Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest and insufficient grounds for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial against the Court of Appeal's decision in a traffic accident liability case. The appellant argued that the lower court's findings on intoxication were legally flawed and lacked sufficient reasoning, while the insurance company contended the evidence was conclusive. The court rejected these claims, ruling that the lower court's decision did not violate procedural rules and that the appellant failed to demonstrate a legal interest or substantive error warranting retrial.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 68; άρθρο 559 παρ. 19; άρθρο 561 παρ. 1: The Supreme Court dismisses an appeal for retrial when the appellant fails to prove a legal interest or demonstrate that the lower court's decision violates substantive or procedural law through insufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 564 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 564/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Β., 2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μπαμπά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Α.1. Σ. χας Ε. Χ., 2. Ι. Χ. του Ε., 3. Α. Χ. του Ε., 4 Γ. Χ. του Σ., 5 Ν. Χ. του Σ., 6 Μ. Χ. του Σ.,7. Σ. Χ. του Σ., 8 Σ. χας Σ. Χ., όλοι κάτοικοι ..., 9. Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 10. Γ. συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τσαγκατάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία " ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Ε." , της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-1-2009,20-3-2009 και με αριθ. πρωτ.636/ ΕΓα /43 /27-1-2009, 2591/ΕΓα186/27-3-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 512/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 696/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-5-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 2-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος κατά τη διάταξη του άρθρ. 577 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και όσα προσκομίζονται από τους δέκα πρώτους αναιρεσίβλητους με τις εμπροθέσμως κατ'άρθρ.570 παρ.1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους , προκύπτουν τ' ακόλουθα σε σχέση με το παραδεκτό της ασκήσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όσο απευθύνεται κατά των ίδιων πιο πάνω δέκα πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Με την από 25-1-2009 (αρ. κατ. 43/2009) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, οι ενάγοντες Σ. Ε. Χ. κλπ. (ήδη δέκα πρώτοι αναιρεσίβλητοι) εξέθεταν ότι στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο και υπό τις ειδικότερες συνθήκες που περιγράφουν σε αυτή, ο πρώτος εναγόμενος Ι. Α., (και ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, (και ήδη τελευταία ενδέκατη, αναιρεσίβλητη) στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε στη συνέχεια, μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της, το ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα αυτοκινητικό ατύχημα με αποτέλεσμα το θάνατο του Ε. Χ., συνεπιβάτη του αυτοκινήτου και συγγενούς των εναγόντων (ειδικότερα συζύγου της 1ης, πατέρα των 2ης και 3ου, αδελφού των 4ου έως και 7ης, υιού της 8ης και γαμβρού από θυγατέρα των 9ου και 10ης αυτών).
Ότι εξαιτίας του ανωτέρω ατυχήματος όλοι οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη, ενώ περαιτέρω ο τρίτος εξ αυτών υποχρεώθηκε να καταβάλει και τα έξοδα κηδείας του θανόντος. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με απόφαση προσωρινά εκτελεστή και με απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του πρώτου εναγομένου ως μέσου εκτέλεσης να τους καταβάλουν στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 120.000 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 120.000 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 125.050 ευρώ, σε καθένα από τους τέταρτο, πέμπτο, έκτη και έβδομη των εναγόντων το ποσό των 60.000 ευρώ, στην όγδοη το ποσό των 120.000 ευρώ και σε καθένα από τους ένατο και δέκατη το ποσό των 40.000 ευρώ, όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά τους έξοδα, όπως παραθέτουν αυτά αναλυτικά στην αγωγή.
Όσον αφορά στους 1η, 2η και 3ο των εναγόντων τα ποσά που ως άνω αιτούνται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, είναι μειωμένα από τον καθένα κατά το ποσό των 44 ευρώ, το οποίο επιφυλάσσονται να διεκδικήσουν ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες.
Εξάλλου, η ασφαλιστική εταιρία άσκησε κατά του Ι. Α. την από 20-3-2009 (αρ. κατ. 186/2009) αγωγή της. Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία εκθέτει ότι είχε συνάψει με τον εναγόμενο (και πρώτο εναγόμενο στην παραπάνω αγωγή, η οποία κοινοποιήθηκε και στην ίδια) σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης του αναφερόμενου στην παραπάνω αγωγή ζημιογόνου αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, ενώ όπως διαπιστώθηκε κατά το επίδικο συμβάν ο εναγόμενος (ιδιοκτήτης και οδηγός - πρώτος εναγόμενος στην πρώτη αγωγή), οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Ότι εξαιτίας του παραπάνω γεγονότος, οι ζημίες που προκάλεσε ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη, γεγονός που γεννά δικαίωμα αναγωγής σε βάρος του ασφαλισμένου της. καθόσον δεν μπορεί να προτείνει την ένσταση αυτή κατά των εναγόντων. Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η ενάγουσα ζητούσε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει αναγωγικά οποιοιδήποτε χρηματικό ποσό υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στους ενάγοντες της πρώτης αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του ποσού αυτού και να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά της έξοδα.
Οι παραπάνω δύο αγωγές συνεκδικάσθηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 512/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η οποία αποδέχθηκε εν μέρει την πρώτη και απέρριψε την δεύτερη ως ουσία αβάσιμη. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε εκ μέρους των κυρίως εναγόντων στους δύο κυρίως εναγομένους (οδηγό και ασφαλιστική εταιρεία) στις 27-11-2009 (βλ.
τις υπ' αριθ. 1070 και 1071/27-11-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κρήτης ...). Κατά της πρωτόδικης εκείνης απόφασης ασκήθηκε τ' ακόλουθα ένδικα μέσα: 1) η από 17.12.2009 έφεση των κυρίως εναγόντων και ήδη δέκα πρώτων αναιρεσιβλήτων, με την οποία προσβλήθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση κατά τις διατάξεις της με τις οποίες:
α) κρίθηκε συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του ο συγγενής τους κατά ποσοστό 30%, διότι επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κυρίως εναγόμενος, καίτοι γνώριζε ότι τελούσε σε κατάσταση μέθης και β) επιδικάσθηκαν σ'αυτές διάφορα χρηματικά ποσά χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης που κατ'αυτούς έπρεπε να είναι μεγαλύτερα. 2) Η από 21-12-2009 έφεση της τελευταίας εναγομένης - αναιρεσίβλητης -παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία προσβλήθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση κατά τις διατάξεις της με τις οποίες:
α) έκρινε ότι οι ένατος και δέκατη ενάγοντες πεθερός και πεθερά του θανόντος ενομιμοποιούντο ενεργητικά να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του γαμβρού τους, β) κρίθηκε ο θανών συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30% του θανάσιμου τραυματισμού του επειδή επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός, τελούσε σε κατάσταση μέθης, καίτοι έπρεπε το ποσοστό αυτό να είναι πολύ μεγαλύτερο, γ) επιδικάσθηκαν χρηματικά ποσά λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ έπρεπε να επιδικασθούν πολύ μικρότερα και δ) απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της και 3) η με τις προτάσεις στο Εφετείο του ήδη αναιρεσείοντος ασκηθείσα αντέφεση, με την οποία παραπονέθηκε για τα ποσά που επιδικάστηκαν σε βάρος του ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει με σαφήνεια ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβλήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο απ' όλα τα διάδικα μέρη καθόσον αφορά τη διάταξή της για την υπαιτιότητα του τότε πρώτου κυρίως εναγομένου οδηγού και ήδη αναιρεσείοντος.
Ενόψει αυτών η ένδικη αίτηση αναίρεσης όσο απευθύνεται κατά των 10 πρώτων αναιρεσιβλήτων με την ιδιότητα του κυρίως ενάγοντος και με τους πέντε λόγους της όσο έχουν σχέση με την διαγνωσθείσα τελεσίδικα αλλά και αμετάκλητα υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος κυρίως εναγομένου κρίνεται απαράδεκτη, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα, και όπως βάσιμα κατ' άρθ. 570 παρ.1 ΚΠολΔ. προβάλλουν οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι, τα ίδια δε ισχύουν για την ένδικη αίτηση αναίρεσης και όσο απευθύνεται κατά της τελευταίας αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το μέρος της με το οποίο αμφισβητείται η διαγνωσθείσα τελεσίδικα αλλά και αμετάκλητα υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού. Αντίθετα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά ασκήθηκε κατά το μέρος της εκείνο με το οποίο η αναιρεσιβαλλομένη Εφετειακή απόφαση δέχθηκε την έφεση της τελευταίας αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και μετά την εξαφάνιση της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, δέχτηκε τελικά την παρεμπίπτουσα αγωγή- αναγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά του ήδη αναιρεσείοντος οδηγού, ο οποίος κατά το ατύχημα τελούσε σε κατάσταση μέθης.
ΙΙ.Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί την κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3557/ 2007, που ισχύει από 14-5-2007, προστέθηκε στο Π.Δ. 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο νόμος 489/1976 η διάταξη του άρθρου 6β σύμφωνα με την παρ. 1 της οποίας "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α] ... β] από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος ...".
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι α) ο σχετικός όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη να έχει ενταχθεί νομίμως στη σύμβαση ασφαλίσεως, β) ο οδηγός να οδηγεί όχημα τελών υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.,) και γ) να συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του ατυχήματος.
Ο εξεταζόμενος λόγος εξαιρέσεως δεν θεωρείται ότι αποτελεί περιεχόμενο κάθε ασφαλιστικής συμβάσεως αλλά ισχύει ενόσω έχει ενταχθεί νομίμως στη σύμβαση ασφαλίσεως με τις προϋποθέσεις που ίσχυαν και υπό το καθεστώς ισχύος της υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 Υπουργικής Απόφασης, που καταργήθηκε με το άρθρο 17 παρ.1 εδ.
γ του ν.3557/2007. Εξάλλου το άρθρο 42 § 1 του ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του ν.2963/2001 και ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος στις 15-10-2008 ορίζει ότι: "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/1) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι ο οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (συμπεριλαμβανομένης της τιμής αυτής) και άνω, δηλαδή θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και όταν το ποσοστό στον οργανισμό του είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 του ΑΚ 189, 192 του ΕμπΝ, 11 § 1 του ν. 489/1976 και 1, 8, 25, 26 του ν. 2496/1997, συνάγεται ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός του, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση του οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ (ν. 2696/1999).
Η συνομολόγηση του όρου αυτού, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την υποχρέωση του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σ' αυτόν (ασφαλιστή) το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του. Η συνομολόγηση τέτοιου όρου μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση του στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της προϊσχύσασας Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/8-9-1978, τ.
Α.Ε. και ΕΠΕ) στο άρθρο 25 § 8, της οποίας, ορίζεται: "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών", κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ (είτε με ρητή παραπομπή, στη προαναφερθείσα διάταξη του νόμου 3557/2007 (άρθρο 4 με το οποίο προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986).
Εφόσον οι όροι αυτοί, είτε ενσωματώνονται στην ασφαλιστική σύμβαση είτε η τελευταία παραπέμπει σ'αυτούς, είναι έγκυροι και δεσμευτικοί στις εσωτερικές σχέσεις του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, που καθιερώνει την ελευθερία των συμβάσεων και παρέχουν τη βάση να αναζητήσει ο πρώτος από το δεύτερο, ότι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο εξαιτίας της ασφαλιστικής καλύψεως (ΑΠ 525/04).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15-10-2008 και περί ώρα 17:00 ο πρώτος εναγόμενος στην πρώτη αγωγή Ι. Α. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη στην ίδια αγωγή ασφαλιστική εταιρεία, επί της εθνικής οδού Αγίου Νικολάου - Σητείας και με κατεύθυνση προς Άγιο Νικόλαο.
Εντός του αυτοκινήτου συνεπέβαιναν ο Ε. Χ. καθήμενος στη θέση του συνοδηγού, καθώς και οι Α. Κ. και Κ. Π., οι οποίοι κάθονταν στα πίσω καθίσματα. Οι ανωτέρω είχαν μεταβεί για υπηρεσιακούς λόγους στη Σητεία, από όπου έφυγαν, αφού προηγουμένως είχαν γευματίσει και καταναλώσει ένα μπουκάλι κρασί. Στο 16ο χλμ. της ανωτέρω οδού, λίγα μέτρα πριν από την είσοδο του οχήματος στη γέφυρα "Φρουζή", ο ως άνω οδηγός, από άγνωστη αιτία, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και εισήλθε στο παρακείμενο αυλάκι των ομβρίων υδάτων στα δεξιά του ρεύματος πορείας του, όπου, αφού προσέκρουσε με δύναμη στο σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα, έκανε πλήρη-περιστροφή γύρω από τον άξονα του και κατέληξε στο οδόστρωμα με το εμπρόσθιο τμήμα αυτού προς Σητεία.
Η περιστροφή του οχήματος κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, οφείλεται στην πρόσκρουση του με μεγάλη ταχύτητα σε σταθερό σημείο, συγκεκριμένα δε στο τσιμεντένιο έρεισμα από το οποίο προστατευτικό κιγκλίδωμα αρχίζει να στενεύει, αποτέλεσμα της οποίας (πρόσκρουσης) υπήρξε επίσης η καταστροφή του εμπρόσθιου-δεξιού-τροχού και του ελαστικού του, καθώς και η στρέβλωση της οροφής του οχήματος και η μετατόπιση της δεξιάς πλευράς προς τα μέσα.
Από την πρόσκρουση αυτή, ο συνοδηγός του αυτοκινήτου Ε. Χ. υπέστη κακώσεις στο θώρακα και την κοιλιά, οι οποίες προκάλεσαν εσωτερική αιμορραγία και εξ αιτίας αυτής το θάνατο του. Μετά το ατύχημα, διενεργήθηκε έλεγχος αλκοόλης με τη λήψη αίματος από τον οδηγό του αυτοκινήτου Ι. Α., σύμφωνα δε με την υπ' αριθ. 3277/2008 τοξικολογική έκθεση της Μονάδας Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, η παρουσία αιθανόλης στο αίμα του ως άνω οδηγού ανερχόταν σε επίπεδο 0,50 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος ήταν ο Ι. Α., ο οποίος προκάλεσε αυτό από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Ειδικότερα, η αμέλεια του συνίσταται στο γεγονός (ότι δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο πού μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρα 12§1, 19 §§ 1, 2 Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας).'Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα ως μόνη αιτία αυτού, αφού δεν αποδείχθηκε συμμετοχή αγνώστου -οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος ο οποίος να εισήλθε στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου. Να σημειωθεί ότι δεν προβάλλεται κάποιος λόγος έφεσης ως προς την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου. Εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος ο συνοδηγός του αυτοκινήτου και συγγενής των εναγόντων κατά τις πιο πάνω διακρίσεις, τραυματίστηκε σοβαρά με αποτέλεσμα το θάνατο του.
Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε επίσης ότι προ της επιβιβάσεως τους στο αυτοκίνητο του Ι. Α., ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής, ο Ε. Χ. καθώς και οι συνεπιβαίνοντες του αυτοκινήτου Α. Κ. και Κ. Π., είχαν γευματίσει σε εστιατόριο στη Σητεία, όπου κατανάλωσαν κρασί. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ιδιαίτερα δε από το γεγονός ότι οι τέσσερις συνεπιβαίνοντες κατανάλωσαν από κοινού οινοπνευματώδες ποτό, αποδεικνύεται ότι ο θανών, γνώριζε ότι ο οδηγός Ι. Α. είχε καταναλώσει οινόπνευμα, ενώ επίσης μπορούσε να γνωρίζει ότι εξ αυτού του λόγου είχε πλέον μειωμένη ικανότητα για οδήγηση. Το γεγονός ότι παρά ταύτα δέχθηκε να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο και να μεταφερθεί από αυτόν, θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 του Αστικού Κώδικα, κατά τη βάσιμη κατά τούτο σχετική ένσταση που πρότεινε η δεύτερη εναγομένη. Με βάση τις συγκεκριμένες αυτές περιστάσεις, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος στη ζημία που υπέστη εξαιτίας του ατυχήματος λόγω αυτοδιακινδυνεύσεως, πρέπει να προσδιορισθεί σε 30%, γενόμενης δεκτής εν μέρει της σχετικής ένστασης της δεύτερης εναγομένης. Τα ίδια δεχθείσα και η εκκαλουμένη ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης που περιέχονται σε αμφότερες τις εφέσεις των διαδίκων πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθ. ... ανανεωτήριο πολυασφαλιστηρίου που προσκομίζει η εκκαλούσα-ενάγουσα της δεύτερης αγωγής, υπάρχει ρητή παραπομπή στους όρους της Κ4-585/8-4-1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου η οποία στο άρθρο 25 περ.8 ορίζει ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι "καθ' ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοιαν και τας προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. (Νόμος 614/1977)". Ήδη η παραπομπή νοείται στο άρθρο 42 του ισχύοντος Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999).
Όπως εκτέθηκε παραπάνω, από την υπ' αριθ. 3277/2008 τοξικολογική έκθεση της Μονάδας Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, προέκυψε η παρουσία αιθανόλης στο αίμα του εναγομένου της δεύτερης αγωγής Ι. Α. ως άνω οδηγού ανερχόταν σε επίπεδο 0,50 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος. Επομένως, αυτός τελούσε, κατά τον χρόνο που συνέβη το ένδικο ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση ο εναγόμενος και υπέχει ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία υφίσταται η τελευταία από την καταβολή αποζημίωσης στους ενάγοντες της πρώτης αγωγής. Τα αντίθετα δεχθείσα η εκκαλουμένη, έσφαλε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τούτο, η από 21-12-2009 έφεση της εκκαλούσας καθόσον στρέφεται κατά του εφεσίβλητου Ι. Α. και να εξαφανισθεί ως προς το κεφάλαιο αυτό η εκκαλουμένη. Μετά ταύτα, το παρόν Δικαστήριο, εκδικάζοντας την από 20-3-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή, κρίνει ότι πρέπει αυτή να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της από 25-1-2009 αγωγής, νομιμοτόκως από της καταβολής του επιδικασθέντος σε αυτούς ποσού και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2).
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία την οποία στη συνέχεια δέχθηκε και κατ'ουσίαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1του ν.2696/999 (ΚΟΚ) όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος μετά την αντικατάστασή του από το άρθρ. 43 παρ.2 του ν.2963/2001,4 του ν.3557/007, 6β του π.δ. 237/1986, 361 Α.Κ.
καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι ο αναιρεσείων οδηγός κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης διότι από την τοξικολογική έκθεση που μνημονεύεται προέκυψε η παρουσία αιθανόλης στο αίμα του σε επίπεδο 0,50 ανά λίτρο αίματος, συνεπεία δε τούτου είχε πλέον μειωμένη ικανότητα για οδήγηση που συνετέλεσε αιτιωδώς στο ένδικο ατύχημα γιατί δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του οποίου δεν ερύθμισε την ταχύτητα πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας αμελούς συμπεριφοράς οφειλομένης στην κατάσταση μέθης που αιτιωδώς οδήγησε στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και δικαιολογόν την παραδοχή της έφεσης και της παρεμπίπτουσας αγωγής - αναγωγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πέντε λόγους του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ίδιων πιο πάνω εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, ο αναιρεσείων με τους πέντε λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Εξ άλλου, οι ίδιοι πέντε λόγοι της αναίρεσης κατά της από αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ορθώς εκτιμωμένων και όχι από τους αριθμούς 11, 12 και 17, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης μέθης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος οδηγού, που αιτιωδώς οδήγησε στο ένδικο ατύχημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α) με το ότι η προσβαλλόμενη περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές διατάξεις εφ' όσον δέχεται ότι ο ίδιος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του από άγνωστη αιτία, β) η ανευρεθείσα ποσότητα 0,50 στο αίμα του δεν θεμελιώνει καθεαυτή υπαιτιότητα περί της οποίας δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, γ) η διαδικασία διαπιστώσεως της μέθης δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο, δ) οι αγωγές έπρεπε ν' απορριφθούν ως αναπόδεικτες και ε) έπρεπε ν' απορριφθεί η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της συνεκτιμώμενες προσηκόντως στο σύνολό τους, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 παρ.4 εδ.4) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.185 ΚΠολΔ) ενιαία για τους δέκα πρώτους που είχαν κοινή χωριστή δικαστική παράσταση και χωριστή για το ενδέκατο, που είχε χωριστική δικαστική παράσταση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ'αριθ.696/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων (1245810, 1245811 και 1245812 διπλ. εισπράξεως τύπου Α) στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ, ενιαία για τους δέκα πρώτους, και σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ για τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ