Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling additional appeal arguments must be filed in writing 30 days prior to hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's final decision regarding a corporate partnership dispute. The appellant argued the lower court made contradictory findings and failed to specify profit amounts, but the court ruled these were not substantive issues since the original claim was rejected for lack of evidence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the additional arguments were not filed in writing at least 30 days before the hearing as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2)(a) and 577 of the Code of Civil Procedure; Additional appeal arguments must be submitted in writing at least 30 days prior to the hearing, and arguments concerning substantive issues of the appealed decision must be raised in the initial appeal request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 563/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκουράκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζύγου Π. Λ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Παναγιώτας Χαλκίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2112/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4891/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/2/2018 αίτησή του και τους από 17/2/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 2-2-2018 (1300/100/6-2-2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 4891/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσία η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4873/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή του. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδάφ. α` του Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα, που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου τούτου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 577 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και στους πρόσθετους λόγους, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ο.λ.Α.Π 143/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το από 17.2.2020 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 19.2.2020, δηλαδή, τριάντα (30) και πλέον ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23ης-3-2020, πλην όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η έτερη προϋπόθεση του παραδεκτού, ήτοι ότι επιδόθηκε νόμιμα, εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας, στην αναιρεσίβλητη, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει τη σχετική έκθεση επίδοσης ή, έστω, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτού.
Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 1113/2019, Α.Π. 193/2018, Α.Π.17/2018, Α.Π. 772/2016, Α.Π. 845/2010).
Από τα άρθρα 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., υπό την αποκλειστική, όμως, προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ίδιου Κώδικα, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002), εφόσον, όμως, οι διάδικοι τα επικαλούνται και τα προσκομίζουν παραδεκτώς.
Δεν χωρεί αναίρεση για το λόγο αυτό, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος στηρίχθηκε, κυρίως, σε νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, που δεν είχε προσκομιστεί ή δεν είχε προσκομιστεί νόμιμα (Α.Π. 752/2019, Α.Π. 374/2019, Α.Π. 305/2019, Α.Π. 220/2014, Α.Π. 257/2008, Α.Π. 2106/2007, Α.Π. 1595/2007, Α.Π. 968/2007, Α.Π. 853/2007).
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, ως αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.Α.Π. 23/2008). Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά, με τις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, για την επίκληση του αποδεικτικού μέσου, δεν είναι απαραίτητη η χρήση πανηγυρικών όρων ή η αναφορά της ημεροχρονολογίας κάθε εγγράφου ή του αριθμού πρωτοκόλλου αυτού ή άλλου μερικότερου στοιχείου για την εξειδίκευσή του, αλλά αρκεί να προκύπτει σαφώς η ταυτότητά του και η βούληση του διαδίκου για την εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το αποδεικτικό μέσο, που λήφθηκε υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή του, περιέχεται σε άλλο αποδεικτικό μέσο, το οποίο νόμιμα προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, συνάγεται ότι ο διάδικος παραδεκτά επικαλείται και προσκομίζει, προαποδεικτικώς, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, τις ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως, επιμελεία του, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, πριν από την ημερομηνία λήψεως της βεβαιώσεως, κλήσεως προς τον αντίδικο.
Στην κλήση αυτή πρέπει να αναφέρονται η αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, στο οποίο αφορά η ένορκη βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως αυτής καθώς και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος. Εάν η εν λόγω επίδοση παραλειφθεί ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη, στην οποία αφορά ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ένατου άρθρου του ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β` και 24 παρ. 1 εδ. α`του ΕισΝΚπολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει, κατά το χρόνο διενέργειάς τους, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εφεξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας.
Ως προς τις ένορκες βεβαιώσεις, που έλαβαν χώρα πριν από την 1η-1-2016, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ` του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις (3) για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί, ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Συνεπώς, αν δεν έχει λάβει χώρα νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση ή δεν προκύπτει ότι αυτός παρέστη κατά τη διενέργεια της ένορκης βεβαίωσης, αυτή καθίσταται ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, τόσον ενώπιον των πρωτοβάθμιων όσον και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία και δεν λαμβάνεται υπόψη.
Οι νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση. Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 30/2002) και, συνεπώς, κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος, καθόσον, αν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται ότι αυτές έχουν ληφθεί κατά τις νόμιμες διατυπώσεις.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα, κατά την αναφορά των εγγράφων, να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που ελήφθησαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.
Τέλος, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, χωρίς νόμιμη επίκληση, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του Κ.Πολ.Δ., περί του οποίου πρέπει, επίσης, να γίνεται μνεία στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη 1) την …./2015 ένορκη βεβαίωση του Α. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, 2) τη …/2012 ένορκη βεβαίωση της Α. Μ., 3) την από 2-5-2011 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των αδελφών του, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας του …/…-10-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή, 4) την 5895/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) τη 1473/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 6) την 8/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, 7) την από 20-7-2016 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 8) εντάλματα πληρωμής και γραμμάτια είσπραξης της ΕΤΕ, χρονικού διαστήματος 1992-2008, σε συνδυασμό με αντίγραφα βιβλιαρίων της ίδιας τράπεζας του ίδιου, της αναιρεσίβλητης και των λοιπών αδελφών τους, 9) έγγραφο της εταιρείας "ΔΕΛΦΟΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ για την επένδυση στις 8-1-1998, ποσού 2,5 δις δρχ.
σε αμοιβαία κεφάλαια με συνδικαιούχους τους Χ., Α. και Κ. Μ. και Π. Λ., 10) Ε9 ετών 2005, 2006 της αναιρεσίβλητης, 11) αντίγραφα των …/…-… και …./….-… τραπεζικών λογαριασμών της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της στην ΕΤΕ με καταθέσεις 95.000 ευρώ και … με καταθέσεις 158.882 ευρώ, 12) αντίγραφο της εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, 13) εκκαθαριστικά της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της των ετών 2005, 2006 και 2007, 14) έγγραφο ότι η αναιρεσίβλητη αγόρασε στις 6-9-2006 στο όνομά της και έτερο καινούργιο αυτοκίνητο μάρκας SMART, 15) από 19-4-2010 αγωγές κατά της Δ.
Λ., Ν. και Α. Μ., 16) την 5795/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 17) την 2322/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 18) τη 217/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου και 19) τα 582/2013 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη προσκόμισε μεν τα εν λόγω έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και τα μνημόνευσε στις προτάσεις της ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, πλην όμως, η επίκληση τούτων δεν ήταν ειδική και συγκεκριμένη.
Ο λόγος αυτός είναι διττώς αόριστος και, συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι α) δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων προτάθηκε στο Εφετείο ή ότι δεν προτάθηκε, λόγω της συνδρομής κάποιας των προβλεπόμενων στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του Κ.Πολ.Δ.
εξαιρέσεων και β) με δεδομένο ότι ο αναιρεσείων επικαλείται στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ότι η αναιρεσίβλητη "ρητά μνημονεύει" στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και προσκόμισε, δεν προσδιορίζει επακριβώς σε τι συνίσταται η μη ειδική και συγκεκριμένη επίκληση τούτων, από την οποία προκύπτει η ταυτότητά τους, στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας.
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον, από την επισκόπηση των από 1-6-2017 έγγραφων προτάσεων, που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δη των περικοπών αυτών, που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι αυτή επικαλείται όλα τα ανωτέρω έγγραφα, ένα προς ένα, κατά τρόπο σαφή και ειδικό, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα ενός εκάστου, παραθέτοντας, μάλιστα, συνοπτικά το περιεχόμενό τους καθώς και τον αύξοντα αριθμό προσκομίσεώς τους, μη απαιτουμένης της καταρτίσεως ειδικού καταλόγου αναγνωστέων εγγράφων.
Ειδικά, η από 2-5-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος αναφέρεται στο κείμενο των ως άνω προτάσεων της αναιρεσίβλητης, ενώ, επιπροσθέτως, γίνεται συνοπτική μνεία του περιεχομένου της εν λόγω δικαστικής ενέργειας του αναιρεσείοντος κατά των αδελφών του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του …/…-10-2008 συμβολαίου ανταλλαγής ποσοστών και, επιπροσθέτως, οι δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν, κατά την ανοιγείσα με την αγωγή αυτή δίκη και, συνεπώς, γίνεται νόμιμη, ήτοι σαφής και ειδική, επίκληση του συγκεκριμένου δικογράφου.
Περαιτέρω, νόμιμη τυγχάνει και η επίκληση τόσον της ένορκης βεβαίωσης του Α. Μ., η οποία προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως στην πρωτοβάθμια δίκη και επαναφέρθηκε προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσείοντος, με ρητή μνεία περί εμπρόθεσμης κλήτευσης τούτου, που έλαβε χώρα στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσον και της …/2012 ένορκης βεβαίωσης της μητέρας των διαδίκων Α.
Μ., η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης πολιτικής δίκης και δη της ανοιγείσας με την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της ανιψιάς του Α. Μ., με συνέπεια να μην αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, αλλά απλό έγγραφο, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μη απαιτουμένης, εντεύθεν, της μνείας περί νομότυπης κλήτευσης του αναιρεσείοντος ή περί της παραστάσεώς του κατά τη διενέργεια της ένορκης βεβαίωσης.
Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν οι παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νομική βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π. 24/1992), ήτοι οι ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση, της αγωγής, έστω και αιτιολογημένη (ΑΠ 743/2019, ΑΠ 94/2011, ΑΠ 373/2002).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ως άνω διάταξης, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι συγγενείς εξ αίματος και συγκεκριμένα αδέλφια.
Την 23-8-1979 μεταξύ αυτών και των μη διαδίκων αδελφών τους Χ. και Α. Μ., συστάθηκε δυνάμει του από 23/8/1979 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταχωρίστηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών... και τροποποιήθηκε κατά τα έτη 1980, 1999 και 2003 ως προς το σκοπό, την έδρα και τη διάρκεια της εταιρείας, ......ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ.
Π. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με σκοπό την κατασκευή πολυώροφων οικοδομών σε ίδια ή αλλότρια οικόπεδα κατά το σύστημα της αντιπαροχής καθώς και την εν γένει ανάληψη και εκτέλεση κάθε φύσης τεχνικών και οικοδομικών έργων και συμμετοχή του κάθε εταίρου στα κέρδη και της ζημίες κατά ποσοστό 25%. Διαχειριστής, διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ορίσθηκε από την αρχή της έναρξής της ο ενάγων, καθόσον αυτός ως πολιτικός μηχανικός είχε επαρκείς επιστημονικές γνώσεις για τη διαχείριση, ενώ οι υπόλοιποι μετείχαν σ' αυτήν, ως ομόρρυθμα μέλη, κατά ποσοστό 25% ο καθένας.
Ο ενάγων είχε την αρμοδιότητα να διευθύνει και να εκπροσωπεί την εταιρεία σε όλες τις σχέσεις και τις συναλλαγές της με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, να διαχειρίζεται κάθε οικονομική της δραστηριότητα και να υπογράφει με την ατομική του υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία οποιοδήποτε έγγραφο αφορούσε αυτήν.
Έκτοτε, όλα τα αδέλφια ασχολούντο αποκλειστικά με την εν λόγω οικογενειακή επιχείρηση, όπως και ο σύζυγος της εναγομένης Π. Λ., ο οποίος στην αρχή ασχολείτο σε αυτήν παράλληλα με την εργασία του, στη συνέχεια, όμως, από τα μέσα της δεκαετίας του 80 παραιτήθηκε από την εργασία του, ως μόνιμος υπάλληλος της ΕΥΔΑΠ και ασχολήθηκε και αυτός αποκλειστικά με την ανωτέρω επιχείρηση.
Η εν λόγω εταιρεία ανέπτυξε μεγάλο κύκλο εργασιών και οικοδομική δραστηριότητα σε διάφορα σημεία της … με οικοδόμηση πολυκατοικιών επί ακινήτων που ανήκαν στην ίδια ή σε τρίτα πρόσωπα με αποτέλεσμα να αποκτήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ... Έτσι και τα τέσσερα αδέλφια δημιούργησαν μεγάλη ακίνητη περιουσία και είχαν υψηλότατα εισοδήματα προερχόμενα από τα κέρδη της ανωτέρω οικογενειακής επιχείρησης, τόσο από τις πωλήσεις ακινήτων όσο και από τις εισπράξεις μισθωμάτων από τα ακίνητα της εταιρείας.
Καθόλα τα έτη της παραπάνω κοινής επαγγελματικής τους δραστηριότητας, για τις ανάγκες της εύρυθμης λειτουργία της επιχείρησης οι ανωτέρω είχαν κατανείμει μεταξύ τους τις αρμοδιότητες και έτσι ο 1 όπως και ο σύζυγος της εναγομένης, Π. Λ., ασχολούνταν, ως επί το πλείστον, με τις εξωτερικές δουλειές της εταιρείας στα εργοτάξια..., ενώ η εναγομένη ασχολείτο κυρίως με τα θέματα που αφορούσα την είσπραξη των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας και την κατάθεση αυτών στους τραπεζικούς λογαριασμούς των τεσσάρων αδελφών.
Εξάλλου, δεδομένου ότι η εταιρεία είχε πολλά ακίνητα προς πώληση ή εκμίσθωση... είχαν χορηγήσει στον ενάγοντα, με μια σειρά συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, την πληρεξουσιότητα να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης επ' ονόματι και για λογαριασμό τους, να τους εκπροσωπεί σε όλες τις περιουσιακές συναλλαγές με τρίτους, συμβαλλόμενος αντ' αυτών και για λογαριασμό τους ως πωλητής σε κάθε είδους αγοραπωλησία ή μίσθωση.
Καθόλα τα έτη λειτουργίας της ανωτέρω οικογενειακής επιχείρησης τα έσοδα της εταιρείας κυρίως από μισθώματα εισπράττονταν από την εναγομένη ή το σύζυγό της και κατατίθεντο σε κοινό τους λογαριασμό από όπου στη συνέχεια διανέμονταν στους (4) συνεταίρους σε προσωπικούς τους λογαριασμό ή σε κοινούς με άλλους συγγενείς τους.
Τα έσοδα δε από πωλήσεις ακινήτων εισπράττονταν από τον ενάγοντα, ο οποίος κατέθετε το ποσό σε δικό του λογαριασμό και στη συνέχεια από το ποσό αυτό διανέμονταν τα αναλογούντα σε κάθε εταίρο χρηματικά ποσά, με βάση τη συμμετοχή τους. Αντίστοιχα, είχαν ανοιχθεί πολλοί τραπεζικοί λογαριασμοί στην ΕΤΕ, στους οποίους εμφανίζονταν ως συνδικαιούχοι τα αδέλφια και ο σύζυγος της εναγομένης καθώς και οι σύζυγοι αυτών ή τα τέκνα τους...
Μέσω των λογαριασμών αυτών διακινούντο τα προερχόμενα από την ανωτέρω επιχειρηματική δραστηριότητα χρηματικά ποσά, τα οποία στη συνέχεια διανέμονταν, κατ' ισομοιρία, στους συνεταίρους, δια καταθέσεως της αναλογίας τους στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Μάλιστα την κατανομή στους εταίρους, ιδίως των κερδών από μισθώματα τις πραγματοποιούσε η εναγομένη.
Και ενώ οι σχέσεις μεταξύ των ανωτέρω ήταν ιδιαιτέρως αρμονικές, καθώς τα αδέλφια του ενάγοντος τον περιέβαλαν σε απόλυτη εμπιστοσύνη, το Σεπτέμβριο του έτους 2008 ψυχράνθηκαν. Αιτία του γεγονότος αυτού υπήρξε το αίτημα των υπόλοιπων αδελφών να γίνει διανομή της ακίνητης και κινητής περιουσίας, των τραπεζικών λογαριασμών και των μετοχών της κοινής επιχείρησης, λόγω της δρομολογούμενης αποχώρησής τους από την εταιρεία ένεκα συνταξιοδότησής τους...
Ως προς το πρώτο ζήτημα της διανομής της ακίνητης περιουσίας, συμφώνησαν με τον ενάγοντα και προέβησαν σε όλα τα απαραίτητα συμβόλαια τροποποιήσεως των συστάσεων οριζοντίων ιδιοκτησιών, προκειμένου να καταστεί εφικτή η ανταλλαγή των ποσοστών και διανομή των εταιρικών ακινήτων στους τέσσερις εταίρους...
Παρά ταύτα, τα ως άνω σκοπούμενα δεν ολοκληρώθηκαν, αλλά απεναντίας δημιουργήθηκαν προστριβές και δικαστικές διενέξεις. Καταρχήν ο ενάγων επικαλέστηκε ότι το υπ' αριθμ. …/…-10-2008 συμβόλαιο ανταλλαγής της Συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του Α. Μ., Χ. Μ. και Π. Λ., με το οποίο οι τελευταίοι φέρονται ότι απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, είναι άκυρο, διότι δεν φέρει την υπογραφή του...
Επικαλούμενος τα ανωτέρω, ο ενάγων άσκησε σε βάρος των αδελφών του και των αποκτώντων από αυτούς την από 2/5/2011 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το παραπάνω συμβόλαιο είναι άκυρο... Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5895/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή λόγω καταχρηστικότητας και κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος η υπ' αριθμ. 1473/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση...
κατέστη αμετάκλητη κατόπιν της 8/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, που κατήργησε τη δίκη λόγω παραιτήσεως του αναιρεσείοντος - ενάγοντος... Εξάλλου, τα αδέλφια του ενάγοντος... επεδίωξαν να εξεύρουν συμβιβαστική λύση, για να αποφευχθούν πολύχρονοι και πολυδάπανοι μεταξύ τους δικαστικοί αγώνες. Η προσπάθεια αυτή δεν ευοδώθηκε, διότι ο ενάγων ζήτησε να του μεταβιβάσουν τις μεγάλης οικονομικής αξίας οριζόντιες ιδιοκτησίες που αυτοί διέθεταν στο κοινό εξοχικό τους στην Ανάβυσσο, αξίωση την οποία οι τελευταίοι αρνήθηκαν να αποδεχθούν...
Στα πλαίσια των διαταραγμένων πλέον σχέσεων των αδελφών εντάσσεται και η κρινόμενη αγωγή. Με την αγωγή αυτή, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ποσό των 30.000 ευρώ της υπ' αριθμ. ….-… επιταγής που εξέδωσε στις 28/8/2006 και παρέδωσε στην εναγομένη αποτελούσε άτοκο προς αυτήν δάνειο, αποδοτέο στις 31/1/2006, που του ζήτησε η εναγομένη προκειμένου να εξοφλήσει το υπόλοιπο τιμήματος για την αγορά αυτοκινήτου ...
το οποίο αγοράστηκε από τον σύζυγό της Π. Λ. στις 30/8/2006. Η εναγομένη που συνομολογεί ότι έλαβε την επιταγή με το ποσό αυτό, αρνείται ότι το έλαβε για την παραπάνω αιτία και ισχυρίζεται ότι έλαβε τα χρήματα αυτά, λόγω της συμμετοχής της κατά 25% στην οικογενειακή εταιρεία και αποτελούσαν μέρος των κερδών της επιχείρησης, τα οποία κατά πάγια τακτική διανέμονταν στους εταίρους.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος, που αποτελεί και την ιστορική βάση της αγωγής δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσία καθόσον α) καταρχήν ούτε από έγγραφο ή άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει η επικαλούμενη σύμβαση δανείου ούτε από το σώμα της επίμαχης επιταγής προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε για δάνειο...
β) η εξαιρετικά καλή περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης... συνηγορεί υπέρ της δυνατότητας της εναγομένης να καλύπτει τις ανάγκες της εξ ιδίων... Ειδικότερα η εναγομένη όπως και οι λοιποί συνεταίροι στην ανωτέρω επιχείρηση αποδείχθηκε ότι ελάμβαναν, λόγω της συμμετοχής τους (25%) ανάλογο μερίδιο από τα κέρδη της επιχείρησης, τα οποία κατανέμονταν στους συνεταίρους ισομερώς...
η εναγομένη και ο σύζυγός της, όπως και οι λοιποί αδελφοί της, κατάφεραν να αποκτήσουν σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία και να διάγουν πολυτελή βίο ακριβώς λόγω απολήψεως κερδών ακριβώς από την προπεριγραφείσα επιχείρηση στην οποία συμμετείχαν, αφού άλλες προσοδοφόρες εργασίες ή πηγές δεν διέθεταν.
Η ανωτέρω κρίση επιρρωνύεται και από την επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια των κερδών της εταιρείας, με συνδικαιούχους και τους τέσσερις εταίρους... Ειδικότερα, όσον αφορά την εναγομένη, αυτή και ο σύζυγός της απέκτησαν από τη δραστηριότητα της ανωτέρω οικογενειακής επιχείρησης και τη συμμετοχή τους σ' αυτήν, μεγάλη ακίνητη περιουσία...
καθώς και υψηλά εισοδήματα και αποταμιεύσεις... στηρίζεται ακριβώς στην απόληψη μερίσματος από τα κέρδη της οικογενειακής επιχείρησης, στην οποία αυτοί πραγματικά συμμετείχαν... αυτή δεν είχε κανένα λόγο να καταφύγει σε δανεισμό χρημάτων, ώστε να αγοράσει αυτοκίνητο... λίγες ημέρες μετά την αγορά στις 31/8/2006 του επίμαχου αυτοκινήτου, η εναγομένη στις 6/9/2006 αγόρασε στο όνομά της και έτερο καινούργιο αυτοκίνητο...
Εξάλλου, εάν ο ενάγων είχε δώσει το ανωτέρω ποσό στην εναγομένη ως δάνειο, θα ζητούσε να του επιστραφεί πολύ νωρίτερα ή έστω θα προέβαινε σε σχετική όχληση της εναγομένης και δεν θα ανέμενε τέσσερα χρόνια για να αποστείλει σ' αυτήν στις 19/3/2010 την από 18/3/2010 εξώδικη όχληση, αιτούμενος την επιστροφή του ποσού αυτού και να ασκήσει την ένδικη αγωγή και μάλιστα μετά τη διατάραξη των σχέσεων των αδελφών...
την ίδια ημέρα απολύτως όμοιες εξώδικες προσκλήσεις έλαβαν οι ανεψιές του ενάγοντος... καθώς και ο αδελφός του Χ. και στη συνέχεια ο ενάγων κατέθεσε την ίδια μέρα (19/4/2010) πανομοιότυπες αγωγές κατά όλων αυτών, επικαλούμενος και πάλι τη χορήγηση άτοκων δανείων... Από τις ανωτέρω αγωγές η σε βάρος της Α. Μ. απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 5795/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρωθείσα με την υπ' αριθμ. 2322/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη με την 217/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος...
Όσον αφορά δε την αγωγή σε βάρος του Χ. Μ. ο ενάγων παραιτήθηκε του δικογράφου της... Σημειώνεται ότι σε όλο το προηγούμενο των παραπάνω εξώδικων δηλώσεων και αγωγών χρονικό διάστημα ο ενάγων ουδέποτε όχλησε ούτε την εναγομένη ούτε λοιπούς φερόμενους ως δανειολήπτες, αλλά έπραξε τούτο μετά τη διατάραξη των σχέσεων των αδελφών, επικαλούμενος όμοιες κατά τη νομική τους αιτία αξιώσεις...
Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την ένορκη... κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος Α. Κ., η οποία είναι γραμματέας αυτού επί σειρά ετών ούτε από τις περιερχόμενες στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Μ., αρχιτέκτονα μηχανικού υπαλλήλου του ενάγοντος, Π. Κ., υπαλλήλου του ενάγοντος, Σ.
Γ., μεσίτριας και συνεργάτιδος του ενάγοντος και Σ. Τ., ιδιοκτήτη εταιρείας μονώσεων που αναλαμβάνει εργασίες μόνωσης των πολυκατοικιών του ενάγοντος, οι οποίοι... αναφέρουν πανομοιότυπα για σύναψη δανείου και την εικονική συμμετοχή της εναγομένης στην εταιρεία χωρίς δικαίωμα απόληψης κερδών, καθόσον αντικρούονται από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία και δεν κρίνονται πειστικές, δεδομένης και της υπηρεσιακής και συναλλακτικής σχέσης που τους συνδέει με τον ενάγοντα...
Όλοι δε εμφανίζονται ως αυτόπτες και αυτήκοοι όταν καταρτίζονται οι δανειακές συμβάσεις και καταθέτουν περί εικονικής συμμετοχής στην εταιρεία των αδελφών του ενάγοντος... Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί και η εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της μητέρας του ενάγοντος Α.
Μ. 'ο αδελφός τους... έδειξε αχαριστία όταν ζήτησε από τα αδέλφια του να του μεταβιβάσουν χωρίς τίμημα τις τέσσερις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους στο εξοχικό το οποίο έχουν στην … το οποίο είναι μεγάλης αξίας διότι βρίσκεται πραγματικά πάνω στην θάλασσα. Επειδή τα αδέλφια του αρνήθηκαν την ανωτέρω μεταβίβαση αποφάσισε να τους πιέσει οικονομικά και να τους εκβιάσει με κάποιο τρόπο προκειμένου να πετύχει τη μεταβίβαση αυτή.
Προσπάθησε με αυτόν τον τρόπο να πιέσει τα αδέλφια του οικονομικά γιατί πίστευε ότι θα μπορούσε να διαπραγματευτεί τη μεταγενέστερη υπογραφή των συμβολαίων... Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να μιλήσω στο γιο μου Κ. και να τον πείσω να μην είναι τόσο άδικος και άπληστος με τ' αδέλφια του, όμως, κάθε φορά μου απαντούσε με ύβρεις και απειλές μία εκ των χειροτέρων 'μόλις πεθάνεις μάνα...
θα φέρω τα αδέλφια μου στο μηδέν... θα τους καταστρέψω'. Ενόψει των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι η συμμετοχή της εναγομένης και των λοιπών αδελφών του στην εταιρεία ήταν εικονική και ότι αυτοί ελάμβαναν μισθό και όχι μερίδιο από τα κέρδη της επιχείρησης... τυγχάνουν αβάσιμοι...". Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και εντεύθεν την έφεση τούτου κατ' ουσία και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αγωγική αξίωση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος από σύμβαση δανείου, που κατάρτισε με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει της οποίας της κατέβαλε το ποσό των 30.000 ευρώ, δεχθείσα ότι το ποσό αυτό αποτελούσε μερίδιο της τελευταίας από τα κέρδη της εταιρείας, στην οποία μετείχαν ισομερώς αυτή, ο αναιρεσείων και οι δύο αδελφοί τους και απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές αναλυτικά προεκτίθεται, προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε τη δικανική του πεποίθηση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων, με βάση τα επαρκή, νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, παρέθεσε δε, εν τέλει, την …./2013 ένορκη βεβαίωση της Α.
Μ., όλως επικουρικώς, απλώς ως επισήμανση, προς επίρρωση της ουσιαστικής επιχειρηματολογίας του.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με το κατ' ουσία αβάσιμο του αγωγικού του ισχυρισμού περί της καταρτίσεως συμβάσεως δανείου μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, την ως άνω ένορκη βεβαίωση, χωρίς αυτή να έχει προσκομιστεί και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμες. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών παραδοχών, αντίστοιχα, συνεπεία των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ήτοι του άρθρου 802 του Α.Κ.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει α) με τον τρίτο λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές παραδοχές, καθόσον, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη εισέπραττε η ίδια τα έσοδα της εταιρείας από τα μισθώματα των εκμισθωμένων ακινήτων αυτής και τα διένειμε στον εαυτό της και τους λοιπούς εταίρους, αδελφούς της, κατά την αναλογία της μερίδας εκάστου στην εταιρεία, καταθέτοντας τα χρήματα στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, στη συνέχεια, δέχεται ότι αυτή έλαβε το ποσό των 30.000 ευρώ από τον ίδιο (αναιρεσείοντα), ως μέρος της συμμετοχής της στα κέρδη της εταιρείας, με τραπεζική επιταγή από τον προσωπικό του λογαριασμό και β) με τον τέταρτο λόγο ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ανωτέρω, δεν διαλαμβάνει, για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ποίο ήταν το ύψος των κερδών της εταιρείας, κατά τον κρίσιμο χρόνο (2006) καθώς και από ποιο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει τούτο, ώστε να εξαχθεί η κρίση ότι το μερίδιο της αναιρεσίβλητης ανερχόταν στο ποσό των 30.000 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι και, εντεύθεν, απορριπτέοι. Πρωτίστως, διότι οι αποδιδόμενες με αυτούς πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ουσιώδη ζητήματα, υπό την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, όπως ήδη εκτέθηκε, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας της κατέβαλε το ποσό των 30.000 ευρώ, ήτοι διότι δεν αποδείχθηκαν οι θεμελιωτικοί της αγωγής αυτοτελείς ισχυρισμοί, στην υπόθεση αυτή ουσιώδη ζητήματα ήταν οι αυτοτελείς αυτοί αγωγικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος και όχι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης, που έγιναν δεκτοί με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίοι είχαν το χαρακτήρα της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής και ως εκ τούτου οι αποδιδόμενες, κατά τα παραπάνω, πλημμέλειες ως προς αυτούς δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-2-2018 (1300/100/6-2-2018) αίτηση του Κ. Μ. του Π. για αναίρεση της 4891/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών καθώς και τους από 17-2-2020 (21/19-2-2020) πρόσθετους λόγους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ