Supreme Court dismisses appeal and request for retrial due to procedural time limits and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial and appeal against the First Instance Court's compensation determination. The appellant argued that the state violated good faith principles by failing to appear in court, yet the court rejected this claim as unsubstantiated without evidence. Furthermore, the court ruled the appeal inadmissible because it was filed after the statutory deadline for challenging the compensation decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 33 of Law 2971/2001 and 22 of Law 2882/2001: The presumption of benefit for owners is rebuttable only within a specific timeframe following expropriation; requests for retrial must be filed within the statutory period, and claims of procedural violations require concrete evidentiary support.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 564 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 564/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ.-Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αλέξανδρο Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Αντώνιο Αντωνίου, βάση δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2008 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση: 4609/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 16-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3, 4 και 6 του ν. 2971/19.12.2001 "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριούμενου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως. Η υποβολή της αιτήσεως δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτριώσεως (παρ. 2).
Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ... (παρ. 3). Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη της εκθέσεως σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως του λόγους και συνδέοντας τους ιδία με την δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή τα έργα, που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του (παρ. 4) ...
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο. Ο πρόεδρος, του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση των στοιχείων σε αυτόν ...
Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά ... οφείλει να εκδώσει απόφαση ... Κατά της αποφάσεως του Εφετείου επιτρέπεται μόνον το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 22 του ΚΑΑ κατά την παρ. 1 εδάφιο β του οποίου (ν. 2882/2001), εάν δεν επεδόθη η απόφαση του Εφετείου, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 577§§ 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ερευνά πρώτα το παραδεκτό της αναίρεσης και εάν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα, ή εάν ελλείπει κάποια προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 § 1, 152 § 1, 153, 155 § 1, 156 και 158 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη αναίρεση, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την έννοια της πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη.
Ως ανωτέρα βία θεωρείται το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης της προθεσμίας που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενώ, ως δόλος νοείται, κάθε από πρόθεση συμπεριφορά που συνιστάται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αποσιώπηση των αληθινών, που τείνει να προκαλέσει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση.
Η επαναφορά ζητείται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημέρα που ήρθη το κώλυμα που συνιστά την ανωτέρα βία ή από της γνώσεως του δόλου, από το Δικαστήριο εκείνο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η κύρια δίκη, ή εφ' όσον δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη από το Δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να αποφανθεί περί του εμπροθέσμου της πράξεως προς επιχείρηση της οποίας είχε ταχθεί η προθεσμία (άρθρ. 153, 154 ΚΠολΔ).
Η αίτηση υποβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο της αναίρεσης ή με χωριστό δικόγραφο ή με τις προτάσεις, που όμως πρέπει να κατατεθούν μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 153 ΚΠολΔ, πρέπει δε να αναφέρει, τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό να τηρηθεί η αμέσως πιο πάνω προθεσμία, το χρόνο της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερα βία ή της γνώσης του δόλου και τα προς απόδειξη αυτών αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση παραδεκτώς ασκήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με το δικόγραφο της από 20.2.2012 αίτησης αναιρέσεως κατά της 4609.2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και εισήχθη προς εκδίκαση μετ' αυτής, η δε κρίση επ' αυτής θα προηγηθεί αναγκαίως της κρίσεως επί της αναιρέσεως, εφ' όσον αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και κατ' ακολουθίαν της θεωρήσεώς της ως εμπροθέσμως ασκηθείσης, αποτελεί η παραδοχή των λόγων της αιτήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα εκθέτει ότι με την από 21.4.2008 και με αρ. Β.Α.Β. 533/22.4.2008 αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ζήτησε α) να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του ακινήτου της και των επικειμένων του που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την εκτέλεση του ολυμπιακού έργου της Μαραθώνιας διαδρομής, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελουμένων παροδίων ιδιοκτητών β) να αρθεί η αυτοαποζημίωση και να καθορισθεί η αποζημίωση του αυτοαποζημιούμενου τμήματος του ακινήτου της και των επικειμένων του γ) να καθορισθεί οριστική ιδιαίτερη αποζημίωση για το αναφερόμενο στην αίτηση τμήμα της ιδιοκτησίας της που απομένει μετά την απαλλοτρίωση και μειώνεται η αξία του και δ) να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως.
Η αίτηση αυτή συζητήθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 10.2.2009 αντιμωλία αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου και εκδόθηκε η 4409/20.7.2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητό της και τα επικείμενα αυτού και αναγνωρίστηκε δικαιούχος αυτής ενώ απορρίφθηκαν ως αβάσιμα κατ' ουσία τα υπό στοιχεία β και γ αιτήματα αυτής ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης.
Ότι κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης για τα απορριφθέντα ως άνω αιτήματα, με την εκδοθείσα επί της οποίας 1091/2011 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ως ανωτέρω 4409/2009 απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Ότι κατόπιν της από 5.7.2011 κλήσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε δικάσιμος η 31.1.2012 κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία.
Ότι στις 2.2.2012 στις κατατεθείσες προτάσεις του Ελληνικού Δημοσίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανέγνωσε ότι κατά την ορισθείσα δικάσιμο (12.1.2010) της οίκοθεν κατατεθείσης με αρ. ΒΑΒ 265/2009 ένδικης αίτησης με αντικείμενο την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας του απαλλοτριούμενου ως άνω ακινήτου της από τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λ.
Μαραθώνος επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αρ. 4609/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ερήμην της, το Ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε και εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική αντιπρόσωπο Γεωργία Ζουγανέλη, καίτοι ευθύς μετά την κοινοποίηση στις 9.4.2009 της αίτησης αυτής είχε συμφωνηθεί με το χειριζόμενο την υπόθεση δικαστικό αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της η ματαίωση της συζητήσεώς της ενόψει της αναμενόμενης προς έκδοση αποφάσεως επί της με αρ.
ΒΑΒ 533/22.4.2008 αιτήσεώς της, (η οποία τελικά εκδόθηκε στις 20.7.2009) με αντικείμενο, όμοιο κατά την ιστορική και νομική αιτία με το της ένδικης αίτησης, ήτοι της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του απαλλοτριούμενου ως άνω ακινήτου της. Ότι αποτέλεσμα της αθέτησης από το δικαστικό αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου της κατά τα προεκτεθέντα συμφωνίας τους κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και της δεοντολογίας, ήταν κατά τη συζήτηση στις 12.1.2010 της οίκοθεν κατατεθείσης με αρ.
ΒΑΒ 265/2009 ένδικης αίτησης ενώπιον του Εφετείου, να δικασθεί ερήμην. Ο περί της ως ανωτέρω συμφωνίας του πληρεξουσίου της δικηγόρου ισχυρισμός της αιτούσας και της αθέτησης της από το δικαστικό αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, ενόσω προς υποστήριξή του η αιτούσα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο.
Επομένως, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος. Συνακόλουθα, η ένδικη από 28.2.2012 αίτηση αναίρεσης κατά της 4609/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία ασκήθηκε στις 29.2.2012 όπως προκύπτει από την κάτω από αυτή 210/2012 έκθεση κατάθεσης του οικείου Γραμματέα, ήτοι μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 22 § 1 του ν. 2882/2001 ενιαυσίας προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 6.9.2010 της αναιρεσιβαλλόμενης 4609/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επιπρόσθετα, η αιτούσα - αναιρεσείουσα πρέπει να μη καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.2.2012 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Απορρίπτει την από 28.2.2012 αίτηση για αναίρεση της 4609/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ