Supreme Court allows appeal against final judgment due to perjury finding within one year of publication.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of the retrial request. The appellants argued their request was time-barred because the contested judgment was never served, but the Court found it was published on July 16, 1998. The Court accepted the request as valid because it was filed within one year of the April 3, 2003 publication of the final criminal judgment confirming the witness's perjury. Consequently, the Court set aside the lower court's decision and remitted the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 538 and 539(1)(a) of the Code of Civil Procedure; In cases where a final judgment relies on a perjury conviction, the one-year limitation period for retrial begins from the publication of that criminal judgment, not the civil judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 564 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 564/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. συζ. Α. Λ. και 2. Α. Λ. του Ε., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Τ. του Κ., 2. Κ. Τ. του Α., 3. Α. συζ. Κ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσαπλαρή και 4. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω εταιρία μετονομάσθηκε σε "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", μετά την συγχώνευσή της κατόπιν απορρόφησης με την εταιρία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Δεκεμβρίου 1993 και 28 Φεβρουαρίου 1994 αγωγές, των ήδη αναιρεσειόντων και 2ου και 3ης εκ των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1616/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6897/1998 του Εφετείου Αθηνών και μετά από αίτηση αναψηλάφησης η 2543/2004 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Νοεμβρίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 538 και 539 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "Με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων, και του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ' ουσίαν" και με τη δεύτερη ότι "Αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση" προκύπτει ότι με το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, μπορούν να προσβληθούν οι τελειωτικές αποφάσεις των ως άνω δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, σκοπό δε έχει την ανατροπή του δεδικασμένου σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η διατήρησή του είτε προσκρούει σε θεμελιώδεις δικονομικές αρχές αναγόμενες ιδίως στην εκπροσώπηση και παράσταση των διαδίκων είτε εκ των υστέρων αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η ελάσσων πρόταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένη, οφειλόμενη μάλιστα σε αξιόποινες πράξεις παραγόντων της δίκης.
Η απόφαση πρέπει να είναι οριστική και τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της αναψηλάφησης, ανεξάρτητα από το πώς, και πότε προέκυψε η τελεσιδικία, ενώ η άσκησή της τελειούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ, με τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το ανωτέρω, όμως, ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 ΚΠολΔ, επιτρέπεται όχι απεριορίστως, αλλά μόνο για τις περιπτώσεις, που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό, μία των οποίων είναι και η με αριθμό 6, όταν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται, πλην των άλλων, σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα και το ψεύδος αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 545 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι εξήντα ημέρες" η οποία, σύμφωνα με την παρ. 3 περίπτ. δ του ίδιου άρθρου, αρχίζει "στην περίπτωση του άρθρου 544 αρ. 6 από το αμετάκλητο της απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται η ψευδομαρτυρία... " ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 εδάφ.
δ, ε και στ, η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν επιδοθεί προηγουμένως η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλιώς αρχίζει από την επίδοση μετά το αμετάκλητο.... Τα γεγονότα που αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας των εδαφίων αυτών πρέπει να αποδεικνύονται με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία" και κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη.
Στις περιπτώσεις όμως του άρθρου 544 αρ. 6, η αναψηλάφηση είναι απαράδεκτη μετά την παρέλευση ενός έτους από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού... δικαστηρίου. Η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η προθεσμία της αναψηλάφησης, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση, που στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα, είναι ένα έτος από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ψευδομαρτυρία.
Πρόκειται, επομένως, για ειδική ρύθμιση της έναρξης της προθεσμίας αναψηλάφησης στην περίπτωση αυτή, που εκφεύγει της γενικής ρύθμισης του άρθρου 545 παρ. 5 ΚΠολΔ, περί τριετούς προθεσμίας της αναψηλάφησης από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης στην περίπτωση μη επίδοσης αυτής.
Εν προκειμένω, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Αρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθου 559 ΚπολΔ, αποδείχθηκαν, σχετικά με την αφετηρία της προθεσμίας αναψηλάφησης τα ακόλουθα γεγονότα:
Στις 16.7.1998 δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 6897/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 1616/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή τους κατά των πρώτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτών, με αντικείμενο και οι δύο την επιδίκαση αποζημίωσης από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα.
Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου Αθηνών, που ουδέποτε επιδόθηκε, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 15.4.2003 αίτηση αναψηλάφησης στις 17.4.2003, όπως προκύπτει από την κάτω από αντίγραφο αυτής σχετική σημείωση της γραμματέας του πιο πάνω δικαστηρίου, με το μοναδικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στη ψευδή κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρας Δ.
Κ., συζύγου του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, η ψευδομαρτυρία της οποίας αναγνωρίστηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 891/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε στις 3.4.2003. Με βάση τα παραπάνω, εφόσον η αίτηση αναψηλάφησης κατά της μη επιδοθείσας προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε στις 17.4.2003 δηλαδή εντός έτους από τη δημοσίευση, στις 3.4.2003, της αμετάκλητης, επί ψευδορκία μάρτυρα, απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, είναι παραδεκτή.
Επομένως το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε αυτή μετά πάροδο τριετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2543/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ