Legislator Case Law & Legislation
563/2024 AI generated

Appeal against labor dispute judgment partially allowed regarding DEDEHHE, dismissed for absent company.

Case Number 563/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first defendant due to its absence and failure to participate in the hearing. The court allowed the appeal against the second defendant, the DEDEHHE, finding a procedural error in the lower court's assessment of overtime work claims. Consequently, the case was remitted for retrial regarding the second defendant while costs were awarded against them.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the opposing party fails to appear, but if the appeal is well-founded against a specific defendant, the judgment is set aside for that party and the case is remitted for retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility absence of party remittal for retrial overtime work assessment court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 563 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 563/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Π. του Π., κατοίκου ... Αττικής, 2.Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, 3.M. A. του B., κατοίκου ... Αττικής, 4.Δ. Μ. του Ν., κατοίκου Αθηνών, 5.H. A. του X., κατοίκου ..., 6.S. Y. του B., κατοίκου Αθηνών, 7.M. E. του M., κατοίκου Αθηνών, 8.O. B. του N., κατοίκου Αθηνών, 9.H. L. του R., κατοίκου ..., και 10.A. P. του M., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαλεβίτη, ο oποίος ανακάλεσε την από 7-11-2023 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2.εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ηλία Γεωργόπουλο και Κυριάκο Παπανικολάου, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 6447/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2023 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 2897Β/4.7.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του ... Ά. Α., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20.4.2023 και με αριθ. κατάθεσης 4086/408/8.5.2023 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (14.11.2023), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτών προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "...". Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η ανωτέρω πρώτη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία της, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. 2.- Με την από 20.4.2023 και με αριθ. κατάθ. 4086/408/ 8.5.2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των εργατικών διαφορών, υπ` αριθ. 6447/20.12.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε επί των εξής εφέσεων: 1) από 16.3.2021 και με αριθμό κατ. 18150/1167/7.4.2021 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ι) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και ιι) της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (ΔΕΔΔΗΕ)" και 2) από 2.7.2021 και με αριθμό κατ. 53374/4146/2021 έφεσης της δεύτερης εναγομένης ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά των: ι) όγδοου ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος O. B. του N. και ιι) κατά της πρώτης εναγομένης - πρώτης εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "...". Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου α) έγιναν τυπικά δεκτές και οι δύο εφέσεις, β) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 2.7.2021 και με αριθμό κατ. 53374/4146/2021 δεύτερη έφεση, γ) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εν μέρει η από 16.3.2021 και με αριθμό κατ. 18150/1167/7.4.2021 πρώτη έφεση, απορρίφθηκε δε αυτή κατά τα λοιπά, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της ως προς την πρώτη εναγομένη, δ) εξαφανίσθηκε εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, ε) κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης και στ) απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης εναγομένης, στο σύνολό της, ως αόριστη.

Με την εκκαλουμένη με αριθμό 186/3.2.2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 3.12.2018 και με αριθμό κατ. 117526/3130/14.12.2018 αγωγή, μόνον ως προς τον όγδοο ενάγοντα O. B. του N. και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες, εις ολόκληρο η κάθε μία, να καταβάλουν στον ενάγοντα αυτόν το ποσό των 6.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, ενώ είχε απορριφθεί κατά τα λοιπά αυτή (αγωγή).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 8.5.2023, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 20.12.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

3.- Κατά το άρθρο 702 ΑΚ "Οι εργάτες που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης έχουν για το μισθό τους απαίτηση απευθείας κατά του εργοδότη έως το ποσό που αυτός οφείλει στον εργολάβο. Αφότου ο εργάτης δήλωσε στον εργοδότη πως ασκεί την απαίτησή του, αυτός δεν μπορεί πια να καταβάλει στον εργολάβο ή στο διάδοχό του ή να συμβιβαστεί μαζί τους έτσι ώστε να ζημιωθεί ο εργάτης.

Η συμφωνία που περιορίζει προκαταβολικά αυτά τα δικαιώματα του εργάτη είναι άκυρη". Η ως άνω διάταξη αποσκοπεί στην προστασία των εργατών για την καταβολή της αμοιβής τους από την παροχή της εργασίας τους σε οικοδομικό έργο ή άλλη ακίνητη εγκατάσταση. Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι: 1) Κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης, που ως τέτοια νοείται, κάθε έργο που χαρακτηρίζεται νομικά ως ακίνητο, κατά τρόπο ώστε η ύπαρξή του να είναι νοητή όχι αυτοτελώς, αλλά μόνο σε διαρκή σύνδεσμο με το έδαφος ή άλλο ακίνητο, αποτελώντας με αυτά ένα ενιαίο πράγμα (ΑΚ 948 επ). 2) Οφειλή του εργοδότη προς τον εργολάβο, δικαστικώς επιδιώξιμη κατά το χρόνο ενάσκησης της απαίτησης του εργάτη, σε αντίθεση με τη δήλωση του εδαφίου β', η οποία μπορεί να γίνει και όταν η οφειλή του εργοδότη δεν είναι ακόμη δυνατόν να επιδιωχθεί δικαστικώς, 3) Χρησιμοποίηση των εργατών στην κατασκευή του οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης. 4) Απαιτήσεις των εργατών σχετικές με την παροχή της εργασίας τους, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται αξιώσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αδικοπραξίας και εργατικού ατυχήματος και 5) Δήλωση εκ μέρους των εργατών, προς τον εργοδότη - κύριο του έργου, ότι ασκούν κατ' αυτού τις εν λόγω απαιτήσεις τους κατά του εργολάβου (ΑΠ 327/2022, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 883/2018, ΑΠ 885/2018).

Με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, παρέχεται στους εργάτες ευθεία απαίτηση, στρεφόμενη κατά του εργοδότη, για την πληρωμή των μισθών που τους οφείλει ο εργολάβος, η οποία γεννάται απευθείας από το νόμο στο πρόσωπο των εργατών. Παράλληλα, διατηρούνται και οι αξιώσεις των εργατών κατά του εργολάβου από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια να δημιουργείται ανάμεσα στον εργολάβο και τον εργοδότη παθητική εις ολόκληρον ενοχή και οι εργάτες να μπορούν να στραφούν είτε κατά του ενός είτε και κατά των δύο μαζί, συνδεόμενων μεταξύ τους με απλή ομοδικία, κατά το άρθρο 74 του ΚΠολΔ. 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 3.12.2018 και με αριθμό κατ. 117526/3130/2018 αγωγή τους, όπως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από την επισκόπησή της προκύπτει, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη των εναγομένων - εργοδότρια τους, τεχνική εταιρία με την επωνυμία "...", ως ανάδοχος της δεύτερης εξ αυτών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", εκτελεί έργα με την ονομασία "Εκτέλεση Έργων Δικτύων Διανομής".

Αντικείμενο των εργολαβιών αυτών, με τους ειδικότερους τίτλους "ΔΙΚΤΥΑ ΑΘΗΝΑΣ", "ΔΙΚΤΥΑ ΠΕΙΡΑΙΑ", "ΔΙΚΤΥΑ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ", "ΔΙΚΤΥΑ ΦΙΛΟΘΕΗΣ-ΚΗΦΙΣΙΑΣ", "ΔΙΚΤΥΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ", είναι η επισκευή, συντήρηση και αποκατάσταση βλαβών εναερίων και υπογείων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, τοποθετήσεις μετρητών, δεκτών και κιβωτίων διανομής, εργασίες ειδικών αποκοπών κ.λ.π.

Ότι στα ως άνω έργα από το έτος 2015 μέχρι και το έτος 2018, με τον αναφερόμενο στην αγωγή διαγωνισμό, εργολάβος είναι η πρώτη εναγόμενη. Ότι προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγόμενη, στις 9.5.2015 οι 1ος, στις 9.9.2015 ο 2ος, στις 23.7.2015 ο 3ος, την 1.7.2015 ο 4ος, στις 3.7.2015 ο 5ος, στις 11.8.2015 ο 6ος, στις 9.5.2011 ο 7ος, στις 15.6.2016 ο 8ος, στις 11.4.2011 ο 9ος και στις 27.1.2012 ο 10ος, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν, με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, ως χειριστής ΜΕ, χειριστής ΜΕ, Β.

ηλεκτροτεχνίτης, Χειριστής, Β. χειριστής, οδηγός Φ.Ι.Χ., οικοδόμος, οδηγός Φ.Ι.Χ., οικοδόμος και χειριστής, αντίστοιχα και με τις ειδικότητές τους αυτές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη έως 21.11.2017, οπότε και δήλωσαν εγγράφως ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας, λόγω καθυστερήσεως καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους.

Ότι γνωστοποίησαν εγγράφως με εξώδικη δήλωση, κατ' άρθρο 702 Α.Κ., στις 21.11.2017, στην κυρία του έργου, δεύτερη εναγόμενη, τις απαιτήσεις τους κατά της "... Α.Ε.". Ότι επιπροσθέτως από τον Απρίλιο του 2017, ενόψει καθυστερήσεως και μη καταβολής των αποδοχών τους ή μέρος αυτών, δήλωσαν προφορικώς και εγγράφως (όλοι οι εργατοτεχνίτες στα συνεργεία) στην "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" τις οφειλόμενες εργατικές αξιώσεις τους.

Ότι η τελευταία - κυρία του έργου οφείλει στην ... Α.Ε. - εργολάβο, υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής από τα κατασκευασμένα από αυτή δίκτυα και ότι ασκούν, κατ' άρθρ. 702 Α.Κ., τις απαιτήσεις τους από κοινού, τόσο κατά της εργοδότριας όσο και κατά της κυρίας του έργου και έτσι κατέστησαν, έναντι αυτών, εις ολόκληρον υπόχρεες.

Επίσης, έχουν απευθύνει κατά της κυρίας του έργου "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" την από 21.11.2017 και 5.1.2018 επίσχεση εργασίας, με την περιεχόμενη σ' αυτή δήλωση του άρθρ. 702 Α.Κ. Ότι η υπάρχουσα κατά το χρόνο της δηλώσεώς τους προς τη δεύτερη εναγόμενη, "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", οφειλή της τελευταίας προς την εργολάβο-πρώτη εναγόμενη, που αναλογεί στην αμοιβή της για το εκτελεσθέν έως 23.11.2017 έργο, ανέρχεται σε 15.000.000 ευρώ, αφαιρουμένων υλικών και ρητρών σχετικά με την εκτέλεση.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό εν μέρει περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η κάθε μία, να καταβάλουν στον 1° εξ αυτών το ποσό των 21.480,18 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το ποσό των 8.288 ευρώ, στο 2° να καταβάλουν το ποσό 20.632,28 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το ποσό των 7.770 ευρώ, στον 3° να καταβάλουν το ποσό των 18.126,8 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το ποσό των 6.149,2 ευρώ, στον 4° να καταβάλουν το ποσό των 21.793,8 ευρώ, στον 5° να καταβάλουν το ποσό των 20.557,88 ευρώ, στον 6° να καταβάλουν το ποσό των 19.583,02 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το ποσό των 6.783,62 ευρώ, στον 7° να καταβάλουν το ποσό των 23.891,93 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το ποσό των 8.493,71 ευρώ, στον 8° να καταβάλουν το ποσό των 21.310 ευρώ, στον 9° να καταβάλουν το ποσό των 23.891,93 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το ποσό των 8.493,71 ευρώ και στο 10° να καταβάλουν το ποσό των 21.480,18 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν το ποσό των 7.028,72 ευρώ, για αμοιβή υπερεργασίας και αποζημίωση κατ' εξαίρεση υπερωριών, που πραγματοποίησαν από 1.8.2015 έως 31.7.2017, προσαύξηση για οκτάωρη εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αμοιβή για την εργασία τους τα Σάββατα και Κυριακές, χωρίς τη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αμοιβή για κατ' εξαίρεση υπερωρίες κατά τα Σάββατα και Κυριακές και επί πλέον στον 8° εξ αυτών O.

B. για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Απριλίου έως Ιουλίου του έτους 2017 και επίδομα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, 6.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους ποσό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 186/3.2.2021 απόφασή του, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει, ως προς τον όγδοο ενάγοντα O.

B. και υποχρέωσε τις εναγόμενες, εις ολόκληρο την κάθε μία, να καταβάλουν στον ενάγοντα αυτόν, 6000 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην απόφαση, ενώ απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά, ως προς όλους τους ενάγοντες.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από άσκηση των προαναφερόμενων αντίθετων εφέσεων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον, για την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, μέρος, τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή ήταν αόριστη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης, κυρίας του έργου, καθώς δεν μνημονεύονται στο αγωγικό δικόγραφο όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα για το ορισμένο της αγωγής, και ειδικότερα ενώ αναφέρεται ότι οι ενάγοντες απασχολούντο σε διαφορετικά έργα του αναδόχου, γίνεται μνεία συνολικά του οφειλομένου ποσού (15.000.000 ευρώ) ως εργολαβικό τίμημα για το σύνολο των ανατεθειμένων έργων από την κυρία προς την εργολάβο, και δεν γίνεται ξεχωριστά για κάθε έργο στο οποίο απασχολείτο έκαστος ενάγων, η αναφορά οφειλομένου εργολαβικού ανταλλάγματος, ενώ επιπλέον δεν γίνεται καμία αναφορά στο εκτελεσθέν έργο έως τη στιγμή της δήλωσης, για κάθε έργο ξεχωριστά, από αυτά που απασχολούντο οι ενάγοντες.

Επομένως κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του ορισμένου της αγωγής αλλά και κατ' αποδοχήν του σχετικού λόγου της Β' εφέσεως, η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως αόριστη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης, και έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο την έκρινε ορισμένη και νόμιμη, και εν συνεχεία την έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τον όγδοο ενάγοντα για ποσό 6.000 ευρώ και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τα λοιπά.

Κατ' ακολουθίαν και εν όψει των ανωτέρω εκτιθεμένων στη νομική σκέψη και εφόσον δεν εκδίδεται δυσμενέστερη απόφαση για τους εκκαλούντες, πρέπει να γίνει δεκτή η Β' έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επίσης να γίνει δεκτή η Α' έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, να κρατηθεί η αγωγή προς εκδίκαση ως προς την δεύτερη εναγομένη και να απορριφθεί ως αόριστη συνολικά γι' αυτήν.

Όσον αφορά δε την επίκληση από πλευράς των εναγόντων προς εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 4554/2018, με την οποία δεν τίθεται ως προϋπόθεση για την εις ολόκληρο ευθύνη του κυρίου του έργου, η ύπαρξη οφειλής προς την ανάδοχο, αυτή είναι μη νόμιμη, καθώς η παραπάνω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού με τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 Ν. 4623/2019, καταργήθηκε αναδρομικά από την ημέρα που είχε τεθεί σε ισχύ". 5.- Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το ν' απορρίψει ως αόριστη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή τους, ως προς τη δεύτερη εναγομένη, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι αξίωσε για τη θεμελίωση της αγωγής τους, περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος, καθόσον στην αγωγή τους αναφέρονταν ρητά:

α) η παροχή της εργασίας τους σε ακίνητη εγκατάσταση (που ως τέτοια νοείται, κάθε έργο που χαρακτηρίζεται νομικά ως ακίνητο, κατά τρόπο ώστε η ύπαρξή του να είναι νοητή όχι αυτοτελώς, αλλά μόνο σε διαρκή σύνδεσμο με το έδαφος ή άλλο ακίνητο, αποτελώντας με αυτά ένα ενιαίο πράγμα), β) η οφειλή της εργοδότριας προς την εργολάβο, που ήταν δικαστικά επιδιώξιμη κατά το χρόνο άσκησης της απαίτησής τους, γ) η χρησιμοποίησή τους ως εργατών στην κατασκευή της ακίνητης εγκατάστασης, δ) οι απαιτήσεις τους, ως εργατών, σχετικές με την παροχή της εργασίας τους και ε) η δήλωσή τους προς την κυρία του έργου (ΔΕΔΔΗΕ) για τις ως άνω απαιτήσεις τους μέχρι τη δήλωση αυτή..

Τα ανωτέρω στοιχεία ήταν αρκετά για να καταστήσουν ορισμένη την αγωγή. Παρόλα αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω ότι, για το ορισμένο της αγωγής απαιτούνταν (επειδή οι ενάγοντες απασχολήθηκαν σε διαφορετικά έργα), ι) να αναφέρεται ξεχωριστά για κάθε έργο, το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα και ιι) να αναφέρεται το εκτελεσθέν έργο έως τη στιγμή της δήλωσης, για κάθε έργο ξεχωριστά από αυτά που απασχολούνταν οι ενάγοντες.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου, για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 702 του ΑΚ, αξίωσε εσφαλμένα για τη θεμελίωση της αγωγής, περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ξεχωριστά για κάθε έργο, το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα και το εκτελεσθέν έργο έως τη στιγμή της δήλωσης, αφού κατά την αγωγή, οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγομένη, με τις ανωτέρω ειδικότητες για να εργασθούν στα έργα που είχε αναλάβει ή θα αναλάμβανε γενικά αυτή και όχι σε συγκεκριμένο έργο ο καθένας.

Ήταν θέμα της διοίκησης των εναγομένων και ανάλογα με τις ανάγκες κάθε έργου, σε πιο από τα περισσότερα έργα, θα εργασθούν οι ενάγοντες.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ως προς τη δεύτερη εναγομένη.

6.- Από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά με τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων από την παροχή της εργασίας τους στην πρώτη αναιρεσίβλητη εργοδότρια εταιρίας, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα' ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη (και ήδη πρώτη εφεσίβλητη της Α' έφεσης και δεύτερη εφεσίβλητη της Β' έφεσης) ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "... ..." [πρώτη αναιρεσίβλητη], έχει ως αντικείμενο εργασιών την ανάληψη, μελέτη και κατασκευή τεχνικών έργων, αναλαμβάνει δε την εκτέλεση συμβάσεων από τη δεύτερη εναγομένη (και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη της Α' έφεσης και εκκαλούσα της Β' έφεσης) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε." [δεύτερη αναιρεσίβλητη].

Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη ως ανάδοχος της δεύτερης, κυρίας των έργων, εκτελεί έργα με την ονομασία "Εκτέλεση Έργων Δικτύων Διανομής" και αντικείμενο των εργολαβιών αυτών, με τους ειδικότερους τίτλους "ΔΙΚΤΥΑ ΑΘΗΝΑΣ", "ΔΙΚΤΥΑ ΠΕΙΡΑΙΑ", "ΔΙΚΤΥΑ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ", "ΔΙΚΤΥΑ ΦΙΛΟΘΕΗΣ-ΚΗΦΙΣΙΑΣ", "ΔΙΚΤΥΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ", είναι η επισκευή, συντήρηση και αποκατάσταση βλαβών εναερίων και υπογείων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, τοποθετήσεις μετρητών, δεκτών και κιβωτίων διανομής, εργασίες ειδικών αποκοπών κλπ.

Στα ως άνω έργα από το έτος 2015 έως και το έτος 2018, με τον διαγωνισμό ..., εργολάβος ανακηρύχθηκε η πρώτη εναγόμενη, από την οποία οι ενάγοντες προσλήφθηκαν στις 9/5/2015 οι 1ος και 2ος, στις 23/7/2015 ο 3ος, στις 1/7/2015 ο 4ος, στις 3/7/2015 ο 5ος, στις 11/8/2015 ο 6ος, στις 9/5/2011 ο 70ς, στις 15/6/2016 ο 8ος, στις 11/4/2011 ο 9ος και στις 27/1/2017 ο 10ος, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν, με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, ως χειριστής ΜΕ, χειριστής ΜΕ, Β.

Ηλεκτροτεχνίτης, χειριστής, Β. Χειριστής, οδηγός Φ.Ι.Χ., οικοδόμος, οδηγός Φ.Ι.Χ, οικοδόμος και χειριστής αντίστοιχα, αντί μηνιαίων αποδοχών 1.850 ευρώ, 1.850 ευρώ, 1.500 ευρώ, 1.150 ευρώ, 1.000 ευρώ και 1.550 ευρώ οι 1ος, 2ος, 4ος, 60ς, 8ος και 10ος των εναγόντων αντιστοίχως και αντί ημερομισθίου 40 ευρώ, 30 ευρώ, 57,59 ευρώ και 57,59 ευρώ οι 3ος, 5ος, 7ος και 9ος εξ αυτών και με τις ειδικότητες αυτές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως τις 21/11/2017, οπότε και δήλωσαν εγγράφως ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας, λόγω καθυστέρησης καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους.

Ειδικότερα, οι 10ς και 3ος εργάσθηκαν στο έργο "ΔΙΚΤΥΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ", οι 6ος και 10ος στο έργο "ΔΙΚΤΥΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ" και οι λοιποί στο έργο "ΔΙΚΤΥΑ ΦΙΛΟΘΕΗΣ-ΚΗΦΙΣΙΑΣ". Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας, εργάζονταν επί 11-12 ώρες και ως εκ τούτου πραγματοποίησαν υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες.

Επίσης ισχυρίζονται ότι κατά τη διάρκεια των εργασιακών τους συμβάσεων εργάσθηκαν όλα τα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, χωρίς να λαμβάνουν ρεπό, με αποτέλεσμα να δικαιούνται αμοιβή για την εργασία τα Σάββατα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και προσαυξήσεις για την εργασία τους Κυριακές και αργίες.

Όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Σημειώνεται ότι στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι ενάγοντες δεν εξέτασαν μάρτυρα, αλλά ανωμοτί τον τρίτο ενάγοντα, ενώ η ένορκη βεβαίωση που προσκομίζουν λήφθηκε μετά τη συζήτηση και επομένως χρησιμεύει μόνο προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων και όχι προς απόδειξη των ισχυρισμών της αγωγής.

Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι τις επίσημες αργίες τα εργοτάξια παρέμεναν κλειστά και απασχολούσαν μόνο προσωπικό ασφαλείας, στην περίπτωση δε που προέκυπτε κάποια βλάβη ή η πρώτη εναγομένη πιεζόταν χρονικά να ολοκληρώσει κάποιο έργο, τις σχετικές εργασίες εκτελούσαν υπεργολάβοι, με δικό τους εργατικό δυναμικό, και με αυτόν τον τρόπο η ανάδοχος απέφευγε την υπερωριακή απασχόληση των εργαζομένων της.

Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από την λεπτομερή και πειστική κατάθεση του Διευθυντή Προσωπικού της πρώτης εναγομένης, ο οποίος έχει ιδία αντίληψη των γεγονότων και επιπλέον η κατάθεσή του ενισχύεται και από την ύπαρξη δέκα (10) ιδιωτικών συμφωνητικών υπεργολαβίας που επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη εναγόμενη.

Έτι περαιτέρω, τα ανωτέρω συμπεράσματα ενισχύονται και από τα ηλεκτρονικά παρουσιολόγια της πρώτης εναγομένης, από τα οποία προκύπτει ότι ουδείς των εναγόντων εργάσθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου, καθώς και ημέρες Σάββατα και Κυριακές, καθώς και από το γεγονός ότι κατά την προσφυγή των 4ου και 5ου των εναγόντων το Νοέμβριο του 2017 στην Επιθεώρηση Εργασίας, δεν συμπεριελήφθη αξίωση για οφειλές από υπερωριακή απασχόληση ή απασχόληση Κυριακές και αργίες, ενώ μόνο το 10ος αξίωσε κάποιες τέτοιες οφειλές για ένα δίμηνο το 2017.

Εξάλλου, όλοι οι ενάγοντες δηλώνουν ότι εργάσθηκαν τις ίδιες ώρες υπερωριακά και τις ίδιες ημέρες, μολονότι δεν απασχολούντο όλοι στο ίδιο εργοτάξιο, μάλιστα δηλώνουν ότι εργάσθηκαν υπερωριακά ακόμη και σε ημέρες πανελλαδικής απεργίας αλλά και την Κυριακή του Πάσχα του 2017. Οι ενάγοντες επικαλούνται φωτοτυπίες ταχογράφων των φορτηγών αυτοκινήτων που χρησιμοποιούντο στην εργασία τους, προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους για υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τις αργίες.

Πλην όμως οι εν λόγω ταχογράφοι, μολονότι συνιστούν έγγραφα, δεν φέρουν την υπογραφή νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης ώστε να έχουν αποδεικτική ισχύ, ενώ πολλοί από αυτούς έχουν χειρόγραφες σημειώσεις, μουτζούρες και αλλοιώσεις, και δεν συνιστούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο από το οποίο και μόνο να προκύπτει η βασιμότητα των αξιώσεων των εναγόντων, εξάλλου σε κάθε περίπτωση η κίνηση ενός οχήματος (μόνο αυτήν την κίνηση εξάλλου μπορεί να πιστοποιήσει ο ταχογράφος και όχι τον οδηγό), δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου τινός, ότι το συγκεκριμένο όχημα έχει και οδηγό κάποιον ή κάποιους από τους ενάγοντες και μάλιστα για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που καταγράφεται.

Τέλος, δεν μεταβάλλονται τα ανωτέρω συμπεράσματα από τις καταθέσεις των μαρτύρων στις υπ' αριθ. 4736, 4737 και 4738/15.11.2011 ένορκες βεβαιώσεις, συνταχθείσες ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζουν οι ενάγοντες, και στις οποίες κατατίθεται ότι οι ενάγοντες εργάζονταν υπερωριακά και Σάββατα και αργίες κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, καθώς πρόκειται για καταθέσεις συναδέλφων των εναγόντων, οι οποίοι επίσης έχουν ασκήσει αγωγές κατά των εναγομένων και ως εκ τούτου κατόπιν της σχετικής στάθμισης, οι καταθέσεις τους δεν κρίνονται πειστικές".

7.- Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις, που αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, σχετικά με το αποδεικτικό πόρισμά του, το οποίο θεωρούν εσφαλμένο, εκτίμηση όμως η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το πρώτο του σκέλος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 8.- Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν (άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους.

Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και, ιδίως, έγγραφο δηλ.

για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως (ή μη) αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 193/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται μάρτυρες και έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το εάν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 319/2017).

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός από τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποφάσεων ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, που προσκομίζονται ως νομολογία (ΑΠ 809/2019, (ΑΠ 1937/2017, ΑΠ 494/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπ' όψη τα παρακάτω έγγραφα, αν και νομίμως προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα: (α).- 1549 ημερήσιους δίσκους ταχογράφων των ΙΧΦ αυτοκινήτων Β' κατηγορίας, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης εταιρίας, με στοιχεία κυκλοφορίας ..., ..., ..., ..., ..., ..., οι οποίοι καλύπτουν όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.8.2015 έως 31.7.2017, (β) καταστάσεις προσωπικού έργων της ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.

χρονικής περιόδου από 1.10.2015 έως 31.10.2015,, καθώς και το ημερήσιο πρόγραμμα προσωπικού του εργολάβου, (γ) το από 5.11.2016 δελτίο τύπου, (δ) τις προσκομιζόμενες αποφάσεις με αριθμούς 2381/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 964/2018, 1102/2018, 1375/2018 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκριναν απαιτήσεις συναδέλφων τους εργαζομένων σε άλλη εταιρία για έργα κατά της ΔΕΔΔΗΕ, (ε) δημοσιεύματα και δελτία τύπου άλλων σωματείων, που δηλώνουν τη συμπαράστασή τους προς τους εργαζομένους στην "...", (στ) την υπ' αριθμ. 2657/9.3.2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Σ., κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των αντιδίκων τους, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης και προσκομίστηκε για να ληφθεί υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο και ζ) την υπ' αριθμ. 2231/2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του Δημητρίου Μερζιώτη, που λήφθηκε προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων, κατόπιν κλήτευσης καταχωρηθείσας στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης.

Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 6447/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και του τρίτου λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναφέρεται, κατά λέξη, ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων: "... την υπ' αριθ. 2231/20.2.2019 ένορκη βεβαίωση, συνταχθείσα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες και η οποία λαμβάνεται υπ' όφη καθώς αποδεικνύεται νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων να παραστούν κατά τη λήψη της με προφορική ανακοίνωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, μόνο όμως προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων, καθώς λήφθηκε εντός της προθεσμίας προσθήκης- αντίκρουσης, τις υπ' αριθ. 4736, 4737 και 4738/15.11.2011 ένορκες βεβαιώσεις, συνταχθείσες ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες για πρώτη φορά προσκομίζουν οι ενάγοντες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ' άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ και οι οποίες λαμβάνονται υπ' όψη καθώς προκύπτει νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ.

τις υπ' αριθ. 4200ΣΤ και 4202ΣΤ/1.11.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Η. Α.), την υπ' αριθ. 2657/9.3.2018 ένορκη βεβαίωση, συνταχθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π., η οποία προσκομίζεται από τους ενάγοντες και λαμβάνεται υπ' όψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αφού έχει ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, τις ομολογίες των διαδίκων, όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και λαμβάνονται υπ' όψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:...".

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό και με το όλο, χωρίς αντιφάσεις ή ανεπάρκειες, περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, προς σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας, έλαβε υπ' όψη και τα παραπάνω υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (ε), (στ) και (ζ) έγγραφα. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, γίνεται ρητή αναφορά τόσο στην υπ' αριθμ. 2657/9.3.2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Σ., την οποία έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον είχε ληφθεί στα πλαίσια προγενέστερης δίκης, καθώς και στην υπ' αριθμ. 2231/20.2.2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του Δημητρίου Μερζιώτη, την οποία έλαβε υπόψη του μόνο για την αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων, όσο και στους 1549 ημερήσιους δίσκους ταχογράφων των φορτηγών αυτοκινήτων Β' κατηγορίας, τους οποίους, ως έγγραφα, τα συναξιολόγησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα έκρινε μη αξιόπιστα (βλ.

σελ. 11 της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης). Αντιθέτως, δεν δέχθηκε ότι αυτοί (ταχογράφοι) δεν έχουν αποδεικτική ισχύ λόγω μη υπογραφής από τους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης, αφού τα αξιολόγησε ως έγγραφα (μη αξιόπιστα) και επομένως τα όσα αντιθέτως διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.

Αναφορικά με τη μομφή που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη της και τις αναφερόμενες παραπάνω υπό στοιχείο (δ) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως αναφέρεται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 (γ) ΚΠολΔ δεν ιδρύεται από τη μη λήψη υπόψη της νομολογίας (ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων). 9.- Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επ.

του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και με τη νόμιμη προβολή τους θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 576/2018). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται ούτε όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, καταλήξει σε έστω εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).

Περαιτέρω, δεν συνιστούν "πράγμα" τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα), η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει λόγο ούτε από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1094/2021, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 625/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι "με βάση τις καταθέσεις των μαρτύρων μας, τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από εμάς έγγραφα και στοιχεία, ο πραγματικός ισχυρισμός μας, ότι πραγματοποιήσαμε υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και πρόσθετη εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες στα έτη 2015, 2016 και 2017 είναι βάσιμος, καθώς συνομολογείται κατά τα ανωτέρω από την πρώτη εναγομένη εταιρία, ενώ από ουδέν έγγραφο ή στοιχείο ή μαρτυρική κατάθεση προέκυψε το αντίθετο".

Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων αποδεικνύεται κατ' αυτούς η εκ μέρους τους παροχή υπερεργασίας, υπερωριών και πρόσθετης εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και αργίες, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, (μάρτυρες, έγγραφα) που έχει εξαχθεί από αυτές.

Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, αφενός έλαβε υπόψη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος τη χωρίς όρκο κατάθεση του τρίτου ενάγοντα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όπως αβάσιμα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται.

Μάλιστα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει και, χωρίς να είναι απαραίτητο, εξειδικεύει, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά της, ως και τις επί μέρους σκέψεις του δικαστηρίου, βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση της ως προς το ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν πραγματοποίησαν υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και πρόσθετη εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες στα έτη 2015, 2016 και 2017.

Στην πραγματικότητα, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο ως άνω λόγος (τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 10.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (ΔΕΔΔΗΕ)" και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και β) να απορριφθεί η αναίρεση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (ΔΕΔΔΗΕ)", λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Σημειώνεται ότι δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, διότι αυτή λόγω της ερημοδικίας της στην αναιρετική δίκη, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.4.2023 και με αριθμό κατ. 4086/408/8.5.2023 αίτηση των αναιρεσειόντων, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6447/20.12.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "..." ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20.4.2023 και με αριθμό κατ. 4086/408/8.5.2023 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6447/20.12.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (ΔΕΔΔΗΕ)".

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 6447/20.12.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ