Legislator Case Law & Legislation
564/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and procedural errors.

Case Number 564/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a handwriting analysis. The appellant argued the lower court failed to order a supplementary expert examination due to a procedural delay, but the Court found the appeal grounds insufficiently specific. The Court ruled that the cited errors were either procedural in nature, which do not support an appeal under the relevant articles, or were not clearly articulated in the appeal petition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14), 562(2), 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and its impact, and procedural grounds must be clearly articulated to be admissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility handwriting analysis procedural delay vague appeal grounds expert examination legal error specification

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.A.P. 12/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 564 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 564/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Σταυρινάδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...... και 2. ........, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Δάβαλο ο οποίος ανακάλεσε την από 15-2-2008 δήλωσή του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/1981, 5/1982, 24/1988 προδικαστικές, 37/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2005 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά της 297/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου). Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (άρθρ.110 παρ. 2 ΚΠολΔ, Ολ.Α.Π. 12/2000 ).Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ , για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει, ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος να προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, τρίτο μέρος, αποδίδεται η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14β ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης , από 3-4-2003, εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 37/2003 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία ορίσθηκε για τη δικάσιμο τούτου της 23-2-2005, ώστε αυτή να συνεκδικασθεί με την από 2-10-2004 πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος παρέμβαση των αναφερόμενων τρίτων, της οποίας η συζήτηση είχε ορισθεί ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και για την ίδια δικάσιμο, παρόλο ότι η δίκη της τελευταίας διακόπηκε βιαίως, λόγω θανάτου ενός εκ των παρεμβαινόντων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που ανάγεται σε παράλειψη κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου και δεν εμπίπτει σε καμία από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ , πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αν τα ανωτέρω στοιχεία, που θεμελιώνουν το λόγο αυτό, όπως είναι και το δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση ήδη αναιρεσείοντος, προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επειδή, η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, αλλά για να δημιουργηθεί κατά το άρθρο 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως , για μη λήψη υπόψη αυτής, πρέπει να γίνει επίκληση αυτής από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ .Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ .

ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όπως και οι λόγοι εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια της παραπάνω διατάξεως ισχυρισμοί του ενάγοντος που δεν θεμελιώνουν αίτημα της αγωγής ή εν γένει παροχής δικαστικής προστασίας Στην υπόθεση που κρίνεται, με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρ.559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, ήτοι τη δικαστική ομολογία των εφεσιβλήτων, που διαλαμβάνονταν στις ενώπιον τούτου προτάσεις τους και αναφέρεται στο λόγο αυτό, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση αυτής από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο .Με τον ίδιο λόγο, δεύτερο μέρος, αναιρέσεως, όπως εκτιμήθηκε, αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθ.8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του εφεσιβλήτου, ότι η έφεση και η ανωτέρω πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος παρέμβαση αποτελούσαν μία ενιαία υπόθεση και, επομένως, έπρεπε να συνεκδικασθούν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος , διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα, υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, και επομένως η μη λήψη αυτού υπόψη από το Δικαστήριο δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως. Επειδή , από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.1 εδ.

α και 215 παρ.1 εδ α ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, με τη δε δεύτερη ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, συνάγεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται όχι μόνο με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, αλλά και με την επίδοση του τελευταίου σε όλους τους διαδίκους.

Χωρίς την πραγματοποίηση της δεύτερης αυτής διατυπώσεως η άσκηση της πρόσθετης παρεμβάσεως δεν έχει ολοκληρωθεί και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται ακόμη παρέμβαση με την έννοια αυτής που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 81 ΚΠολΔ, ούτε επέρχεται κάποια έννομη συνέπεια στη διαδικασία της δίκης. Εξάλλου, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί.

η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε ομοίως, απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε από αυτόν κατά την πρωτοβάθμια δίκη, περί απαραδέκτου της από 3-4-2002 κλήσης των εναγομένων για περαιτέρω μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου, διότι δεν κλήθηκαν κατ' αυτήν και οι αναφερόμενοι τρίτοι, οι οποίοι άσκησαν την από 14-7-1998 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ιδίου, με την αιτιολογία ότι ο εν λόγω διάδικος δεν επικαλείται και σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύει, ενόψει και της αρνήσεως των εναγομένων, ότι η πρόσθετη παρέμβαση κοινοποιήθηκε και στους εναγομένους, ως κυρίους διαδίκους και επομένως θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί και δεν υφίσταται παραδεκτό και νόμιμο στάδιο συζητήσεως αυτής.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14β ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, ο δε περί τουναντίου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανωτέρω κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της αγωγής, διότι δεν κλήθηκαν κατ' αυτήν και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντες τρίτοι, οι οποίοι παραστάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τις αναφερόμενες δικασίμους, κατά τις οποίες αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, και επομένως κατέστησαν διάδικοι, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι μόνη η παράσταση των εν λόγω τρίτων στο δικαστήριο δεν προσδίδει σ' αυτούς την ιδιότητα των διαδίκων, ώστε η μη κλήτευση αυτών να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως.

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση της παρά το νόμο μη λήψης από το Εφετείο του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε με λόγο εφέσεως Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο λόγος αυτός έφεσης λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ρητώς από το δικαστήριο της ουσίας.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 368 ως 392 ΚΠολΔ και ειδικότερα από το άρθρο 383 δεν προκύπτει ότι η προθεσμία, που τάσσεται από το δικαστήριο για την υποβολή από τον πραγματογνώμονα της έγγραφης γνωμοδοτήσεώς του, είναι ανατρεπτική, με συνέπεια την ακυρότητα αυτής αν συντάχθηκε και κατατέθηκε μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται, αιτίαση από τον αριθ. 14 περ. β αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αναφερόμενη σ' αυτόν έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για το λόγο ότι κατατέθηκε ένδεκα (11) έτη μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας με την 24//1988 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου και χωρίς να ζητηθεί παράταση της προθεσμίας αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 'Ο συναφής με αυτόν ίδιος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρ.559 αριθ.8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περί απαραδέκτου της ανωτέρω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ισχυρισμό του εκκαλούντος, που προβλήθηκε με λόγο εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση, με την οποία συνεκτιμήθηκε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, και η εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός εφέσεως λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, σιωπηρώς, από το δικαστήριο της ουσίας..

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 388 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πως υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 368, 369 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η διάταξη νέας, η επανάληψη, καθώς και η συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθη, από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για αποδεικτικά μέσα, όπως για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης.

Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, τέταρτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ.10β ΚΠολΔ , όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρ.17 του ν.2915/2001, και ο ίδιος λόγος, τρίτο μέρος, από τον αριθ. 9 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο οι πλημμέλειες, ότι παρά το νόμο δεν διέταξε συμπληρωματική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, την οποία ζήτησε ο αναιρεσείων, δοθέντος ότι η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διενεργήθηκε εκπροθέσμως, μετά παρέλευση ένδεκα ετών από την έκδοση της προδικαστικής αποφάσεως με την οποία διατάχθηκε αυτή, και ότι έτσι άφησε αδίκαστη την αίτηση αυτή του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δε θεμελιώνουν τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο, πέμπτο και έκτο μέρος, που οι αναιρεσείων προσπαθεί να στηρίξει στο άρθρ.559 αριθ.8, 11, 14 ΚΠολΔ με μόνη την αριθμητική επίκληση του άρθρου αυτού, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

διότι καμία απολύτως συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια δεν αποδίδεται με αυτόν στην αναιρεσιβαλλομένη, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί της ανωτέρω διατάξεως.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ο κανόνας δικαίου, του οποίου έγινε εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του κανόνα αυτού, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τις οποίες φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση του κανόνα, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνάγεται ότι μόνο η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τους από αυτές προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικαίου όχι δε και η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, αφού μόνο η παραβίαση ορισμένων δικονομικών κανόνων δημιουργεί λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 14-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως πρώτος, πρώτο μέρος, τέταρτος , πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ 1α ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι, ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία Οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, πέμπτο μέρος, δεύτερος, τρίτο μέρος, τρίτος, τρίτο μέρος και τέταρτος, έκτο μέρος, με τους οποίους αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αιτημάτων του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι δικονομικές και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τους επικαλούμενους λόγους αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2006 αίτηση για αναίρεση της 297/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ