚ, εφόσον κατά το ποσό αυτό στο οποίο ανέρχεται η νόμιμη αμοιβή της από την εκτέλεση του άνω έργου, βάσει προφορικών και συνεπώς άκυρων συμβάσεων, ο εναγόμενος δήμος που δεν της κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκανε δεκτή την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, δεχόμενη ότι έχει δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της, απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια, από τη διάταξη του άρθρου 106 Εισ.ΝΑΚ βάση της, ως ουσιαστικώς αβάσιμη, την έκανε δε δεκτή ως προς την επικουρική από τη διάταξη περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της.
Ο αναιρεσείων, με την προαναφερόμενη ιδιότητα που παρίσταται, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσής του, επικαλείται πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.4 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι δεν υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών, αλλά των διοικητικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής ως προς αμφότερες τις βάσεις της.
Κατά το μέρος που ο αναιρετικός λόγος αφορά την κύρια βάση της αγωγής όμως, από αδικοπραξία, ως προς την οποία ο αναιρεσείων, είναι νικήσας και δεν επικαλείται έννομο συμφέρον για την άσκησή του, το οποίο και δεν υφίσταται, εφόσον η απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικώς αβάσιμης είναι επωφελέστερη από την απόρριψή της ως απαράδεκτη, είναι απαράδεκτος.
Κατά το μέρος που ο ίδιος λόγος αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, είναι αβάσιμος, εφόσον ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση, με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, επήλθε ο επικαλούμενος αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσείοντος είναι ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου, λόγω της προφορικής σύναψης των μεταξύ τους καταρτισθεισών συμβάσεων, κατά τα ήδη προεκτεθέντα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ),μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 παρ.2 του νόμου 3463/2006,όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Ιουλίου 2014 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΠΑΤΩΝ-ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ" για αναίρεση της 4749/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ