Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late filing and substantive grounds for lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a Greek Ministry of Foreign Affairs employee against a First Instance Court decision. The court rejected the appeal because supplementary arguments were submitted late, violating the thirty-day filing requirement, and because the main arguments failed to demonstrate a violation of international treaties or a lack of legal basis in the lower court's reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Supplementary appeal arguments must be filed thirty days prior to the hearing, and an appeal lacking a legal basis or insufficient reasoning is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 564 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 564/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1722/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5538/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2005 αίτησή του και με τους από 24-4-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, καθώς και την από 30-4-2008 συμπληρωματική έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 24-4-2008 προσθέτων λόγων της από 5-1-2005 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5538/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αναιρέσεως, ως συζήτηση κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως νοείται η κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου οριζόμενη αρχικώς και όχι μεταγενεστέρως μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση ο Πρόεδρος του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη του όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως την 6-5-2008.
Συνεπώς, oι περιλαμβανόμενοι στο από 24-4-2008 δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού έχουν κατατεθεί εκπροθέσμως στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου, την 24-4-2008, δηλαδή όχι τριάντα ημέρες πριν από την ως άνω αρχική δικάσιμο.
Επειδή με την παρ. 1 του άρθρου 131 του Ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (άρθ. 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ` όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".
Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους, που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως, που επικρατούν στη χώρα, που υπηρετούν.
Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου, το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίσθηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976 και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του Ν. 419/1976 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή όμως θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Περαιτέρω, με την Φ 083- 58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β`/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του Ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1884/1990, καθορίσθηκε το ανωτέρω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίσθηκε επιπλέον στο κεφάλαιο Γ` αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος, που καθορίσθηκε γι` αυτούς, αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.
Με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μονίμους υπαλλήλους του διοικητικού κλάδου γενικών καθηκόντων, του κλάδου τεχνικών επικοινωνιών, του κλάδου διοικητικών γραμματέων και του κλάδου βοηθητικού προσωπικού, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του Ν.419/1976.
Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.
Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επ` αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του ως άνω Νόμου, στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με Π.Δ. θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων.
Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού.
Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει κατ` αρχήν ότι το προβλεπόμενο στην ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστό αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελεί ξεχωριστό επίδομα, αλλ` αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις, που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.
Οι εκδιδόμενες κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του Ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες, που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.
Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος, που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, είναι ανίσχυρες.
Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 1 του Ν.419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρ. 25 παρ. 1 ν. 1884/1990, Α' 81 και άρθρ. 12 παρ. 1 ν. 1256/1982, Α'65) όπου, με κοινή υπουργική απόφαση τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στεγάσεως, (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραγρ. 10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια.
Με βάση δε την παρεχομένη από τις ως είρηται διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στεγάσεως στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδοτήσεως, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής ή κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στεγάσεως του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση, στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1953 κοινή υπουργική απόφαση.
Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξη (3-6) το πολύ μηνών (άρθρ. 107 ν. 419/1979) με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στεγάσεως σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο -πλην αποσπάσεως- νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαυξήσεως αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους εις ους αφορά αυτή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο.
Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρ. 131 παρ. 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητος, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην αποσπάσεως) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ.14/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση από την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσελήφθη στις 25-1-1996, από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας στην Ελληνική Πρεσβεία της ..., κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδος στη ..., ο οποίος ενήργησε με την ιδιότητα του αυτή βάσει του άρθρου 69 παρ. 4 του ν. 419/1976, ότι ο αναιρεσείων είναι έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, που γεννήθηκαν στις 3-10-1984 και 2-5-1989 αντίστοιχα, ότι το αναιρεσίβλητο αρνείται να του καταβάλει την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στεγάσεως κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-2-1996 έως 31-5-2001 κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και των ΚΥΑ, που καθ` υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως όρισαν ότι οι προσαυξήσεις καταβάλλονται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή δεν είναι νόμιμη, αφού ο αναιρεσείων δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή με την προαναφερθείσα ΚΥΑ. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται της προσαυξήσεως του επιδόματος για δαπάνη στεγάσεως, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν.419/1976, ούτε αυτές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ και 100 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου και αντιστρόφως, και της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον ή παροχή διαφορετικής αμοιβής και εν γένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του αναιρεσείοντος, δικαιολογείται, λόγω παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω διαφορετικών συνθηκών (από απόψεως προσλήψεως, υπηρεσιακής εξέλιξης κ.λ.π.), υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των προαναφερομένων υπαλλήλων και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και 2 παρ.3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού, ενόψει των εκτεθέντων, η επίδικη απαίτηση δεν καθίσταται απαιτητή και δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία βάσει του ισχύοντος έως την προσφυγή στο δικαστήριο δικαίου ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά.
Επομένως, οι, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Τέλος, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε με την ατομική σύμβασή του συμφωνηθεί, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αποτελούνται από το μισθό του εσωτερικού διοικητικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του κλάδου του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το εριζόμενο ζήτημα δεν αφορά στην καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, αλλά στις επί του επιδόματος αυτού προσαυξήσεις, που παρέχονται βάσει των προαναφερομένων διατάξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2005 αίτηση και τους από 24-4-2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5538/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ