Supreme Court allows appeal against lower court's calculation of restitution amounts after statute of limitations expired.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the calculation of restitution amounts. The lower court incorrectly deducted payments made for periods where claims had already expired due to the statute of limitations, rather than only deducting payments for valid claims. The Court found the lower court's reasoning insufficient and violated substantive law regarding the statute of limitations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416 of the Civil Code; Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a lower court deducts payments made by the defendant for periods where the plaintiff's claims have expired due to the statute of limitations, it must verify the specific amounts paid for valid claims versus expired claims; failure to do so constitutes a procedural error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 563/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)….. και 21)Ρ. Χ. του Χ., όλων κατοίκων Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ", που εδρεύει στην Πετρούπολη Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχο αυτού, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1390/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2738/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2023 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 17.5.2023 με αριθμ. κατάθ. ...2023 αίτηση αναίρεσης των είκοσι ενός (21) εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων [πλην των εικοστής πρώτης (21ης) Σ. Χ. του Θ. και εικοστής δεύτερης (22ης) Ε. Χ. του Χ. εκ των αρχικά είκοσι τριών (23) εναγόντων] προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμό ...2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 19.10.2021 με αριθμ. κατάθ. ...2021 έφεσης των εναγόμενου-εκκαλούντος ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ" κατά της με αριθμό 1390/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, χωρίς να αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 20.10.2023 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 24-5-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αρχικά είκοσι τρεις (23) ενάγοντες [ήδη είκοσι ένας (21) αναιρεσείοντες] με την από 31-7-2013 με αριθμ. κατάθ. ...2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκαν ότι το έτος 1999 προσλήφθηκαν από το Δημοτικό Ωδείο Πετρούπολης, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ" και έκτοτε απασχολούνταν μέχρι και την άσκηση της αγωγής σε αυτό με αλληλοδιαδοχικά ανανεούμενες σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, για τη διδασκαλία μουσικών μαθημάτων.
Ότι με την υπ' αριθμ. 2023/2005, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκε ότι καθένας απ' αυτούς συνδέεται με το Δημοτικό Ωδείο Πετρούπολης με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 15.9.1999. Ωστόσο, το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο δεν τους κατέταξε ορθά με βάση τους τίτλους σπουδών τους, που είναι ισότιμοι με πτυχία Ανώτερης Επαγγελματικής Εκπαίδευσης τριετούς φοίτησης ως υπαλλήλους κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.), αλλά ως υπαλλήλους Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.), αλλά ούτε και στο ορθό μισθολογικό κλιμάκιο με βάση την προϋπηρεσία τους, με αποτέλεσμα οι αποδοχές τους (βασικός μισθός, επιδόματα εορτών και άδειας και κίνητρο απόδοσης) να είναι κατώτερες από εκείνες που έπρεπε να λαμβάνουν.
Μετά δε την παραδεκτή στον πρώτο βαθμό τροπή του συνόλου του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο υποχρεούται να καταβάλει σε καθέναν απ' αυτούς, για τις πιο πάνω αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.7.2009 μέχρι 31.7.2013, τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η με αριθμό 1390/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής επέφερε τα αποτελέσματά της, κατ' άρθρο 261ΑΚ, (διακοπή της παραγραφής με την έγερση της αγωγής) απέρριψε τη σχετική ένσταση του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 μέχρι 31.12.2011 ως νόμω αβάσιμη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση μερικής εξόφλησης των ίδιων αγωγικών αξιώσεων, στη συνέχεια δε δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου να καταβάλει σε κάθε έναν από τους ενάγοντες τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης το εναγόμενο-εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε την από 19.10.2021 με αριθμ. κατάθ. ...2021 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η προσβαλλόμενη με αριθμό ...2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και, αφού δέχθηκε εν μέρει τη σχετική ένσταση διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων-εφεσίβλητων, που αφορούσαν:
α) το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 μέχρι 31.12.2010 και β) τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2011, έκρινε ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες εδικαιούντο τις αιτούμενες αποδοχές για τα χρονικά διαστήματα: α) από 1.1.2011 μέχρι 6.5-2011, β) από 2.8.2011 μέχρι 31.10.2011 και γ) από 1.11.2011 μέχρι 31.7.2013, κρίνοντας ότι έσφαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο που δέχθηκε στο σύνολό της την αντένσταση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής, στη συνέχεια όμως δέχθηκε και την ένσταση μερικής εξόφλησης των μη παραγεγραμμένων αξιώσεων, με την καταβολή στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες των ποσών που το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο τους είχε καταβάλει για τις αξιώσεις τους που αφορούσαν το σύνολο του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1.7.2009 μέχρι 31.7.2013 και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται ότι με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής.
Η μεταβίβαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο γίνεται κατ' αδιαίρετα κεφάλαια, στα οποία αντιστοιχούν τα αιτήματα. "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 647/2022, 344/2020).
Όπως προαναφέρθηκε, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση, που συνέχεται με το εκκαλούμενο κεφάλαιο Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία ο εκκαλών, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ ( πρβλ, ΑΠ 961/2023, 1042/2020, 232/2018).
Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996, ΑΠ 684/2024, 784/2023, 1795/2022).
Επίσης, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα, νομίμως στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 1046/2024, 762/2023, 1597/2018, 884/2017). Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής ή της ένστασης ερευνάται μεν αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει να έχει προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1046/2024,1118/2023, 762/2023).
Ενόψει δε του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (ΑΠ 958/2020, 753/2020, 953/2017) και συγκεκριμένα να προταθεί νόμιμα με λόγο έφεσης του ενάγοντος ή με τις προτάσεις του εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης (ΑΠ 958/2020, 753/2020, 1162/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, 9/2016, 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης( ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006, ΑΠ 686/2022).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016,ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 686/2022).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες αναφορικά με την έρευνα και την κατ'ουσίαν παραδοχή της εκ μέρους του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου υποβληθείσας στον πρώτο βαθμό ένστασης μερικής εξόφλησης των ένδικων αγωγικών αξιώσεων, που οδήγησαν (έρευνα και παραδοχή της ένστασης) στην κατ'ουσίαν απόρριψη της αγωγής τους.
Συγκεκριμένα: 1) Με τον πρώτο (χωρίς αρίθμηση) υπό στοιχείο VIII από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αιτιώνται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη την ένσταση μερικής εξόφλησης που είχε προβάλλει το εναγόμενο-εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο στον πρώτο βαθμό,[ η οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο], και μετά ταύτα οδηγήθηκε στην κατ'ουσίαν απόρριψη της αγωγής τους, χωρίς το εναγόμενο-εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο να επαναφέρει παραδεκτά την εν λόγω ένσταση είτε με την έφεσή του, είτε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης που παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου (561παρ.2 ΚΠολΔ), το εναγόμενο-εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο, επικαλούμενο με τους λόγους έφεσης εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που απέρριψε την ένστασή του περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων για το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 μέχρι 31.12.2011, αλλά και κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως νόμω βάσιμη, παραπονέθηκε για την απόρριψη της ως άνω ένστασης παραγραφής και την παραδοχή της αγωγής των αντιδίκων του, ζήτησε δε με την έφεση την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της.
Επομένως με τους ανωτέρω λόγους έφεσης μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο η απαίτηση που αφορούσε την καταβολή των ένδικων αγωγικών αξιώσεων όσο και η ένσταση μερικής εξόφλησης αυτών, [αφού μάλιστα το εναγόμενο- εκκαλούν δεν είχε έννομο συμφέρον να παραπονεθεί για την κρίση της εκκαλούμενης απόφασης επί της εν λόγω ένστασης, που το ίδιο είχε παραδεκτά προβάλει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, καθόσον αυτή είχε γίνει δεκτή].
Ειδικότερα, η ένσταση αυτή μεταβιβάστηκε στο Εφετείο ενιαία με το κεφάλαιο της απαίτησης και ορθά το Δικαστήριο, μετά την εν μέρει παραδοχή της ένστασης παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, ερεύνησε την ένσταση εξόφλησης, όπως όφειλε, για το εναπομείναν μη παραγεγραμμένο μέρος των αγωγικών αυτών αξιώσεων και δεν υπήρχε ανάγκη να την έχει επαναφέρει το εναγόμενο-εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο είτε με την έφεση είτε με τις προτάσεις του, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Έτσι, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του την ένσταση μερικής εξόφλησης, που νομότυπα μεταβιβάστηκε σε αυτό με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αποτέλεσε μέρος του αντικειμένου της ενώπιόν του αχθείσας δίκης, για το οποίο, όπως είχε υποχρέωση, αποφάνθηκε, δεν ενήργησε πέραν του πλαισίου του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
2) Mε τον δεύτερο, (χωρίς αρίθμηση) υπό στοιχείο IX από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (οι αναιρεσείοντες), αφού εκθέτουν το περιεχόμενο της ένστασης μερικής εξόφλησης των αγωγικών αξιώσεών τους, που το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο υπέβαλε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, κατά τα προαναφερθέντα, έλαβε υπόψη το Εφετείο, αιτιώνται ότι τούτο εσφαλμένα δέχθηκε ως ορισμένη την ως άνω ένσταση για το μη παραγεγραμμένο χρονικό διάστημα και συνακόλουθα απέρριψε την αγωγή τους για το εν λόγω διάστημα, ενώ αυτή ήταν αόριστη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι το συγκεκριμένο ισχυρισμό προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο προβολής του(προφορικά στο ακροατήριο με δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά ή με τις έγγραφες προτάσεις) και τον επανέφεραν νόμιμα με λόγο έφεσης στο Εφετείο.
Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης περί αοριστίας της ένστασης μερικής εξόφλησης στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς μάλιστα να συντρέχει για το παραδεκτό της προβολής του κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος. 3) Με τον τρίτο και τελευταίο (χωρίς αρίθμηση) υπό στοιχείο Χ λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι, αφού δέχθηκε ότι από το σύνολο των ένδικων αγωγικών αξιώσεων, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 μέχρι και 31.7.2013, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή οι αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1.7.2009 μέχρι και 31.12.2010 και οι αξιώσεις από 6.5.2011 μέχρι 31.7.2011 και επομένως ότι είναι απαιτητές, ως μη παραγεγραμμένες, οι αξιώσεις που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 μέχρι και 6.5.2011 και από 2.8.2011 μέχρι και 31.7.2013, εσφαλμένα αφαίρεσε, προκειμένου να προσδιορίσει τις δικαιούμενες από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες μη παραγεγραμμένες αξιώσεις, το σύνολο των καταβληθέντων από το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ποσών, στα οποία περιλαμβάνονται και καταβληθέντα ποσά για το παραγεγραμμένο χρονικό διάστημα και με αντιφατική αιτιολογία οδηγήθηκε στην κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής τους, ενώ αν είχε προβεί σε προσδιορισμό των ποσών που το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ισχυρίστηκε πρωτόδικα ότι είχε καταβάλει και αντιστοιχούσαν στο μη παραγεγραμμένο χρονικό διάστημα, θα είχε κάνει δεκτή την αγωγή.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής:"[...] Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν την 15.9.1999 από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ". Με τη με αριθμό ... Απόφαση (ΦΕΚ Β' ... ) Περί Κατάργησης του ΝΠΔΔ με την ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ" του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής καταργήθηκε το τελευταίο, ενώ, ορίστηκε ότι από τη δημοσίευση της Απόφασης Κατάργησης η περιουσία του καταργούμενου ΝΠΔΔ περιέρχεται αυτοδικαίως στον ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ" και ήδη εναγόμενο.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το[...] άρθρο 241 του Νόμου 3663/2014, το ως άνω ΝΠΔΔ καταργήθηκε και έκτοτε ο εναγόμενος κατέστη καθολικός διάδοχος αυτού και υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Εξάλλου, στο ως άνω ωδείο οι ενάγοντες παρείχαν αρχικώς τις υπηρεσίες τους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως καθηγητές μουσικής.
Οι συμβάσεις τους ανανεώνονταν μέχρι και 30.6.2004. Ακολούθως με τη με αριθμό 2023/2005 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι συνδέονται με το εν λόγω ωδείο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 15.9.1999. Εξάλλου, με τη με αριθμό 3/2006 απόφαση του Προέδρου του Δημοτικού Ωδείου Πετρούπολης, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό 1 7626/2006 Απόφαση της Περιφέρειας Αττικής και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 98/10.4.2006, οι ενάγοντες διορίστηκαν σε συσταθείσες προσωποπαγείς θέσεις στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δημοτικού Ωδείου Πετρούπολης, με ειδικότητα ΔΕ μουσικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, επειδή συνέτρεχαν στο πρόσωπο τους όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις και εξακολουθούσαν να παρέχουν τις ως άνω υπηρεσίες τους στο δημοτικό ωδείο.[...].
Ακολούθως, από 10.4.2006 (χρόνος διορισμού), οι ενάγοντες κατατάχθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου 3205/2003 στα μισθολογικά κλιμάκια του κλάδου ΔΕ και (με εισαγωγικό ΜΚ το 18° και καταληκτικό το 1°), στο 17° ΜΚ. Η ως άνω κατάταξη των εναγόντων στο 17° ΜΚ έγινε κατά παράβαση του άρθρου 1 εδ. ι του Νόμου 3205/2003, διότι δεν είχε ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική τους εξέλιξη η υπηρεσία τους στο ως άνω ΝΠΔΔ, το χρονικό διάστημα από 15.9.1999 έως 10.4.2006, κατά το οποίο παρείχαν τις ανωτέρω υπηρεσίες τους συνεχώς και αδιαλλείπτως συνδεόμενοι με αυτό με ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, βάσει της αμετάκλητης ήδη έχουσας ισχύ δεδικασμένου 2023/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το χρονικό διάστημα από 15.9.1999 έως 30.6.2004.
Οι ως άνω συμβάσεις εργασίας εξακολουθούσαν να είναι ισχυρές με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο μέχρι και τον χρόνο διορισμού τους (10.4.2006) στις ανωτέρω προσωποπαγείς θέσεις προσωπικού του ως άνω ΝΠΔΔ, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, με συνέπεια τη χορήγηση στους ενάγοντες κατώτερου μισθολογικού κλιμακίου και κατά συνέπεια την καταβολή κατωτέρω αποδοχών σε σχέση με τις δικαιούμενες αποδοχές.
Ειδικότερα, βάσει των ανωτέρω, εφόσον οι ενάγοντες κατείχαν πτυχία ή διπλώματα μουσικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων των οποίων τα πτυχία ή τα διπλώματα θεωρούνται ισοδύναμα με τίτλους σπουδών ανώτερης σχολής της ημεδαπής τριετούς φοίτησης και έπρεπε να καταταχθούν στο μισθολογικό κλιμάκιο του κλάδου ΤΕ καθηγητών με εισαγωγικό κλιμάκιο το 18° και καταληκτικό το 1° και ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ωδείο, με ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τον χρόνο προσλήψεως τους την 15.9.1999 έως και τον χρόνο διορισμού τους σε προσωποπαγείς θέσεις την 10.4.2004 είναι συνυπολογιστέος για την κατάταξη τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1β του Νόμου 3205/2003 για την απονομή όλων των επόμενων ΜΚ (του εισαγωγικού) απαιτείται υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε ΜΚ, μετά την υπηρεσία ενός (1) έτους στο εισαγωγικό ΜΚ του διορισμού τους, θα έπρεπε τους ενάγοντες, που προσλήφθηκαν την 15.9.1999 το ως άνω ωδείο να τους κατατάξει την 10.4.2006 στο 15° ΜΚ του κλάδου ΤΕ, με πλεονάζοντα χρόνο 6 μήνες και 25 ημέρες, και όχι στο 17° του Κλάδου ΔΕ στο οποίο τους κατέταξε όλους, καθόσον ο συνολικά ληπτέος χρόνος για τη μισθολογική τους εξέλιξη κατά την ανωτέρω ημερομηνία ανέρχονταν σε 5 έτη, 6 μήνες και 25 ημέρες.
Τα ως άνω έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με τη με αριθμό 5807/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα, όμως, για το επίδικο με την ένδικη αγωγή χρονικό διάστημα ο εναγόμενος όφειλε να τους κατατάξει στα κατωτέρω αναφερόμενα κλιμάκια ως υπαλλήλους κατηγορίας ΤΕ, ήτοι : Α) Τους με αύξοντες αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23 ενάγοντες στο 13° ΜΚ από 1.7.2009 έως 14.9.2009 και στο 12° ΜΚ από 15.9.2009 έως 31.10.2011.
Β) Τις με αύξοντες αριθμούς 12 και 14 ενάγουσες στο 12° ΜΚ για το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 έως 14.9.2009 και στο 11° ΜΚ για χρονικό διάστημα από 15.9.2009 έως 31.10.2011 και για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 31.7.2013 στον βαθμό Γ'. Γ) Τη με αύξοντα αριθμό 13 ενάγουσα στο 12 ΜΚ για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως 14.3.2009 στο 11° ΜΚ για το χρονικό διάστημα από 15.3.2011 έως 31.10.2011 και για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 31.7.2013 στον βαθμό Δ και στο 2° ΜΚ.
Επομένως, με βάση την ορθή αυτή κατάταξη οι ενάγοντες δικαιούνται τις μισθολογικές διαφορές για τα επίδικα με την αγωγή χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εναγόμενος επαναφέρει παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την ένσταση περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1/7/2009 έως 31.12.2011, ενώ, οι ενάγοντες επαναφέρουν επίσης παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την ένσταση περί διακοπής της παραγραφής, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους επήλθε με την άσκηση της ένδικης αγωγής (την 2.8.2013).
Ως προς την ένσταση περί παραγραφής και την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής λεκτέα τα ακόλουθα: Πράγματι οι ένδικες αξιώσεις από 1.7.2009 μέχρι 31.12.2009 παραγράφηκαν την 31.12.2011 και οι ένδικες αξιώσεις μέχρι 31.12.2010 παραγράφηκαν την 31.12.2012, απορριπτόμενης της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής, με την άσκηση της αγωγής, καθόσον αυτή ασκήθηκε μετά την παρέλευσης διετίας, ήτοι την 2.8.2013, εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων των άρθρων 44 παρ. 3, 49 του ΝΔ 496/1974.
Και τούτο, διότι οι υποχρεώσεις του Δημοτικού Ωδείου Πετρούπολης παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του εναγόμενου, από 6.5.2011, διατηρούν την ταυτότητα τους και μεταβαίνουν στον εναγόμενο με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν, όπως βάσιμα διατείνονται οι ενάγοντες. Έτσι, η απαίτηση που μεταβιβάζεται παραμένει αναλλοίωτη κατά τα εκ του νόμου χαρακτηριστικά της (ουσιαστικά ή δικονομικά) και συνεπώς ο χρόνος της παραγραφής αυτής παραμένει ο ίδιος, ως είχε πριν τη διαδοχή, καθώς και η αφετηρία του υπολογισμού της [...].
Επομένως, οι ένδικες αξιώσεις διατηρούν την αυτοτέλεια τους, υποκείμενες στις περί παραγραφής διατάξεις του ΝΔ 496/1 974, ωστόσο μόνο μέχρι την κατάργηση του Δημοτικού Ωδείου Πετρούπολης οπότε και καθολικός διάδοχος κατέστη ο εναγόμενος (6.5.2011). Επομένως, και με βάση τις ίδιες ως άνω διατάξεις, οι ένδικες αξιώσεις που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 6.5.2011, (οπότε και καταργήθηκε το Δημοτικό Ωδείο Πετρούπολης και στη θέση του υπεισήλθε ο εναγόμενος), δεν έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, καθώς εντός της διετίας από την έναρξη παραγραφής (Ήτοι 31.12.2011) επήλθε διακοπή αυτής με την άσκηση της αγωγής (2.8.2013).
Περαιτέρω, όσον αφορά στο χρονικό διάστημα από 6.5.2011 οπότε καθολικός διάδοχος του ως άνω ΝΠΔΔ κατέστη ο εναγόμενος, οι ένδικες αξιώσεις που αφορούν τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο του έτους 2011 έχουν παραγραφεί, καθώς από το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής που είναι η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης έως και τον χρόνο άσκησης της αγωγής την 2.8.2013 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, σύμφωνα με το άρθρο 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατά το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής και στους Ο.Τ.Α.
Με τα δεδομένα αυτά και με βάση την ορθή κατάταξη τους για το επίδικο χρονικό διάστημα δικαιούνται : Α. Οι με αύξοντες αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22 και 23 ενάγοντες : α) Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 6.5.2011 το ποσό των 4.220,00 € [Ήτοι 965,00 € μηνιαίος μισθός Χ 4 μήνες = 3.860,00€)+ (90,00 € κίνητρο απόδοσης Χ 4 μήνες = 360€)], β) Για το χρονικό διάστημα από 2.8.2011 έως 31.10.2011 το ποσό των 3.165,00 € [(Ήτοι 965,00 € μηνιαίος μισθός Χ 3 μήνες = 2.895,00€ + (90,00 € κίνητρο απόδοσης Χ 3 μήνες = 270,00 €)] και γ) για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 31.7.2013 το ποσό των 28.098,00 € [(Ήτοι 1.338,00 €, ο μηνιαίος μισθός Χ 21 μήνες = 28.098,00 €)], μη συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων Χριστουγέννων έτους 2011, Πάσχα και αδείας έτους 2012 και Πάσχα έτους 2013 και συνολικά το ποσό των 35.483,00 € [(4.1 30,00€ + 3.1 65,00€ +28.098,00 €].
Β. Οι με αύξοντες αριθμούς 12 και 14 ενάγουσες : α) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 6.5.2011 το ποσό των 4.376,00€ [Ήτοι (1.004,00 € ο μηνιαίος μισθός Χ 4 μήνες = 4.01 6,00 €)+ (90,00 € κίνητρο απόδοσης Χ 4 μήνες = 360,00 €)], β) για το χρονικό διάστημα από 2.8.2011 έως 31.10.2011 το ποσό των 3.282,00 € [Ήτοι (1.004,00€ μηνιαίος μισθός € Χ 3 μήνες = 3.012,00€) + (90,00 € κίνητρο απόδοσης Χ 3 μήνες = 270,00€)] και γ) για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 31.7.2013 το ποσό των 31.689,00 € [Ήτοι (1.509,00 € ο μηνιαίος μισθός Χ 21 μήνες = 31.689,00 €)] και συνολικά το ποσό των 39.347,00 €, [(Ήτοι 4.376,00 € + 3.282,00 € + 31.689,00 €)], μη συμπεριλαμβανόμενων των επιδομάτων Χριστουγέννων έτους 2011, Πάσχα, αδείας και Χριστουγέννων 2012 και Πάσχα έτους 2013.
Γ. Η με αύξοντα αριθμό 13 ενάγουσα α) Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 6.5.2011 το ποσό των 4.259,00 € [Ήτοι (965,00 € μηνιαίος μισθός Χ 3 μήνες = 2. 895,00 €)+ (1.004,00 € Χ 1 μηνιαίο μισθό) + (90,00 € κίνητρο απόδοσης Χ 4 μήνες =360, 00€)], β) Για το χρονικό διάστημα από 2.8.2011 έως 31.10.2011 το ποσό των 3.282,00 € [Ήτοι (1.004,00 € μηνιαίος μισθός Χ 3 μήνες = 3.012,00€) + (90,00 € κίνητρο απόδοσης Χ 3 μήνες = 270,00 €)] και γ) Για το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 31.7.2013 το ποσό των 28.665,00 € [Ήτοι (1.365,00 € ο μηνιαίος μισθός Χ 21 μήνες = 28.665,00 €)], ήτοι σύνολο 36.206,00 €.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος κατέβαλε στους ενάγοντες, μέρος των οφειλόμενων σ' αυτούς ποσών, ως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από τους τελευταίους. Ειδικότερα : 1) Στον 1° ενάγοντα-1° εφεσίβλητο Δ. Α. το ποσό των 51.423,32 € και ως εκ τούτου δεν του οφείλεται μισθολογική διαφορά, 2) Στον 2ο ενάγοντα-2° εφεσίβλητο Π.
Α. το ποσό των 51.717,91 € και ως εκ τούτου του δεν του οφείλεται μισθολογική διαφορά, 3) Στην 3η ενάγουσα-3η εφεσίβλητη Μ. Α. το ποσό των 51.376,07 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 4) Στην 4η ενάγουσα-4η εφεσίβλητη Π. Α. το ποσό των 51.384,82 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 5) Στην 5η ενάγουσα-5η εφεσίβλητη Ι.
Β. το ποσό των 49.797,40 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 6) Στον 6° ενάγοντα-6° εφεσίβλητο Α. Γ. το ποσό των 51.381,32 € και ως εκ τούτου του δεν του οφείλεται μισθολογική διαφορά, 7) Στον 7° ενάγοντα -7° εφεσίβλητο Π. Δ. το ποσό των 52.326,67 € και ως εκ τούτου δεν του οφείλεται μισθολογική διαφορά, 8) Στον 8° ενάγοντα-8° εφεσίβλητο Β.
Κ. το ποσό των 52.448,67 € και ως εκ τούτου του δεν του οφείλεται μισθολογική διαφορά, 9) Στην 9η ενάγουσα-9η εφεσίβλητη Σ. Κ. το ποσό των 52.532,16 €, και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 10) Στην 10η ενάγουσα-10η εφεσίβλητη Ε. Κ.-Λ. το ποσό των 52.042,73 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 11) Στην 11η ενάγουσα-11η εφεσίβλητη Π.
Λ. το ποσό των 51.671,62 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 12) Στην 12η ενάγουσα-12η εφεσίβλητη Α. Μ. το ποσό των 52.544,1 2 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 13) Στην 13η ενάγουσα-13η εφεσίβλητη Σ. Μ. το ποσό των 52.643,1 2 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 14) Στην 14η ενάγουσα-14η εφεσίβλητη Ε.
Μ. το ποσό των 52.658,52 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 15) Στην 15η ενάγουσα-15η εφεσίβλητη Κ. Π. το ποσό των 52.590,16 € και ως εκ τούτου της δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά,· 16) Στον 16° ενάγοντα-16° εφεσίβλητο Σ. Σ. το ποσό των 51.734,00 € και ως εκ τούτου δεν του οφείλεται μισθολογική διαφορά, 17) Στην 17η ενάγουσα-17η εφεσίβλητη Β.
Σ. το ποσό των 51.731,91 €, και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 18) Στην 18η ενάγουσα-18η εφεσίβλητη το ποσό των 50.982,84 ευρώ και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά, 19) Στον 1 9° ενάγοντα-1 9η εφεσίβλητο Ά. Τ., το ποσό των 51.521,33 € και ως εκ τούτου του δεν του οφείλεται μισθολογική διαφορά, 20) Στον 20° ενάγοντα-20° εφεσίβλητο Ι.
Τ. το ποσό των 51.026,00 € και ως εκ τούτου δεν του οφείλεται μισθολογική διαφορά και τέλος 21) Στην 23η ενάγουσα-21η εφεσίβλητη το ποσό των 52.326,32 € και ως εκ τούτου δεν της οφείλεται μισθολογική διαφορά. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και δέχθηκε στο σύνολο της ως κατ' ουσία βάσιμη την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης. Κατόπιν τούτων και μετά τις παραπάνω παραδοχές, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολο της, και ως προς τη συναρτώμενη με την όλη έκβαση της δίκης διάταξη αυτής (αποφάσεως) περί συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να δικασθεί η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη[...]".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τον προσδιορισμό των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν από το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο και αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 μέχρι και 6.5.2011 και από 2.8.2011 μέχρι 31.7.2013, κατά το οποίο, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αξιώσεις των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων δεν είχαν παραγραφεί.
Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι οι αξιώσεις αυτών (εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων) που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 μέχρι 31.12.2010 καθώς και τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2011 είχαν παραγραφεί στη συνέχεια, προκειμένου να κρίνει τα ποσά που αυτοί δικαιούνται για τα μη παραγεγραμμένα χρονικά διαστήματα αφαίρεσε από αυτά το σύνολο των ποσών που το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο τους είχε καταβάλει για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.7.2009 μέχρι 31.7.2013, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα ως άνω χρονικά διαστήματα, για τα οποία οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, μετά την παραγραφή τους, δεν διατηρούσαν πλέον αξιώσεις, αντί να αφαιρέσει, όπως όφειλε, τα καταβληθέντα ποσά που αντιστοιχούσαν στα χρονικά διαστήματα που οι αξιώσεις των εναγόντων δεν είχαν παραγραφεί.
Όμως, η αιτιολογία αυτή είναι ελλιπής και ασαφής, αφού ουδόλως εξειδικεύονται τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες και αφορούσαν στα μη παραγεγραμμένα χρονικά διαστήματα, ώστε να κριθεί αν πράγματι έχουν εξοφληθεί οι μη παραγεγραμμένες αξιώσεις αυτών, όπως το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ισχυρίζεται.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση του ίδιου ως άνω λόγου αναίρεσης κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ( ΑΠ 1474/2022, πρβλ. 301/2018). Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του τρίτου και τελευταίου (χωρίς αρίθμηση) υπό στοιχείο Χ λόγου αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. ...2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο Δήμο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ