Supreme Court dismisses appeal against labor law application regarding public entity management of energy companies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting their labor dispute. The appellants argued that the second-instance court violated substantive law by failing to recognize the Greek State's administrative control over the energy companies. The court held that the State exercised management authority over both companies, making the labor law provisions applicable and the lower court's application correct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second-instance court correctly applied substantive law regarding the State's management of public entities, and arguments lacking specific factual premises are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 563/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2)Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Χ. Σ. του Β., κατοίκου ... και 4)Λ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (ΑΔΜΗΕ Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2029/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 511/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10/4/2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 311/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 511/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 6/2/2018 εφέσεως κατά της 2029/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψε την αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνώς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατυομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013 και Ολ.ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016 και ΑΠ 1420/2013) για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσειόντος αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση έστω και κατά τρόπο συνοπτικό με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε, σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).
Επομένως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής ή ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του σχετικού λόγου αναίρεσης που προβάλλεται στο αναιρετήριο.
Η πιο πάνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με την παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998 και Ολ.ΑΠ 32/1996) ούτε και με τις πριν της συζήτησης της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Με την από 3/12/2015 αγωγή τους οι ενάγοντες αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι είναι μόνιμοι υπάλληλοι αρχικά της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΗ ΑΕ" και στη συνέχεια της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Δ.Μ.Η.Ε. Α.Ε.". Ότι από τον Ιούνιο του έτους 2010 αρχικά η ΔΕΗ Α.Ε. και στη συνέχεια η εναγομένη που είναι καθολική διάδοχος της ΔΕΗ ΑΕ μείωσε τις αποδοχές τους αναδρομικά από 1/1/2010 εφαρμόζοντας τις διατάξεις των νόμων 3893/2010 και 3845/2010 με τις οποίες αφενός μεν επιβλήθηκαν μειώσεις στις αποδοχές των εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα, αφετέρου δε καθορίσθηκε, ως ανώτατο όριο των αποδοχών των εργαζομένων, οι αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, έχοντας κατά συνέπεια υποστεί τις συνολικές μειώσεις στις αποδοχές τους, όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι οι διατάξεις των πιο πάνω νόμων με τις οποίες επιβλήθηκαν μειώσεις στις αποδοχές τους αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 23, 25 και 106 του Συντάγματος, στις διατάξεις της ΕΣΔΑ καθώς και στις διατάξεις των νόμων 53/1979, 1532/1985 και 1426/1984. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2029/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
Μετά την άσκηση της από 6/2/2008 εφέσεως εκδόθηκε η 511/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Στη προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις εξής πλημμέλειες:
α) Ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 σε συνδυασμό με την παράγραφο 2γ'του άρθρου 4 της πράξης νομοθετικού περιεχομένου, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α'268/31-12-2011 με την οποία καταργήθηκε η παράγραφος 5 του άρθρου97 του Ν. 4001/2011, η οποία προέβλεπε ότι η ΑΔΜΗΕ τελεί υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του Δημοσίου καθώς και των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" και της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009" σχετικά με τους κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ", ενώ από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αναιρεσίβλητη είναι ανεξάρτητος φορέας ελεγχόμενη μόνο από τη διοίκηση της εταιρίας της χωρίς να ελέγχεται από το Ελληνικό Δημόσιο κατά ρητή νομοθετική επιταγή και δη από υπερνομοθετικές διατάξεις αυξημένης ισχύος κατ' άρθρο 28 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος.
β) Ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1, 87 παρ. 2, 93 παρ. 4 και 106 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 2 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 28 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας (151/1978), του άρθρου 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας (154/1981), των άρθρων 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης (18/10/1961), που κυρώθηκε με τον Ν. 1426/1984 (ΦΕΚ Α'42) και το άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (19-12-1966), το οποίο κυρώθηκε με τον Ν. 1532/1985 (ΦΕΚ Α'45).
Στη προκειμένη περίπτωση στις 15.3.2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης", στην αιτιολογική έκθεση του οποίου αναφέρεται ότι με αυτόν επιδιώκεται η "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει την αξιοπιστία της Χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία".
Περαιτέρω, στην εισηγητική αυτή έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Η δεινή θέση των δημοσίων οικονομικών, λόγω του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους που έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα στην ιστορία των δημοσίων οικονομικών της χώρας, σε συνδυασμό με την χρηματοπιστωτική κρίση που περιόρισε τη ρευστότητα στις διεθνείς αγορές, αλλά και το έλλειμμα αξιοπιστίας που εκθέτει τη Χώρα μας σε κερδοσκοπικές επιθέσεις, καθιστούν αναγκαία τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Τα προτεινόμενα επείγοντα μέτρα είναι ανάλογα της άμεσης και επιτακτικής ανάγκης να προστατευτεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ...".
Ειδικότερα, προς επίτευξη των εξαγγελλόμενων στην εισηγητική έκθεση σκοπών, με το άρθρο 1 του ν. 3833/2010 ορίσθηκαν τα εξής: "1. ... 5. (όπως η παράγραφος αυτή, τροποποιήθηκε με τις παρ. 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010). Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε O.T.A., ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους, ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.
Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".
Με το άρθρο 2 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι: "1. Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές ή σύνταξη που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/ 2003. ... 2. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010) Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ.
που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους, ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005. Εξαιρούνται οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση τους".
Ακολούθως, στις 6-5-2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο", στο άρθρο 3 του οποίου ορίζεται: "1. ... 4. Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. 5. ... 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους". Οι παραπάνω διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 23, 25 και 106 του Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες καθώς οι περικοπές στις αποδοχές και στα επιδόματα των εργαζόμενων στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοσμένο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, της άμεσης ανάγκης κάλυψης των οικονομικών αναγκών της χώρας, όσο και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Οι περικοπές αυτές δεν παρίστανται κατ' αρχήν απρόσφορες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, ενόψει της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας. Επίσης, με τις επίμαχες διατάξεις δεν προσβάλλεται, ούτε η αρχή της αναλογικότητας, ούτε η αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφού η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της χώρας και η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής δεν στηρίζεται μόνο στη μείωση των δαπανών μισθοδοσίας των εργαζόμενων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Αντίθετα, με τις διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 λήφθηκε πλήθος μέτρων (οικονομικών, δημοσιονομικών, διαρθρωτικών), η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται από το νομοθέτη ότι θα συμβάλει στην έξοδο της χώρας από την οικονομική κρίση (ΣτΕ 668/2012, σκέψεις αρ. 35, 37 δημ. στην ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ").
Περαιτέρω, η γενικόλογα επικαλούμενη αντίθεση της κρίσιμης διάταξης με τις διατάξεις των άρθρων 22 § 2 και 23 του Συντάγματος, είναι νομικά αβάσιμη διότι, πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, με τις αμφισβητούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις, δεν έγινε κάποια αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αφού και οι ίδιοι εκθέτουν ότι το μισθολογικό τους καθεστώς διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, δεν θεμελιώθηκε αναγκαστική εργασία, ούτε και προσβλήθηκε η συνδικαλιστική ελευθερία.
Αναφορικά με την επικαλούμενη αντίθεση των κρίσιμων διατάξεων, με το άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985 και ορίζει ότι αναγνωρίζεται το δικαίωμα κάθε προσώπου να απολαμβάνει δίκαιους και ευνοϊκούς όρους εργασίας οι οποίοι του εξασφαλίζουν αμοιβή που παρέχει σε όλους τους εργαζόμενους, σαν ελάχιστο όριο, μισθό δίκαιο και αμοιβή ίση με την αξία της εργασίας χωρίς καμιά διάκριση, με το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 151/1978, που κυρώθηκε με το ν.δ. 2405/1996 και επιτάσσει τον διακανονισμό των όρων απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση με διαπραγματεύσεις ή διαδικασία που περιβάλλεται από εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, με το άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 154/1981, που επίσης κυρώθηκε με το ν. 2403/1996 και επιτάσσει να λαμβάνονται μέτρα συμβατά με τις εθνικές συνθήκες για την προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης και με τα άρθρα 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, που κυρώθηκε με τον ν. 1426/1984 και επιτάσσουν επίσης να λαμβάνονται μέτρα για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης και της κοινωνικής ασφάλισης αντίστοιχα, οι αιτιάσεις τους είναι νομικά αβάσιμες, καθώς με τις κρίσιμες διατάξεις, δεν προβλήθηκε το δικαίωμα των αναιρεσειόντων να λαμβάνουν δίκαιο μισθό και αμοιβή ίση με την αξία της εργασίας τους χωρίς καμιά διάκριση, στα πλαίσια όμως των γενικότερων οικονομικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας και των αναγκών της χώρας, η ψήφιση και εφαρμογή των διατάξεων αυτών έγινε στο Κοινοβούλιο, με διαδικασία που περιβάλλεται από εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, ούτε και έγινε κάποια αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο κατά το χρονικό διάστημα από τις 28/8/2011 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2015 ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση της αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 105 του ν. 4001/2011 τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, που είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση αυτής, τη διαχείριση της περιουσίας της διορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, το οποίο αποτελείται ως εξής:
α) τέσσερα μέλη προτείνονται από τους μετόχους της ΑΔΜΗΕ Α.Ε., β) δύο μέλη προτείνονται από το Ελληνικό Δημόσιο, γ) ένα μέλος προτείνεται από το μόνιμο προσωπικό της ΑΔΜΗΕ. Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αφού το Διοικητικό της Συμβούλιο κατ' άρθρο 22 του Ν. 2190/1920 είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, τη διαχείριση της περιουσίας της και στην επιδίωξη των σκοπών της, διορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο τα έξι εκ των επτά μελών του οποίου διορίζονται κατόπιν πρότασης του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 106 τα δύο προτείνονται ευθέως και τα τέσσερα από τους μετόχους της εταιρίας, δηλαδή την εταιρία ΔΕΗ Α.Ε.
της οποίας το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί τη διοίκηση και τη διαχείριση. Με τον τρόπο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο επιλέγει την πλειοψηφία των προσώπων που επιθυμεί να διοικήσουν την αναιρεσίβλητη εταιρία, ώστε να εξυπηρετήσουν καλύτερα την ενεργειακή πολιτική, που επιλέγεται κάθε φορά να εφαρμοστεί στη χώρα.
Επομένως, όσον αφορά την εταιρία ΔΕΗ ΑΕ, στην οποία οι αναιρεσείοντες εργάζονταν μέχρι το έτος 2011 αλλά και την αναιρεσίβλητη εταιρία ΑΔΜΗΕ ΑΕ, που υπεισήλθε από τις 22/8/2011 στη θέση της ΔΕΗ ΑΕ, ως εργοδότης των εναγόντων - αναιρεσειόντων εφαρμόζονται οι διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 με τις οποίες επιβλήθηκαν περικοπές στις αποδοχές των εργαζομένων σ' αυτές, εφόσον και οι δύο εταιρίες ως συνδεόμενες μεταξύ τους με σχέση μητρικής και θυγατρικής υπάγονται μεν στο κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005 πλην όμως το Ελληνικό Δημόσιο ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείρισή τους, απορριπτομένου κατά συνέπεια ως αβασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το σκέλος, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθ. 1, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε αλλά ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο προαναφερθείσες διατάξεις.
Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος διότι στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να επισημανθεί, ότι εφόσον η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, ως νόμω αβάσιμη χωρίς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα οι επικαλούμενες νομικές πλημμέλειες δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 598/2019).
Επομένως, και ο δεύτερος λόγος, όπως προαναφέρθηκε είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος λοιπόν αλλού λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/4/2019 και με αριθμό καταθέσεως 311/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 511/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ