Supreme Court dismisses appeal against insurance contract dispute ruling, citing proper evidence consideration by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued the appellate court failed to consider specific employment contracts and collective insurance program documents, claiming these were crucial for proving the voluntary nature of the coverage. The court rejected this claim, stating the lower court explicitly acknowledged and weighed all submitted evidence, including witness testimonies and specific employment agreements, in its final judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 11, para. g of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider evidence is not established if the record clearly demonstrates that the contested evidence was duly examined and weighed in forming the judicial decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 563/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στ … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λεβέντη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Β. του Ο., ….και 20) Κ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις και Ηλία Πολύμερο, ο οποίος απλώς εκπροσώπησε όλους τους ανωτέρω.
Κοινοποίηση: ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, την από 16-3-2015 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 362/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 122/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2018 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 973/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναιρεί και παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο ως άνω δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 194/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2020 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 277/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση, η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2022 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
1. Με την από 30.9.2020 και αριθ. κατάθ. 44/5.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 194/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε επί της από 26.12.2017 και αριθ. κατάθ. 138/27.12.2017 έφεσης της εναγομένης κατά της υπ` αριθ. 362/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2. Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης έχει ως εξής : Με την από 13.6.2012 και με αριθ. κατάθ. 819/21.6.2012 αγωγή, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα- εργοδότριά τους υπαιτίως ματαίωσε το υπό αίρεση δικαίωμά τους, που συνίστατο στην είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού, σύμφωνα με τους όρους του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είχε συνάψει η τελευταία για το προσωπικό της με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει κύρια με βάση τη σύμβαση, άλλως κατά την πρώτη επικουρική βάση λόγω διαμορφωμένης επιχειρησιακής συνήθειας και κατά τη δεύτερη επικουρική βάση λόγω της αρχής της ίσης μεταχείρισης τα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) η υπ` αριθ. 362/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων με την οποία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της, καθώς κρίθηκε ότι η ένδικη παροχή είχε εξ υπαρχής χαρακτήρα συμβατικό- μισθολογικό, και όχι εκείνο της παροχής εξ ελευθεριότητας, και δόθηκε στους εργαζόμενους ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης απ' αυτούς εργασίας και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά με τον νόμιμο τόκο.
Ακολούθως η εναγόμενη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 26.12.2017 και με αριθ. κατάθ. 138/27.12.2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθ. 122/2018 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποίαν έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση. Κατά της ως άνω υπ` αριθ. 122/2017 απόφασης η εναγόμενη άσκησε την από 23.7.2018 και αριθ.
κατάθ. 33/25.7.2018 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 973/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποίαν αναιρέθηκε στο σύνολό της η Εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση, ακολούθως, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Το Εφετείο Ιωαννίνων (ως δικαστήριο της παραπομπής), μετά την εισαγωγή της υπόθεσης με κλήση, εκδικάζοντας την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση επανήλθαν κατ` άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 194/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την έφεση, κατά παραδοχή σχετικών λόγων της, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια υπ' αριθ. 362/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και ακολούθως, μετά από νέα έρευνα της ένδικης αγωγής, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη προς την κύρια βάση και την δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη επικουρική βάση της επιχειρησιακής συνήθειας και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.
Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την ένδικη αναίρεση. 3. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ` αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή από πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω και αργότερα, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις ανακαλέσει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 869/2018, 603/2017, 1292/2015, 13/2015, 1681/2010, 1082/2010).
Η επιχειρησιακή, συνεπώς, συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθρο 361 του ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Κύριο επομένως αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Τέτοια είναι και η ομαδική ασφάλιση του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, χωρίς να έχει νομική ή συμβατική δέσμευση, συνάπτει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνοντας να καλύπτει αυτός ολικά ή εν μέρει το ασφάλιστρο.
Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και αδιάλειπτα επί μακρό χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως όταν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ` αυτόν το δικαίωμα για ανάκλησή τους. Στην περίπτωση αυτή από την ούτω δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ` επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για τη συνέχιση καταβολής των εν λόγω παροχών.
Κατά συνέπεια, η, από αυτόν (εργοδότη), κατ` ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του ΑΚ, διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου (ΑΠ 973/2019, 603/2017, 1402/2017, 48/2015, 1277/2010, 91/2008), ενώ επί πλέον δεν απαιτείται να δικαιολογήσει ο εργοδότης την ενέργειά του αυτή.
Αντίθετα μπορεί να δημιουργηθεί συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά) από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα ανάκλησης, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 1449/2019, 48/2015, 258/2012, 1082/2010).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου.
Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στον δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (άρθρα 201επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο- δέκτη της υπόσχεσης), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης.
Πρόκειται περί γνήσιας ομαδικής ασφάλισης, η οποία λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν, καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (ΑΠ 162/2017, 11/2006, 1895/2008).
Ακόμη, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσης εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφάλισης με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2 α ΝΔ 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννιέται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 830/2019, 162/2017).
Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση.
Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη - εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 και 338 ΑΚ.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως απευθείας από τον υποσχεθέντα, στρεφόμενος κατ` αυτού με αγωγή (ΑΠ 830/2019, 74/2016, 1301/2013). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 382 του ΑΚ συνάγεται ότι στην αμφοτεροβαρή σύμβαση, άρα και στη σύμβαση εργασίας (άρθρο 648 ΑΚ), αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο ο ίδιος έχει ευθύνη (άρθρα 330- 334 ΑΚ) ο αντισυμβαλλόμενος που έχει ήδη εκπληρώσει τη δική του παροχή δικαιούται να απαιτήσει, κατ` επιλογή του, αποζημίωση, ήτοι το πλήρες διαφέρον για τη μη εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 830/2019).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.
Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1449/2019, 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008, 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκε επί λέξει τα εξής: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη εταιρεία, προκειμένου να εργαστούν στη γαλακτοβιομηχανία, που διατηρεί η τελευταία … με τις παρακάτω ειδικότητες.
Ειδικότερα προσλήφθηκαν......... Οι ενάγοντες εργάστηκαν στην εναγόμενη οι μεν 17 πρώτοι από αυτούς μέχρι τις 23-12-… και η 18η μέχρι τις 31-12-…, οπότε και απολύθηκαν λόγω της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, οι δε 19η και 20η μέχρι τις 31-8-…, οπότε και αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους για την ίδια αιτία (λόγω συνταξιοδότησης).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη αποδεχόμενη σχετικό αίτημα του σωματείου των εργαζομένων της ενέκρινε την καταβολή από 1-1-1988 σε όλο το μόνιμο προσωπικό της επιδόματος παραγωγικότητας ίσο με ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού κάθε εργαζόμενου .......... Ακολούθως και επειδή η Γενική Γραμματεία ΔΕΚΟ ενέκρινε το ως άνω επίδομα μόνο σε ποσοστό 1,20% επί του βασικού μισθού, το ΔΣ της εναγόμενης, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις του σωματείου των εργαζομένων και την αποτροπή απεργιακών κινητοποιήσεων τους αποφάσισε στη συνεδρίαση του ΔΣ της στις 4-4-1988 τα εξής :
α) την άμεση καταβολή του ως άνω επιδόματος που ενέκρινε η ΔΕΚΟ από 1-1-1988, β) πρόσθετη υγειονομική και νοσοκομειακή περίθαλψη σε όλο το νόμιμο προσωπικό της, γ) επικουρική παροχή εφάπαξ κατά τη συνταξιοδότηση ή αποχώρηση του προσωπικού της και δ) αναζήτηση τρόπων συμψηφισμού αναδρομικά από 1-1-1988 του υπολοίπου που τυχόν παραμένει σε εκκρεμότητα προκειμένου να υλοποιηθεί η ως άνω 1/1998 απόφαση του ΔΣ της ..........
Στις 18-4-1988 συνεδρίασε και πάλι το ΔΣ της εναγόμενης με θέμα ημερήσιας διάταξης την 24ωρη προειδοποιητική απεργιακή κινητοποίηση που αποφάσισε να κάνει το σωματείο των εργαζομένων της στις 20-4-1988, διότι δεν ικανοποιήθηκε το αίτημά τους για χορήγηση του επιδόματος παραγωγής κατά ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού στο σύνολό του άλλα μόνο κατά ποσοστό 1,20%.
Κατά την ανωτέρω συνεδρίαση το ΔΣ της εναγόμενης, προκειμένου να ικανοποιήσει το ως άνω αίτημα των εργαζομένων της στο σύνολό του και να αποτρέψει την πραγματοποίηση της ως άνω απεργίας, αποφάσισε τη χορήγηση έκτακτης οικονομικής παροχής προς αυτούς με τη μορφή πριμ παραγωγικότητας ίσο με το 1,5% επί των καθαρών κερδών της επιχείρησης κατά τη χρήση του 1987.
Η ως άνω απόφαση ανακοινώθηκε στο ΔΣ του σωματείου εργαζομένων της εναγόμενης, που παραστάθηκε κατά την άνω συνεδρίαση, και ο Πρόεδρος αυτού τοποθετούμενους στην ως άνω πρόταση είπε ότι θεωρούν σημαντική την ασφάλιση που τους πρότεινε το ΔΣ της εναγόμενης, αλλά διαφωνούν ριζικά με το 1,20% που ενέκρινε η ΔΕΚΟ ως επίδομα παραγωγής και στη συνέχεια επιφυλάχθηκε προκειμένου να συζητήσει την ως άνω πρόταση του στη συνεδρίαση του ΔΣ του σωματείου των εργαζομένων του ..........
Ακολούθως η εναγόμενη προκειμένου να ικανοποιήσει την ως άνω υπόσχεσή της για επικουρική εφάπαξ χρηματική παροχή στους εργαζομένους της κατά τη συνταξιοδότηση ή αποχώρηση τους, κατήρτισε με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." το υπ' αριθ. …/30-9-…. ομαδικό ασφαλιστήριο, με έναρξη ισχύος την 1- 1-…, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε η καταβολή εφάπαξ παροχής στο προσωπικό της (εναγόμενης) κατά τη συνταξιοδότησή του, ίσο με το γινόμενο του συντάξιμου μηνιαίου μισθού και του χρόνου σε έτη και μήνες από την ημερομηνία της ασφάλισης μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτό.
Ειδικότερα στο άρθρο 1: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ του εν λόγω ασφαλιστηρίου προβλεπόταν η δημιουργία Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου, που θα τροφοδοτούνταν αποκλειστικά από τις εισφορές της εναγόμενης, σύμφωνα με τις διατάξεις του συμβολαίου και το Γενικό Κανονισμό του Προγράμματος Προνοίας, που ρυθμίζει τις σχέσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της εναγόμενης και των ασφαλισμένων και συνιστά αναπόσπαστο μέρος αυτού.
Συγχρόνως στο ίδιο άρθρο οριζόταν ότι η εναγόμενη παρείχε το δικαίωμα στην ασφαλιστική εταιρία να αποσύρει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου τα απαιτούμενα για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών ποσά. Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του εν λόγω ασφαλιστηρίου υπό τον τίτλο "Λειτουργία του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου" : "ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου ανοίγεται κατά την ημερομηνία που θα πραγματοποιηθεί η πρώτη καταβολή του Συμβαλλομένου προς την Εταιρία.
Κάθε εισφορά που καταβάλλεται από το Συμβαλλόμενο στην Εταιρία πιστώνεται στο Λογαριασμό την ίδια ακριβώς ημέρα της καταβολής. Οι τόκοι πιστώνονται στο Λογαριασμό στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους. Στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους η Εταιρεία συντάσσει έκθεση για την κατάσταση του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου που περιλαμβάνει σε πίστωση :
α) το υπόλοιπο λογαριασμού κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, β) τις εισφορές που καταβλήθηκαν από το Συμβαλλόμενο στην Εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 κατά τη διάρκεια του έτους, γ) τους τόκους του κεφαλαίου που υπολογίστηκαν από την εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3.
Σε χρέωση : α) τα ποσά που αναλήφθηκαν από το Κεφάλαιο για την καταβολή των προβλεπομένων παροχών των ασφαλισμένων που συνταξιοδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, β) τα έξοδα διαχείρισης, όπως καθορίζονται στο άρθρο 4, γ) οποιοδήποτε ποσό που καταλογίζεται σε βάρος του Κεφαλαίου για φορολογικούς ή άλλους λόγους, δ) τις προμήθειες που καταβλήθηκαν και ε) τους τόκους για τα ποσά που αναλήφθηκαν από το λογαριασμό.
Το υπόλοιπο κάθε στιγμή μεταξύ πίστωσης και χρέωσης καθορίζει το ύψος του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου κατά τη στιγμή αυτή". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του εν λόγω συμβολαίου, στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους, η εναγόμενη διαβιβάζει στην ασφαλιστική εταιρεία κατάσταση των εργαζομένων που καλύπτονται από το πρόγραμμα, στην οποία περιλαμβάνονται ο αριθμός μητρώου εκάστου ασφαλισμένου, τα στοιχεία ταυτότητάς του, η ημερομηνία προσλήψεώς του στην υπηρεσία, οι μηνιαίες αποδοχές και κάθε άλλο στοιχείο αναφορικά με τις ειδικές περιπτώσεις του προγράμματος (άρθρο 3.1.1), ενώ με βάση τις ως άνω πληροφορίες, η ασφαλιστική εταιρία καθορίζει το ποσό της εισφοράς, που οφείλει να καταβάλει η εναγόμενη στην αρχή εκάστου ασφαλιστικού έτους για την καλυπτόμενη ομάδα, η οποία εισφορά θα υπολογίζεται με βάση τις υποθέσεις που προτείνονται από την ασφαλιστική εταιρία και αυτές που εγκρίθηκαν από το Υπουργείο Εμπορίου και αναφέρονται στο παράρτημα Α (3.1.2).
Επίσης στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι κάθε έτος θα επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του κεφαλαίου και οι διαφορές που τυχόν θα διαπιστωθούν, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση της εισφοράς σύμφωνα με τις προτάσεις της εταιρίας (άρθρο 3.1.3.).
Ακόμη στο άρθρο 3.3 ορίζεται ότι η ασφαλιστική εταιρία εγγυάται το υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου, καθώς και την καταβολή της σύνταξης, εφόσον προβλέπεται από τον κανονισμό προνοίας του προγράμματος, αναλαμβάνοντας από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το μεικτό ενιαίο ασφάλιστρο που απαιτείται, ενώ αν διαπιστώσει ότι ο ως άνω Λογαριασμός είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει για αυτό την εναγόμενη και να της εισηγηθεί τις αναγκαίες αναπροσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού, καθώς επίσης και ότι δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμιά καταβολή δεν γίνεται από την ασφαλιστική εταιρία εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για τη κάλυψη της παροχής αυτής.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 περί γνωστοποίησης δικαιώματος παροχής, κατά τη διάρκεια ισχύος του εν λόγω συμβολαίου, η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη, σε διάστημα όχι λιγότερο από 15 ημέρες από την ημερομηνία θεμελίωσης δικαιώματος παροχής εκάστου εργαζομένου, ο οποίος δικαιούται παροχής σύμφωνα με τις διατάξεις του προγράμματος, να το γνωστοποιήσει στην ασφαλιστική εταιρεία, με τη μορφή που έχει καθορίσει η τελευταία και με τρόπο ικανοποιητικό για την παροχή όλων των απαιτουμένων για την καταβολή της παροχής πληροφοριών, ενώ επιπρόσθετα προβλεπόταν ότι η ασφαλιστική εταιρία δεν έχε καμιά υποχρέωση για καταβολή παροχής για οποιαδήποτε άτομα αν δεν είχε λάβει προηγουμένως κανονικά συμπληρωμένη τη γνωστοποίηση.
Ακολούθως στο άρθρο 6.1 του εν λόγω συμβολαίου ορίζεται ότι με τη λήψη μιας κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση επάρκειας του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή, της απαιτούμενης παροχής, η ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους του προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου που τη δικαιούται, όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση, ενώ στο άρθρο 7.2 η ασφαλιστική εταιρεία έχει το δικαίωμα να καταγγείλει το συμβόλαιο οποιαδήποτε στιγμή με προειδοποίηση τριών μηνών τουλάχιστον απευθυνόμενη με συστημένη επιστολή στην εναγόμενη, εφόσον συμβεί μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις :
α) αν η εναγόμενη δεν πραγματοποιεί υπέρ του Κεφαλαίου σύμφωνα με τις παροχές που προβλέπονται στο συνημμένο πρόγραμμα Πρόνοιας, την καταβολή των εισφορών όπως καθορίζονται και απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και β) αν η ίδια (εναγόμενη) αρνηθεί να αποδεχτεί τις τροποποιήσεις τις οποίες κρίνει η ασφαλιστική εταιρία ότι πρέπει να επιφέρει στο παρόν Συμβόλαιο σε περίπτωση τροποποίησης του Προγράμματος Πρόνοιας και εισηγείται σε αυτήν.
Ακόμη, στο άρθρο 8 υπό τον τίτλο "Συνέπειες της καταγγελίας", προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας του Συμβολαίου, από την ημερομηνία της γνωστοποίησής της δε θα γίνονται παροχές από την ασφαλιστική εταιρεία μέχρι να εκκαθαριστεί ο Λογαριασμός και ότι μετά την καταγγελία του Συμβολαίου, η εναγόμενη μπορεί να ζητήσει με έγγραφο του από την ασφαλιστική εταιρία να μεταφέρει το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου σε άλλη εταιρεία της επιλογής του, με την οποία το Πρόγραμμα θα συνεχιστεί σύμφωνα με τη βεβαίωση του Συμβαλλομένου.
Επιπλέον στο παράρτημα Β του εν λόγω ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου ορίστηκε το ύψος της μικτής ετήσιας εισφοράς για το πρώτο έτος σε 2,94% επί του ετήσιου μισθολογίου (14 μηνιαίοι μισθοί). Στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθ. 40153007163/27- 9-2001 πρόσθετης πράξης, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ως άνω
συμβολαίου, τροποποιήθηκε από 1-10-2001 το άρθρο "ΠΑΡΟΧΕΣ" του Γενικού Κανονισμού Προγράμματος Προνοίας και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι προϋπόθεση για την καταβολή της παροχής είναι ο ασφαλισμένος να παραμείνει στο πρόγραμμα τουλάχιστον δέκα (10) έτη, είτε σε περίπτωση συνταξιοδότησής του είτε αποχώρησής του από την εναγόμενη για οποιονδήποτε λόγο και ότι από 1-7-2001 αυξάνεται η μικτή ετήσια εισφορά από 2,94% σε 5,13% επί του ετήσιου μισθολογίου (14 μηνιαίοι μισθοί), καθώς και ότι οι εισφορές θα υπολογίζονται επί του μισθολογίου που θα δηλώνει η εναγόμενη μια φορά το χρόνο κάθε 1/1 εκάστου έτους.
Η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας και της εναγόμενης, υπέρ του προσωπικού της τελευταίας για την καταβολή εφάπαξ παροχής από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου κατά τη συνταξιοδότηση ή την αποχώρησή τους είχε το χαρακτήρα γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη από την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης χορήγησε σταθερά και αδιάλειπτα σε όλους του εργαζόμενους της επιχείρησής της, που αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης πριν τον Δεκέμβριο του 2010 την ως άνω εφάπαξ χρηματική παροχή. Η ως άνω παροχή δεν αποτέλεσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ούτε προβλεπόταν ως μισθολογική παροχή στον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας, που υπογράφηκε το έτος 1993 και ρύθμιζε τις εργασιακές σχέσεις εργασίας μεταξύ της εναγόμενης και του προσωπικού της.
Το γεγονός ότι η εναγόμενη υποσχέθηκε στους εργαζομένους της την χορήγηση της εν λόγω πρόσθετης παροχής κατά τις διαπραγματεύσεις με το Σωματείο τους για τη διεκδίκηση 10% επί του βασικού μισθού, δεν καταδεικνύει από μόνο του την πρόθεσή της να αποτελέσει αυτή αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία τους.
Η ανωτέρω πρόσθετη παροχή χορηγούνταν οικειοθελώς από την εναγόμενη με δική της πρωτοβουλία χωρίς να υπάρχει δέσμευση από το νόμο, ούτε από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ούτε από συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις. Την ως άνω πρόσθετη παροχή αποδέχθηκαν οι εργαζόμενοι της εναγόμενης.
Έτσι η οικειοθελής αυτή παροχή με την τακτική και αδιάκοπη χορήγηση της από την εναγόμενη για το ανωτέρω μεγάλο χρονικό διάστημα, από την οποία συνάγεται σιωπηρά η βούλησή της να τη διατηρήσει στο διηνεκές, και την αποδοχή της από τους εργαζόμενους, οι οποίοι προσέβλεπαν σε αυτή σαν σε μισθολογική παροχή, εξελίχθηκε σε μισθολογική παροχή, δηλαδή απέκτησε μισθολογικό χαρακτήρα με σιωπηρή συμφωνία των μερών (εργαζομένων και εναγόμενης).
Η μισθολογική δε αυτή παροχή συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που απέκτησε καθένας από τους εργαζόμενους της εναγόμενης, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, μέχρι την πλήρωση των προβλεπόμενων στην ανωτέρω σύμβαση ασφάλισης προϋποθέσεων για την είσπραξη της υπολογιζόμενης παροχής. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της ως άνω πρόσθετης παροχής, καθώς και ότι προέβη σε συμφωνία με τους εργαζομένους για την ανάκλησή της.
Τέτοια επιφύλαξη ανάκλησης από την πλευρά της εναγόμενης δεν διατυπώθηκε ούτε στον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας του έτους που ρύθμιζε τις εργασιακές σχέσεις εργασίας μεταξύ της εναγόμενης και του προσωπικού της, ούτε στις σχετικές ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ούτε σε κάποια απόφαση του ΔΣ της.
Ούτε εξάλλου συνιστά τέτοια επιφύλαξη το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε τη δυνατότητα έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας να καταγγείλει τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρο 7.1 του ομαδικού ασφαλιστηρίου), καθώς η καταγγελία αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση που ανέλαβε η εναγόμενη να παρέχει στους εργαζομένους της επιχείρησής της την ανωτέρω πρόσθετη παροχή, η οποία απέκτησε μισθολογικό χαρακτήρα.
Το δικαίωμα αυτό καταγγελίας της εναγόμενης αφορούσε τη σύμβαση ασφάλισης, το περιεχόμενο της οποίας ήταν προϊόν της μεταξύ της εναγόμενης και ασφαλιστικής εταιρίας συμφωνίας, οι δε ασφαλιζόμενοι εργαζόμενοι σε αυτή (εναγόμενη) ως τρίτοι δεν είχαν δυνατότητα από το νόμο επέμβασης στη διαμόρφωση του περιεχομένου της και συνεπώς δεν είχαν από το νόμο τη δυνατότητα να συμφωνήσουν ή να παρέμβουν στη τροποποίηση, την διατήρηση ή την κατάργησή της, αφού δεν ήταν οι ίδιοι συμβαλλόμενοι.
Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με ότι το ως άνω δικαίωμα καταγγελίας της εναγόμενης δεν συνιστά επιφύλαξη από αυτή του δικαιώματος μονομερούς ανάκλησης της εν λόγω πρόσθετης παροχής ενισχύεται και από το γεγονός ότι με τον 8.2 (α) άρθρο της εν λόγω σύμβασης ορίστηκε ότι μετά την καταγγελία του συμβολαίου η εναγόμενη μπορεί να ζητήσει με έγγραφό της από την ασφαλιστική εταιρεία να μεταφέρει το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου σε άλλη εταιρεία της επιλογής της με την οποία και θα συνεχιστεί το πρόγραμμα.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι δημιουργήθηκε συμβατική δέσμευση της εναγόμενης για την υποχρέωση καταβολής της ως άνω πρόσθετης παροχής από επιχειρησιακή συνήθεια με βάση σιωπηρή συμφωνία μεταξύ αυτής και των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, με αποτέλεσμα την αδυναμία της να διακόψει μονομερώς την καταβολή, αφού δεν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το ως άνω δικαίωμα, διότι στην περίπτωση αυτή η εν λόγω πρόσθετη παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής....
Περιεχόμενο δε της επιχειρησιακής αυτής συνήθειας αποτέλεσε η εύλογη πεποίθηση των εργαζομένων της εναγόμενης, μεταξύ των οποίων κα των εναγόντων, ότι η εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία ανέλαβε συμβατική δέσμευση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τη βάρυναν (καταβολή ασφαλίστρου), ώστε να εξασφαλίζεται απρόσκοπτα η προσδοκία καταβολής του ασφαλίσματος σε καθένα από αυτούς κατά το χρόνο αποχώρησής του από την εταιρεία.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ότι η ένδικη παροχή χορηγήθηκε στους εργαζόμενους της εναγομένης ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τους με τη πρόθεση να αποτελέσει συμβατική μισθολογική υποχρέωση αυτής (εναγόμενης) έναντι αυτών και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Πρέπει συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την παραπάνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή κατά την πρώτη επικουρική της βάση, η οποία δεν εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ......., με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης αποτελεί μισθολογική παροχή από επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης, και να γίνει δεκτή αυτή (πρώτη επικουρική βάση) ως κατ' ουσίαν βάσιμη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη στην αρχή του ασφαλιστικού έτους … διαβίβασε στην ασφαλιστική εταιρία, όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 3.1.1. της ασφαλιστικής σύμβασης, κατάσταση των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, που καλύπτονταν από το ως άνω πρόγραμμα πρόνοιας. Η ασφαλιστική εταιρεία κοινοποίησε στην εναγόμενη την από 22-12-… αναλογιστική μελέτη του επίδικου ομαδικού συμβολαίου, με την οποία την ενημέρωσε ότι οι συσσωρευμένες υποχρεώσεις του εν λόγω συμβολαίου προς τους ασφαλισμένους ανερχόταν στις 30-6-… στο ποσό των 3.750.000 ευρώ, ενώ το πιστωτικό υπόλοιπο του Λογαριασμού Διαχείρισης του Κεφαλαίου ήταν 450.000 ευρώ και συνεπώς υπήρχε έλλειμα 3.300.000 ευρώ και ο Λογαριασμός Διαχείρισης ήταν ανεπαρκής.
Στην ίδια αναλογιστική μελέτη εισηγήθηκε στην εναγόμενη, για αντιμετωπιστεί το πρόβλημα ρευστότητας του Λογαριασμού και προκειμένου να γίνει βιώσιμο το επίδικο συμβόλαιο και να είναι δυνατή η καταβολή των αποζημιώσεων σε όλους τους εργαζόμενους της που αποχωρούσαν μέχρι το τέλος του …, δύο εναλλακτικές προτάσεις και ειδικότερα :
Α) πρόταση : α) αύξηση του ποσοστού κανονικής εισφοράς σε 5,6% για την κάλυψη του κόστους τρέχουσας υπηρεσίας, β) απόσβεση του ελλείμματος του Λογαριασμού σε χρονικό διάστημα 15 ετών με την καταβολή 280.000 ευρώ ετησίως και γ) για την αντιμετώπιση του προβλήματος ρευστότητας του Λογαριασμού του. συμβολαίου επιπλέον έκτακτη καταβολή 250.000 ευρώ εντός του ….
Β) Πρόταση: α) αύξηση του ποσοστού εισφοράς σε 8,6% και β) επιπλέον έκτακτη καταβολή 400.000 ευρώ εντός του 2011. Η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στις ως άνω προτάσεις της ασφαλιστικής εταιρίας, παρόλο που η τελευταία συνέχισε να την ενημερώνει ότι το υπόλοιπο του επίδικου Λογαριασμού Διαχείρισης παρουσιάζει έλλειμμα και δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των εργαζομένων που αποχώρησαν το έτος … και το …, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων.
Ακολούθως η εναγόμενη με το αρ. πρωτ. …./18-10-… έγγραφό της προς την ασφαλιστική εταιρία έδωσε εντολή σε αυτή να καταβληθεί στους ενάγοντες το 48,50% της συνολικής εφάπαξ παροχής που δικαιούταν και διαβίβασε σε αυτή πίνακα των σχετικών ποσών, αναφέροντας ότι στον επίδικο λογαριασμό υπάρχει υπόλοιπο 360.000 ευρώ, που επαρκεί για τη καταβολή του ως άνω ποσοστού (48,50%).
Η ασφαλιστική εταιρία εκτελώντας τις ως άνω εντολές της εναγόμενης κατέβαλε στους ενάγοντες, που αποχώρησαν από την εργασία τους λόγω συνταξιοδότησης κατά τους προαναφερόμενους χρόνους και συνεπώς επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και γεννήθηκε το δικαίωμά τους στο ασφάλισμα, μέρος μόνο του της ως άνω εφάπαξ χρηματικής εισφοράς, εξαντλώντας το υπόλοιπο του επίδικου Λογαριασμού Διαχείρισης ο οποίος στις 12-12-… κατέστη μηδενικός.
Ακολούθως η ασφαλιστική εταιρεία κοινοποίησε στην εναγόμενη τη με αρ. πρωτ. …./5-11-…. συστημένη επιστολή με την οποία της ζητούσε να την ενημερώσει για την πρόθεσή της σχετικά με την τροποποίηση του επίδικου ομαδικού ασφαλιστηρίου και την ανεπάρκεια του Λογαριασμού, ενώ της γνώριζε ότι σε περίπτωση που δεν ενημερωθεί σχετικά με τη βιωσιμότητα του Λογαριασμού θα προχωρούσε σε ακύρωση το ομαδικού ασφαλιστηρίου στις 31-12-…., σύμφωνα με το άρθρο 7.2 αυτού.
Στη συνέχεια η ασφαλιστική εταιρεία, ενόψει της μη ανταπόκρισης της εναγόμενης στην ως άνω προειδοποίησή της κατήγγειλε την επίδικη σύμβασης ασφάλισης. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο περιορισμός της ως άνω εφάπαξ χρηματικής παροχής, που δικαιούνταν οι ενάγοντες από το επίδικο ομαδικό ασφαλιστήριο, οφείλεται στην υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, η οποία παρόλο που ενημερώθηκε από την ασφαλιστική εταιρία για την ανεπάρκεια του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου, δεν ανταποκρίθηκε στις προτάσεις της τελευταίας για αύξηση του ποσοστού των εισφορών που κατέβαλε και επιπλέον έκτακτη καταβολή, όπως προβλεπόταν από τα άρθρα 3.13 και 3.3 της επίδικης σύμβασης, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της στο σύνολό της στους ενάγοντες.
Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο αποχώρησης των εναγόντων και επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης η σύμβαση ασφάλισης ήταν ενεργής και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 3.3 της επίδικης ομαδικής σύμβασης ασφάλισης υπόχρεη για την καταβολή της ένδικης αξίωσης ήταν η ασφαλιστική εταιρία. Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να σημειωθούν τα εξής :
το επίδικο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με βάση το ως άνω περιεχόμενό του συνιστά λογαριασμό διαχειριστικής ασφάλισης και αποτελεί την τυπική μορφή της ομαδικής ασφάλισης για λογαριασμό, όπου αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή είναι η εναγόμενη εταιρεία. Πρόκειται για μια μικτή σύμβαση, που ναι μεν παρέχεται από την ασφαλιστική εταιρεία, πλην όμως επειδή υπάγεται στον κλάδο ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας του άρθρου 13 παρ. 2 εδ. 2 περ.
VIII του ν.δ. 400/1970, που δημιουργεί την ονομαζόμενη παροχή κεφαλαίου πρόνοιας, δεν αποτελεί ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά ανάληψη χρηματοοικονομικής δραστηριότητας με συλλογή ασφαλίστρων προς σύσταση κεφαλαίων. Από τα δε προαναφερόμενα άρθρα 3.3 και 6.1 της εν λόγω σύμβασης διαχειριστικής ασφάλισης (περί εγγυήσεως του υπολοίπου κάθε στιγμή και περί εγγυήσεως της καταβολής της σύνταξης και περί καταβολής μόνος επί επάρκειας του λογαριασμού), ερμηνευμένα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, λόγω της ασάφειας αυτών ως προς το όριο της ευθύνης, και λαμβανομένου υπόψη του νομικού χαρακτήρα του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε συνδυασμό με γεγονός ότι αυτό (ασφαλιστήριο) δεν κάνει λόγο για "εγγυημένες" παροχές, προκύπτει ότι η διατυπωθείσα με αυτά αληθινή βούληση των συμβληθέντων, εναρμονιζόμενη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι ότι η υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή να εξαρτάται από την επάρκεια του Λογαριασμού και ότι η εγγύηση εκ μέρους της αναφέρεται στη δημιουργία αποθεματικού συνολικά (με την έννοια του υπολοίπου του Λογαριασμού Διαχείρισης) και όχι στην ισότιμη απόδοση κεφαλαίου σε κάθε ασφαλισμένο ........
Με βάση τα ανωτέρω δεν μπορεί να θεμελιωθεί συμβατική ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας βάσει του επίδικου συμβολαίου, αφού διαπιστώθηκε ανεπάρκεια του λογαριασμού διαχείρισης για την πλήρη ικανοποίηση των εναγόντων, κατά το χρόνο που θεμελίωσαν τις προϋποθέσεις λήψης της εφάπαξ παροχής, και μάλιστα ανεξάρτητα από τη καταγγελία ή μη αυτού, στην οποία η τελευταία δικαιούνταν και δεν υποχρεούνταν να προβεί.
Πρέπει συνεπώς ο ως άνω ισχυρισμός της εναγόμενης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ίδια δεν υποχρεούνταν να καλύψει το έλλειμμα του Λογαριασμού, καθόσον με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υποχρεούνταν σε "καθορισμένη εισφορά", γιατί από τα άρθρα 3.1.3 και 3.3 του εν λόγω ασφαλιστηρίου προκύπτει ότι αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει τυχόν έλλειμμα του Λογαριασμού είτε με εφάπαξ καταβολή είτε με αύξηση της εισφοράς, έτσι ώστε να είναι δυνατή η χορήγηση σε όλους τους εργαζόμενους σε αυτή της ανωτέρω εφάπαξ χρηματικής παροχής.
Με βάση τα ανωτέρω η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες ως αποζημίωση λόγω ανεπάρκειας από υπαιτιότητά της του αποθεματικού του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου της ένδικης διαχειριστικής ασφάλισης τα εξής ποσά, τα οποία αποτέλεσαν μισθολογική παροχή βάσει επιχειρησιακής συνήθειας και ειδικότερα: 1)........2) .......... 3) ......................
και 20).............. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η εναγόμενη ευθύνεται για την καταβολή στους ενάγοντες των αιτούμενων ποσών απορρίπτοντας τους ως άνω ισχυρισμούς της, έστω και με ελλιπή αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Πρέπει συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης, κατά το σκέλος του με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την παραπάνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ακόμη η εναγόμενη ισχυρίστηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμό τον οποίο νόμιμα επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ότι οι ενάγοντες καταχρηστικά ασκούν τις ένδικες αξιώσεις επικαλούμενη για τη θεμελίωσή του ότι :
α) η ίδια επιφύλαξε ρητά για το εαυτό της το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της εν λόγω εφάπαξ χρηματικής παροχής με σχετικό όρο της σύμβασης ασφάλισης (άρθρο 7.1 του ομαδικού ασφαλιστηρίου), γεγονός που γνώριζαν οι ενάγοντες και παρόλα αυτά ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν, β) ότι παρόλο που αυτοί (ενάγοντες) έλαβαν ποσοστό 48,5% του ασφαλίσματος ζητούν και το υπόλοιπο, ενώ οι λοιποί εργαζόμενοι σε αυτή, παρόλο που αποχώρησαν από την εργασία τους μετά τους ενάγοντες έλαβαν μόνο το ως άνω ποσοστό (48,5%) και δεν διεκδικούν το υπόλοιπο και γ) ότι οι ενάγοντες άσκησαν αρχικά κατά της ασφαλιστικής εταιρίας την από 1311-20.11 (αρ.
εκθ. κατάθ. 200938/2011) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, με την ζητούσαν την καταβολή του ασφαλίσματος. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της ως άνω πρόσθετης παροχής, καθώς και ότι προέβη σε συμφωνία με τους εργαζομένους για την ανάκλησή της.
Όπως αποδείχθηκε οι ενάγοντες, καθώς και όλοι οι εργαζόμενοι της εναγόμενης, αποδέχθηκαν την ως άνω πρόσθετη παροχή προσβλέποντας σε αυτή ως μισθολογική παροχή και έτσι αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν απέκτησε μισθολογικό χαρακτήρα με σιωπηρή συμφωνία των μερών (εργαζομένων και εναγόμενης). Επίσης το γεγονός ότι κάποιοι εργαζόμενοι στην επιχείρηση της εναγόμενης δέχθηκαν να λάβουν κατά την αποχώρησή τους μόνο ποσοστό 48,5% της εν λόγω εφάπαξ παροχής δεν καθιστά καταχρηστική την ένδικη νόμιμη αξίωση των εναγόντων για καταβολή του συνόλου αυτής.
Όσον αφορά την ως άνω αγωγή, που πράγματι άσκησαν αρχικά οι ενάγοντες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτοί με την υπ' αριθμ. 461/3-11-2016 δήλωση παραίτησης που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη .......... παραιτήθηκαν από το δικόγραφό της και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αξίωσης των εναγόντων, η οποία εξάλλου στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Πρέπει συνεπώς να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη /να καταβάλει στους ενάγοντες τα ως άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. .......".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 του ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 288, 361, 382, 335, 336, 338, 410 - 415 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις προς δημιουργία συμβατικής δεσμεύσεως από επιχειρησιακή συνήθεια από την τακτική, μακροχρόνια και αδιάλειπτη καταβολή της ένδικης εφάπαξ παροχής.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία από την κατάρτιση του υπ' αριθ. …/30.9….. ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την ασφαλιστική εταιρεία "..." χορηγούσε από 1.1…. στο προσωπικό της την προβλεπόμενη σ' αυτό επικουρική εφάπαξ παροχή κατά τη συνταξιοδότησή του ή την αποχώρησή του με δική της πρωτοβουλία, χωρίς να υπάρχει δέσμευση από τον νόμο, ούτε από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας του, ούτε από συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις, την πρόσθετη δε αυτή παροχή αποδέχτηκαν οι εργαζόμενοί της και έτσι η εν λόγω οικειοθελής παροχή με την τακτική και αδιάλειπτη χορήγησή της από την εναγόμενη για μεγάλο χρονικό διάστημα, από την οποίαν συνάγεται σιωπηρά η βούλησή της να τη διατηρήσει στο διηνεκές, και την αποδοχή της από τους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και οι εναγόντες, οι οποίοι προσέβλεπαν σε αυτή σαν σε μισθολογική παροχή, εξελίχθηκε σε μισθολογική παροχή, δηλαδή απέκτησε μισθολογικό χαρακτήρα με σιωπηρή συμφωνία των μερών (εργαζομένων και εναγόμενης), η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που απέκτησε καθένας από τους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, μέχρι την πλήρωση των προβλεπόμενων στην ανωτέρω σύμβαση ασφάλισης προϋποθέσεων για την είσπραξή της και η εναγόμενη δεν επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησής της και δεν προέβη σε συμφωνία με τους εργαζόμενους για την ανάκλησή της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το σκέλος του που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι αβάσιμες. Οι επιπλέον αναφερόμενες στον ως άνω πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αιτιάσεις και δη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση : 1) ενώ δέχεται ότι το πρόγραμμα ασφάλισης δεν αποτέλεσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, καθώς και ότι δεν προβλέφθηκε ως μισθολογική παροχή στον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας, στη συνέχεια αντιφατικά δεν δέχεται την ύπαρξη επιφυλάξεως από την πλευρά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας με το αντιφατικό επιχείρημα ότι "Τέτοια επιφύλαξη ανάκλησης από την πλευρά της εναγόμενης δεν διατυπώθηκε ούτε στον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας του έτους .., που ρύθμιζε τις εργασιακές σχέσεις εργασίας μεταξύ της εναγόμενης και του προσωπικού της, ούτε στις σχετικές ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων" (υπό στοιχείο α του πρώτου λόγου).
Ωστόσο, ουδεμία αντίφαση προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές, καθότι η μη πρόβλεψη του προγράμματος ασφάλισης ως μισθολογικής παροχής στον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας της εναγόμενης ή η μη συμπερίληψή του στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων δεν εμποδίζει την πρόβλεψη ανάκλησης ή μη αυτού στον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας ή στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορετικά δικαιώματα και συνεπώς θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας της εναγόμενης ή στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων είτε μόνο το δικαίωμα επί του προγράμματος ασφάλισης ως μισθολογικής παροχής είτε μόνο το δικαίωμα ανάκλησης ή μη της παροχής ως οικειοθελούς.
Κατ' ακολουθίαν η ως άνω αιτίαση είναι αβάσιμη. 2) ενώ δέχεται ότι με το άρθρο 7.1 του επιδίκου συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης προβλέφθηκε η δυνατότητα της εναγόμενης να καταγγείλει (δηλαδή να καταργήσει) αναιτιωδώς τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, στη συνέχεια με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν είχε δικαίωμα ανάκλησης (υπό στοιχείο β του πρώτου λόγου).
Και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της ως άνω παροχής και ότι δεν συνιστά τέτοια επιφύλαξη το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε τη δυνατότητα έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας να καταγγείλει τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρο 7.1 του ομαδικού ασφαλιστηρίου), καθότι το προβλεπόμενο στον όρο 7.1 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δικαίωμα καταγγελίας αφορά τη σχέση της εναγόμενης με την ασφαλιστική εταιρεία, η οποία ως διαρκής ενοχική σχέση υπόκειται σε μονομερή λύση με καταγγελία, και δεν αφορά τη σχέση της εργοδότριας εναγόμενης ως δέκτη της υπόσχεσης- αντισυμβαλλόμενου και εργαζόμενου ως τρίτου- ασφαλισμένου, δηλαδή τη σύμβαση εργασίας, η οποία και αποτελεί την αιτία της παροχής από τον εργοδότη στον εργαζόμενο.
Και 3) Τέλος, δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ της κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δημιουργήθηκε συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής της ένδικης πρόσθετης παροχής από επιχειρησιακή συνήθεια με βάση σιωπηρά συμφωνία, με αποτέλεσμα την αδυναμία της εναγόμενης να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, αφού δεν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το ως άνω δικαίωμα, με την παραδοχή αυτής ότι το ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο τροποποιήθηκε επί τα χείρω για τους εργαζόμενους (υπό στοιχείο γ του πρώτου λόγου).
Και τούτο διότι η επί τα χείρω τροποποίηση του ως άνω συμβολαίου δεν διαφοροποιεί κατά νόμο την ανωτέρω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη δημιουργία συμβατικής δεσμεύσεως μέσω επιχειρησιακής συνήθειας για την καταβολή της παροχής με βάση σιωπηρά συμφωνία από την κατάρτιση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, διότι διαφορετικό είναι το ζήτημα της τυχόν τροποποίησης της συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ως προς τις προϋποθέσεις καταβολής της και διαφορετικό της συμβατικής δεσμεύσεως και του αδιάλειπτου της καταβολής της, δηλαδή της επανάληψής της στο χρόνο, που πρέπει να συνάγονται με σαφήνεια.
Σύμφωνα δε με τις περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η εναγόμενη από την κατάρτιση του ως άνω …/30.9….. συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης χορήγησε σταθερά και αδιάλειπτα σε όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησής της, που αποχώρησαν, λόγω συνταξιοδότησης πριν τον Δεκέμβριο του έτους 2010, την ως άνω εφάπαξ χρηματική παροχή. 4.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ` αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1195/2018, 923/2017, 128/2013, 1054/2010).
Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ. ΚΠολΔ, ισχύ δεδικασμένου, με συνέπεια οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξ υπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρα 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, με την 973/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου η με αριθ. 122/2018 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, και ειδικότερα, λόγω αδυναμίας ελέγχου της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοζόμενους κανόνες δικαίου εξ αιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, χωρίς να αμφισβητηθεί το εννοιολογικό περιεχόμενο των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Κατ` ακολουθίαν, εφόσον η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης (αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), το Εφετείο, αφού απέρριψε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, με το να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες υπό στοιχείο 3 αναλυτικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και να δεχθεί με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες την επικουρική βάση αυτής, της επιχειρησιακής συνήθειας και δη ότι η συγκεκριμένη πρακτική της επιχείρησης της εναγόμενης αποτέλεσε τη βάση συμβατικής δέσμευσής της έναντι των εργαζομένων ως προς την κάλυψή τους από το πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης και ότι η εναγόμενη δε είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης της εν λόγω παροχής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη συμμόρφωσής του προς την αναιρετική απόφαση γι` αυτό και ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά το σκέλος του, από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, είναι απαράδεκτος. 5.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8/2005, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008), ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 64/2019, 145/2015, 224/2015, 1294/2014).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του, άλλως δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του, αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της ότι το επίδικο πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης ήταν πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών και ότι αυτό είχε τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και δεν είχε μισθολογικό χαρακτήρα.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, άλλως δεν προκύπτει ότι έλαβε με βεβαιότητα υπόψη του τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τον υπογραφέντα το έτος 1993 μεταξύ της εναγόμενης και του σωματείου των εργαζομένων Κανονισμό Εργασίας της επιχείρησής της και τις από 27.9….
και με αριθμό …. και από 27.9….. και με αριθμό …. πρόσθετες πράξεις. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι, από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση προκύπτει, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως ζήτημα, έλαβε υπόψη του "....τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις υπ' αριθ..........ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Ειρηνοδικών Ιωαννίνων.......και όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.....".
Από τη σαφή αυτή διατύπωση, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω φερόμενα, ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις.
Μάλιστα, έχει περιλάβει ειδική αναφορά για τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, αφού μνημονεύεται η ημερομηνία πρόσληψης καθενός απ' αυτούς και η ειδικότητά του, καθώς και για το Κανονισμό Εργασίας της αναιρεσείουσας και του σωματείου εργαζομένων και για την από 27.9…. και με αριθμό …. πρόσθετη πράξη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.9.2020 και αριθ. κατάθεσης 44/5.10.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 194/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ