Legislator Case Law & Legislation
564/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of labor dispute regarding unilateral detrimental contract modification.

Case Number 564/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of appeal regarding a unilateral modification of an employment contract. The plaintiff argued that the employer's actions constituted a detrimental change requiring termination and compensation, while the defendant contended the reassignment was lawful under internal regulations. The court found the employer failed to provide sufficient justification for the reassignment, ruling the first appeal ground admissible and remanding the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Article 7 of Law 2112/1920; Article 18 §§ 11 and 12 of the ERPT Collective Agreement: A unilateral detrimental modification of an employment contract constitutes a summary dismissal, but the employer must justify the reassignment as not falling within the employee's recognized professional scope.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification detrimental change summary dismissal collective agreement professional scope labor dispute remand for trial

Cited Legislation

AI generated
Article 7 of Law 2112/1920
Article 18 §§ 11 and 12 of the ERPT Collective Agreement
Article 13 No. 12 of the ERPT Collective Agreement
Article 559 No. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 564 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 564/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ- ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΕΡΤ-ΑΕ)",που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Λάλλα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. σύζυγος Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Γιάννη Καρούζο ,με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 773/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4352/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από14-09-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγήτης Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 28-01-2011 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 7 του Ν. 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να εξακολουθήσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε, αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.

Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν γίνεται κατ' ενάσκηση δικαιώματος αναγνωρισμένου από τον νόμο ή τον κανονισμό εργασίας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου. Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει και όταν ο εργοδότης αναθέτει στον εργαζόμενο καθήκοντα υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγονται δυσμενείς υλικές ή ηθικές συνέπειες ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του.

Εξάλλου, ο εργοδότης ασκώντας το από το άρθρ. 652 του ΑΚ συναγόμενο διευθυντικό δικαίωμα αυτού, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να καθορίζει αυτός το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και της άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας και να ρυθμίζει κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών της.

Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικώς. Έτσι υπάρχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη όταν αυτό ασκείται μεν σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής συμβάσεως, του νόμου ή του εσωτερικού κανονισμού εργασίας αλλά όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε η απόφασή του είναι αντίθετη προς τον νόμο και θεωρείται άκυρη.

Δεν συνιστά όμως κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος ούτε, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή συμβατική ή επί τη βάσει διατάξεων κανονισμού εργασίας που έχει ισχύ νόμου ή ΣΣΕ κανονιστικής ισχύος περικοπή ορισμένου επιδόματος που χορηγείται ως μισθολογική προσαύξηση για ορισμένη ειδική αιτία, σχετιζόμενη με το είδος της εργασίας του μισθωτού ή τη θέση του στην επιχείρηση, εφόσον το επίδομα αυτό οφείλεται μόνο για τον χρόνο που συντρέχει η αιτία για την οποία χορηγείται.

Περαιτέρω, με το άρθρ. 18 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) της αναιρεσείουσας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, αφού εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 19§4 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8255/22/815/1989 απόφαση του αναπληρωτή Προεδρίας της Κυβερνήσεως και δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 283/1989, Τεύχ. Β'), ρυθμίζονται τα θέματα που αναφέρονται στους βαθμούς και την εξέλιξη του προσωπικού και στις τοποθετήσεις των προϊσταμένων.

Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 9, "Η ανάθεση καθηκόντων γίνεται ως εξής: α).... β).... γ) Προϊσταμένων Τομέων, Διευθύνσεων και Ανεξάρτητων Υποδιευθύνσεων από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή". Κατά την παράγραφο 11 : "Η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου ισχύει για τρία (3) χρόνια), ενώ κατά την παράγραφο 12, "με απόφαση του οργάνου που τον επέλεξε και με την ίδια διαδικασία προϊστάμενος μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πριν από τη λήξη της 3ετίας λόγω πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του με βάση συγκεκριμένα στοιχεία.

Η παρούσα δεν ισχύει για την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους των Προϊσταμένων Ταμείων και των Διευθυντών". Σημειωτέον ότι το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 12 προστέθηκε μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα με την 2235/Ε/1994 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας (ΦΕΚ Β'63), που εκδόθηκε, επίσης, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν.1730/1987 και είναι προφανές ότι, παρά την κάπως ασαφή διατύπωση, στην έννοια των "Διευθυντών" περιλαμβάνονται οι Προϊστάμενοι Διευθύνσεων, αφού κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Κανονισμού οι τελευταίοι ευρίσκονται στην ίδια θέση της ιεραρχικής κλίμακας του προσωπικού με τους Τομεάρχες ("οι θέσεις της ιεραρχικής κλίμακας του προσωπικού της ΕΡΤ-ΑΕ είναι οι εξής:

Πρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλος, Εντεταλμένοι Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές, Προϊστάμενοι Διευθύνσεων - Τομεάρχες....") και συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος παροχής στην ΕΡΤ-ΑΕ της δυνατότητας να απαλλάσσει το πιο πάνω προσωπικό από τα καθήκοντά του χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της πλημμελούς άσκησης αυτών.

Επίσης, στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι, "Το προσωπικό που δεν ασκεί ή έπαψε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου αποτελεί βασικό προσωπικό και εκτελεί υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς του, ανεξάρτητα από τον βαθμό ή το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει". Ακόμα, με το άρθρ. 13 αρ. 12 ορίζεται ότι "στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακών Μονάδων της ΕΡΤ-ΑΕ ή των Υπηρεσιών που επιτρέπεται απόσπαση για υπηρεσιακούς λόγους καταβάλλεται κατά τον χρόνο άσκησης των καθηκόντων αυτών επίδομα ή πριμ, των οποίων η έναρξη καταβολής, το ύψος και τα ειδικά κριτήρια καθορίζονται με απόφαση του ΔΣ της ΕΡΤ-ΑΕ, μετά από γνώμη της πολυπληθέστερης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης....".

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες τους δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτά πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία είναι κάτοχος πτυχίου σκηνοθεσίας της σχολής κινηματογραφίας - τηλεόρασης της Σχολής Σταυράκου, προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία στις 19-11-1975 με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου για να εργασθεί ως φροντίστρια studio, το πτυχίο της δε αυτό αναγνωρίσθηκε από την τελευταία ως τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Την 1-1-1976 κατετάγη στην ειδικότητα της Υπαλλήλου Γραφείου, υπηρέτησε στο Γ' Πρόγραμμα του Ραδιοφώνου και εν συνεχεία την 11-10-1976 μετακινήθηκε στον Τομέα Ρεπορτάζ της Υπηρεσίας Ειδήσεων και Ενημερωτικών Εκπομπών. Ακολούθως την 20-2-1977 τοποθετήθηκε στο Γραφείο του Β' Γενικού Διευθυντού Εκπομπών και Προγραμμάτων, την 24-3-1978 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ειδικών Θεμάτων της Δ/νσης Διοικητικού και από την 30-7-1987 υπηρετούσε στο Τμήμα Τηλεόρασης.

Τη 2-10-1989 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Πωλήσεων την Υποδ/νσης Προγράμματος της ΕΡΤ. Τη 16-2-1990 τοποθετήθηκε στην Υποδ/νση Απόδημου Ελληνισμού, ενώ από 8-3-1991 της ανατέθηκαν τα καθήκοντα της Προϊσταμένης Ειδικών Εκπομπών - Παραγωγών του Απόδημου Ελληνισμού. Την 26-3-2002 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ροής της ΝΕΤ με την ειδικότητα της Σκηνοθέτου και την 6-12-2004 με την 310.203/6-12-2004 Κοινή Απόφαση των Γενικών Διευθυντών Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας της αναιρεσείου-σας της ανατέθηκαν καθήκοντα της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών της ΕΡΑ.

Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ως άνω Οργανισμού της αναιρεσείουσας στις αρμοδιότητες της Δ/νσης αυτής, υπάγονται μεταξύ άλλων η ευθύνη του γενικού σχεδιασμού και προγραμματισμού της λειτουργίας και ανάπτυξης του δικτύου των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών σε συνεργασία, με τις αρμόδιες υπηρεσίες, η εποπτεία και η μέριμνα για την παροχή στήριξης του έργου και της λειτουργίας των Σταθμών αυτών, η ευθύνη για τον συντονισμό και τη δικτύωση αυτών με τα κεντρικά προγράμματα της ΕΡΑ, καθώς και μεταξύ τους, η επιλογή των εξωτερικών συνεργατών για τις ανάγκες του προγράμματός των και ο καθορισμός της αμοιβής τους, η συνεργασία με τη διεύθυνση marketing και Διαφήμισης.

Ακόμη αποδείχθηκε, είπε το Εφετείο, ότι η αναιρεσίβλητη στα πλαίσια των ανωτέρω αρμοδιοτήτων της εκτελούσε τα καθήκοντα της με ευσυνειδησία και υπηρεσιακή επάρκεια προτείνοντας τρόπους για την επίλυση προβλημάτων που διαπίστωνε και διαβιβάζοντας αναφορές προς τον Πρόεδρο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, λίγο χρόνο μετά την ανάληψη των ανωτέρω καθηκόντων της αυτή κοινοποίησε προς τα υπηρεσιακώς προϊστάμενα αυτής όργανα, δηλαδή τον Πρόεδρο του Δ.Σ αυτής και τον Γενικό Δ/ντή της ΕΡΑ το από 4-1-2005 έγγραφό της με το οποίο τους γνωστοποιούσε την υπάρχουσα τότε κατάσταση στους 19 περιφερειακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της αναιρεσείουσας, τους επισήμαινε δημιουργηθέντα ήδη προβλήματα σχετικά με τις αμοιβές των συνεργατών των, τις υφιστάμενες ελλείψεις των κτηρίων και των υποδομών αυτών κ.α.

Επίσης, με το 370 373/18-1- 2005 έγγραφό της προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ και Διευθύνοντα Σύμβουλο της αναιρεσείουσας επισήμανε σε αυτόν τα ειδικότερα προβλήματα που είχε εντοπίσει στα πλαίσια της λειτουργίας του Περιφερειακού Ρ/Σ Βόλου, του Δημοτικού studio Καρδίτσας, του Δημοτικού studio Τρικάλων, των περιφερειακών Ρ/Σ Ιωαννίνων, Πύργου, Αμαλιάδας, Μεσολογγίου, Ρόδου και Τρίπολης.

Πρότεινε τη διακοπή συνεργασίας ιδιωτικών Ρ/Σ του εξωτερικού με περιφερειακούς σταθμούς της αναιρεσείουσας και συνέταξε τριετές επενδυτικό πρόγραμμα προκειμένου να πραγματοποιήσει προμήθεια μηχανογραφικού υλικού ηλεκτρονικών υπολογιστών για τις Διοικητικές Υπηρεσίες των Ρ/Σ και την παραγωγή του προγράμματος των studio.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με την 310.207/13-1-2006 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας απάλλαξε των ανωτέρω καθηκόντων της την αναιρεσίβλητη μετά δε πάροδο εννέα περίπου μηνών, διάστημα κατά το οποίο δεν της ανατέθηκε η άσκηση οποιωνδήποτε καθηκόντων, γνωστοποιήθηκε σε αυτήν με το 28812/19-10-2006 υπηρεσιακό έγγραφο της Δ/νσης Ανθρωπίνου Δυναμικού η 7/11-10-2006 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας με την οποία τοποθετήθηκε, ως υπάλληλος στο Τμήμα Ταινιοθήκης, της Δ/νσης Προγράμματος της Γενικής Δ/νση Τηλεόρασης.

Επί της από 23-10-2006 ενστάσεώς της δε εξεδόθη η 2 απόφαση - Πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη η άνω ένσταση. Με την κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της αναιρεσίβλητης όμως και αφού επί εννέα περίπου μήνες, όπως απεδείχθη, αμέσως μετά την μετακίνηση της δεν είχε τοποθετηθεί αυτή σε οποιαδήποτε θέση ούτε της είχαν ανατεθεί οποιαδήποτε καθήκοντα και την εν συνεχεία τοποθέτηση της στο Τμήμα Ταινιοθήκης με αρμοδιότητες την προμήθεια, παραλαβή, καταγραφή και φύλαξη δίσκων, μαγνητοταινιών κλπ.

που χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες των προγραμμάτων της ΕΡΑ, και την άσκηση καθηκόντων σαφώς υποδεέστερων σε σύγκριση με αυτά που ασκούσε έως την 13-1-2006 ως Προϊσταμένη της Δ/νσης των Περιφερειακών Ρ/Σ της ΕΡΑ, η αναιρεσείουσα προέβη σε άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος κατά τρόπο που έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΓΚΠ αυτής, όσο και με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281ΑΚ.

Συγκεκριμένα, εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, πριν λήξει η προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις του ΓΚΠ αυτής τριετής θητεία της αναιρεσίβλητης στην ανωτέρω θέση και χωρίς την ύπαρξη σοβαρών λόγων ή πλημμελούς άσκησης των υπηρεσιακών της καθηκόντων, δεδομένου ότι οι 7 και 2/2006 αποφάσεις - πρακτικά των Α' βάθμιου και Β' βάθμιου Υπηρεσιακών Συμβουλίων της αναιρεσείουσας αντίστοιχα ουδεμία απολύτως αιτιολογία περιέχουν σχετικά με την εν λόγω υπηρεσιακή μετακίνηση της αναιρεσίβλητης, την απάλλαξε από τα καθήκοντα της Προϊσταμένης της Δ/νσης των Περιφερειακών Ρ/Σ της ΕΡΑ και μετά από εννεάμηνη υπηρεσιακή αδράνεια, τοποθέτησε αυτή σε θέση με σαφώς υποδεέστερα καθήκοντα, με επί πλέον συνέπεια τη μείωση των αποδοχών της, αφού η αναιρεσείουσα έπαυσε να της καταβάλει το επίδομα θέσης Διευθυντή ποσού 1.200 ευρώ μηνιαίως και το επίδομα εξόδων παράστασης ποσού 300 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή υπέστη συνολική οικονομική ζημία ύψους 1.500 ευρώ μηνιαίως.

Με βάση τις παραδοχές αυτές κατέληξε το Εφετείο, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου και ως εκ τούτου υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας των όρων της εργασιακής σχέσεως της αναιρεσίβλητης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε κρίσιμα ζητήματα που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρ. 281 και 652 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ΓΚΠ της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, δεν καθίσταται σαφές αν η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνει την κρίση της περί καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης και στην παραδοχή καθεαυτή ότι η απαλλαγή της τελευταίας από τα καθήκοντά της έγινε πριν από τη λήξη της τριετούς θητείας της χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος ή πλημμελής άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων της, δοθέντος ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18§§11 και 12 του ΓΚΠ/ΕΡΤ που προαναφέρθηκαν, η απαλλαγή των Προϊσταμένων Τομέων και Διευθυντών μπορεί να γίνει και πριν από τη λήξη της τριετίας και χωρίς να συντρέχει το στοιχείο της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων.

Το ποσό δεν των 1.500 ευρώ συνολικά, κατά το οποίο μειώθηκαν οι αποδοχές της αποτελούσε επίδομα ευθύνης προϊσταμένου και έξοδα παράστασης, που σύμφωνα με το άρθρ. 13 αρ. 12 του ΓΚΠ/ΕΡΤ καταβάλλεται "στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακών Μονάδων ....... κατά τον χρόνο ασκήσεως των καθηκόντων αυτών" και η περικοπή του, προβλεπόμενη από τον ως άνω Κανονισμό, δεν συνιστά, αυτή μόνο, μονομερή βλαπτική μεταβολή ούτε αποτελεί καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Επίσης, δεν αιτιολογείται επαρκώς η επίδραση που μπορεί να ασκεί στην εξανεχθείσα κρίση (περί καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος και μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής σχέσεως της αναιρεσίβλητης) η παραδοχή ότι "οι αποφάσεις-πρακτικά του Α' βαθμίου και Β' βαθμίου Υπηρεσιακών Συμβουλίων αυτής αντίστοιχα ουδεμία απολύτως αιτιολογία περιέχουν" σχετικά με την υπηρεσιακή μετακίνηση της αναιρεσίβλητης από τη θέση της Προϊσταμένης της Δ/νσεως των Περιφερειακών Ρ/Σ της ΕΡΑ, αφού σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρ. 18 του ΓΚΠ/ΕΡΤ, το προσωπικό που δεν ασκεί ή έπαψε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου αποτελεί βασικό προσωπικό και εκτελεί υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς του.

Και ακόμα, ενώ αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη τοποθετήθηκε, μετά από εννεάμηνη υπηρεσιακή αδράνεια, στο Τμήμα Ταινιοθήκης με καθήκοντα σαφώς υποδεέστερα σε σύγκριση με αυτά που ασκούσε έως τη 13-1-2006 ως Προϊσταμένη της Δ/νσης των Περιφερειακών Ρ/Σ της ΕΡΑ, δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα του κατά πόσο τα καθήκοντα που εκτελούσε στο Τμήμα Ταινιοθήκης συνιστούσαν υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς της, αφού μετά την απαλλαγή της από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου αποτελούσε, κατά τα άνω, βασικό προσωπικό.

Η παράθεση δε των περιστατικών αυτών ασκεί ουσιώδη επίδραση και στην προσήκουσα νομική αξιολόγηση της παραδοχής περί μη αναθέσεως οποιωνδήποτε καθηκόντων στην αναιρεσίβλητη επί εννεάμηνο πριν από την τοποθέτησή της στο Τμήμα Ταινιοθήκης. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ'ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατ'άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4532/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ