Supreme Court allows appeal against insurance contract invalidity ruling due to erroneous application of insurance law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision regarding an insurance dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly applied insurance law provisions concerning the invalidity of a second insurance contract and the standing of a special heir. The court found that the lower court erred in interpreting and applying the relevant articles of the Insurance Code and Civil Code, thereby violating substantive legal rules. Consequently, the appeal was granted, the decision was annulled, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 199 of the Insurance Code; Articles 487, 488 of the Civil Code; Article 11 paragraph 2 of Law 489/1976; Article 14 paragraph 1 of Law 2496/1997: An appellate court violates substantive law when it erroneously interprets provisions regarding the invalidity of insurance contracts and the standing of parties, leading to a decision that contradicts the established legal framework.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 563/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2403/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 911/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 21-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 911/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 199 του Εμπ.Ν., το οποίο, ως περιλαμβανόμενο στο ένατο τμήμα του Νόμου αυτού, καταργήθηκε με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, αλλά ίσχυε κατά τους πιο κάτω χρόνους της κατάρτισης των ένδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, δεν μπορούν να ασφαλιστούν εκ νέου τα ήδη για τον αυτό χρόνο και για τους αυτούς κινδύνους, για ολόκληρη την αξία τους, ασφαλισθέντα πράγματα, εκτός αν η δεύτερη ασφάλιση έγινε υπό την αίρεση της ακυρότητας της προηγούμενης ασφάλισης, ή υπό την αίρεση της ολικής ή μερικής αφερεγγυότητας του πρώτου ασφαλιστή, ή αν τα δικαιώματα που πηγάζουν από την πρώτη ασφάλιση εκχωρήθηκαν στο δεύτερο ασφαλιστή ή έγινε παραίτηση αυτών έναντι του πρώτου.
Επομένως, αν έγιναν περισσότερες ασφαλίσεις του ίδιου πράγματος, για τον ίδιο κίνδυνο, για τον ίδιο χρόνο και για ολόκληρη την αξία του σε καθεμιά ασφάλιση, ανεξάρτητα από το δόλο ή μη εκείνου που συνήψε τις περισσότερες ασφαλίσεις, είναι έγκυρη η πρώτη ασφάλιση και άκυρες οι μεταγενέστερες, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις (ΑΠ 1764/2005, ΑΠ 518/2007).
Οι επόμενοι όμως, μετά τον πρώτο, ασφαλιστές δεν μπορούν να προβάλουν τον ισχυρισμό αυτό κατά του τρίτου ζημιωθέντος από αυτοκινητικό ατύχημα, παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976 (κωδ. π.δ. 237/ 1986) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 170/ 1993, δέκα έξι (16) ημέρες προ του ατυχήματος, αφού γίνει εγγράφως από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο γνωστοποίηση της ακύρωσης ή της λήξης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν).
Συνεπώς, αν προηγουμένως, δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνονται παραλλήλως και εις ολόκληρον τόσο ο πρώτος ασφαλιστής λόγω έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης, όσο και ο δεύτερος, βάσει της άκυρης μεν, αλλά χωρίς δυνατότητα αντιτάξεως της ακυρότητας κατά του ζημιωθέντος, σύμβασης ασφάλισης (ΑΠ 1020/2001, ΑΠ 64/1991).
Ο κανόνας του απροβλήτου των ενστάσεων της ασφαλιστικής σύμβασης από τον ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 υπάρχει όχι μόνον χάριν του ίδιου του ζημιωθέντος, αλλά και χάριν των διαδόχων αυτού, εκείνων δηλαδή που αποκαθιστούν τη ζημία και δυνάμει ρητής διάταξης υποκαθίστανται στα δικαιώματα του τελευταίου κατά του ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου (π.χ.
του ασφαλιστή του ζημιωθέντος, ο οποίος αποκαθιστά την ζημία και υποκαθίσταται βάσει του άρθρου 14 ν. 2496/1997). Στην περίπτωση της κατά τα προδιαληφθέντα διπλής ασφάλισης, υπό την ισχύ του άρθρου 199 του Εμπ.Ν., κατά την οποία έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνονται παραλλήλως και εις ολόκληρον τόσο ο πρώτος ασφαλιστής, όσο και ο δεύτερος (αυτός βάσει της άκυρης σύμβασης ασφάλισης, της οποίας η ακυρότητα δεν αντιτάσσεται κατά του ζημιωθέντος), οι σχέσεις μεταξύ ασφαλιστών διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 487, 488 Α.Κ.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 488 Α.Κ., εφόσον ένας από τους συνοφειλέτες ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή. Ικανοποίηση (με την έννοια της Α.Κ. 483) του δανειστή και ύπαρξη δικαιώματος κύριας αναγωγής συνεπάγονται από κοινού, για τον ικανοποιήσαντα και δικαιούχο αναγωγής συνοφειλέτη, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του στα δικαιώματα του δανειστή.
Η υποκατάσταση εξαρτάται, όμως, όχι μόνο από την ύπαρξη των δικαιωμάτων του δανειστή, αλλά και από την ύπαρξη και έκταση του δικαιώματος κύριας αναγωγής. Κατά δε το άρθρο 487 Α.Κ. "μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κατά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση". Τη σχέση των κατά τα ανωτέρω συνοφειλετών εις ολόκληρο ασφαλιστών ρύθμιζε, μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, το άρθρο 199 Εμπ.Ν., το οποίο καθιέρωνε την αποκλειστική ευθύνη του πρώτου ασφαλιστή και την ακυρότητα της δεύτερης χρονικά ασφάλισης, με τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις, σε περίπτωση μη συνδρομής των οποίων ο πρώτος ασφαλιστής δεν είχε δικαίωμα αναγωγής.
Συνεπώς, ο ασφαλιστής που ασφάλισε δυνάμει της προγενέστερης (έγκυρης) ασφάλισης, εφόσον δεν έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλιστή της μεταγενέστερης (άκυρης) ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 488, 487 Α.Κ., δεν υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ζημιωθέντος κατ’ αυτού. Πρέπει να σημειωθεί, ότι μετά την κατάργηση του άρθρου 199 του Εμπ.Ν., από το άρθρο 33 παρ. 2 του ν. 2496/1997, ίσχυσε η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 2496/1997, κατά την οποία οι περισσότερες ασφαλίσεις ήταν ισχυρές και οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονταν εις ολόκληρο, ήδη δε ισχύει η διάταξη του άρθρ. 11 παρ. 3 του ν. 489/1976, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3557/2007, σύμφωνα με την οποία ευθύνεται αποκλειστικό ο τελευταίος ασφαλιστής για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο και οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της υπ’ αριθμ. 2403/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει, ως συνυπόχρεη, επειδή υφίστατο πολλαπλή ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με μεταγενέστερη ασφάλιση αυτή της εναγομένης, το ήμισυ της αποζημίωσης που αυτή είχε καταβάλει σε συγγενείς θύματος αυτοκινητικού ατυχήματος, στα δικαιώματα των οποίων είχε υποκατασταθεί αυτοδικαίως. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας εξαφάνισε την πρωτόδικη και έκανε δεκτή την αγωγή.
Προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: "Στις 23-6-1996 και ώρα 19.30’ ο Χ. Σ. οδηγούσε το με αρ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο στην επαρχιακή οδό Κατερίνης - Παραλίας Κατερίνης, με κατεύθυνση προς την Κατερίνη. Το αυτοκίνητο αυτό ασφάλιζε η απώτερη δικαιοπάροχος της ήδη εκκαλούσας ... ΑΕ με βάση το με αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, για την περίοδο από 17-2-1996 έως 17-2-1997. Η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία απορροφήθηκε από την ..., καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία.
Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ανωτέρω οδηγός, προκειμένου να προσπεράσει τα προπορευόμενα οχήματα, που βραδυπορούσαν λόγω κυκλοφορικής συμφόρησης, όταν έφθασε στην 25η χιλιομετρική θέση, εκτέλεσε αριστερό ελιγμό και εισήλθε στην περιοχή του οδοστρώματος, που σηματοδοτούνταν με παράλληλες λοξές λωρίδες, τις οποίες πλαισίωνε συνεχής γραμμή, τύπου ...
και σήμαινε, ότι απαγορεύεται η είσοδος των οχημάτων στην περιοχή αυτή. Ο ανωτέρω οδηγός, αφού κινήθηκε πλαγιοκάθετα, επιχείρησε, στην συνέχεια, να στρίψει αριστερά, για να συνεχίσει την πορεία του, διαμέσου άλλης προς τα αριστερά ανώνυμης οδού της Κοινότητας Περίστασης, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία της με αρ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που εκινείτο πίσω από το αυτοκίνητο και οδηγούσε ο Χ. Κ., με συνεπιβάτιδα την Λ. Α.. Την ανωτέρω μοτοσυκλέτα ασφάλιζε η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ... ΑΕ, ο οδηγός της οποίας εκινείτο ομόρροπα με το ανωτέρω αυτοκίνητο και την ίδια χρονική στιγμή επιχείρησε και αυτός να εκτελέσει προσπέρασμα από αριστερά της φάλαγγας των βραδυπορούντων οχημάτων, με ταχύτητα τουλάχιστον 80 χλμ/ώρα.
Αποτέλεσμα της ανωτέρω αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς των δύο οδηγών ήταν η σύγκρουσή τους και η εκτίναξη της συνεπιβάτιδος της μοτοσυκλέτας, Ουκρανής υπηκόου, σε απόσταση 13 μέτρων, με συνέπεια τον ακαριαίο θάνατο αυτής. Το ατύχημα αυτό οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια των δύο οδηγών. Ειδικότερα, ο οδηγός του αυτοκινήτου, Χ.
Σ., δεν οδηγούσε προσεκτικά, όπως ο μέσος επιμελής οδηγός και αφού εκτέλεσε αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά, εισήλθε σε παράνομη περιοχή του οδοστρώματος, την οποία οριοθετούσε η σήμανση ... και στην συνέχεια κινήθηκε πλαγιοκάθετα, για να εισέλθει με αριστερή στροφή στην ανώνυμη οδό, χωρίς όμως να βεβαιωθεί, ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να παρακωλύσει τους λοιπούς χρήστες της οδού, που εκινούντο πίσω του, όπως η μοτοσυκλέτα.
Δηλαδή, ο οδηγός του αυτοκινήτου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 5 παρ. 8 εδ. Ι, 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 5 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ. Συνυπαίτιος όμως κρίνεται και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, διότι και αυτός οδηγούσε απρόσεκτα, δεν ασκούσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας και ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα για τις ειδικές περιστάσεις κυκλοφορίας, που επικρατούσαν στο σημείο του δυστυχήματος (πυκνή κυκλοφορία των οχημάτων, προσέγγιση σε οδικό κόμβο, είσοδος σε ...), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον ελιγμό του προπορευόμενου αυτοκινήτου του Χ.
Σ. και να μην κατορθώσει, από αμέλεια, να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο, κατά παράβαση των άρθρ. 5 παρ. 8 εδ. Ι, 12 παρ. 1,17 παρ. 1 και 19 παρ. 1-3 του ΚΟΚ. Σημειώνεται, ότι το κεφάλαιο της υπαιτιότητας των ασφαλισμένων οδηγών των διαδίκων ασφαλιστικών εταιρειών δεν πλήττεται ειδικά με λόγο έφεσης. Αποδείχθηκε επίσης, ότι η οικογένεια του θύματος άσκησε την από 23-6-1998 (αρ.
κατ. ...1998) αγωγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία αυτοκινήτων) και ειδικότερα, ο σύζυγος εν ζωή του θύματος, Α. Κ., ως 1ος ενάγων, ατομικά για τον εαυτό του και για την ανήλικη κόρη του Γ., οι γονείς του θύματος, Ι. Α., ως 2ος ενάγων και Γ. Ν. ως 3η ενάγουσα, η αδελφή του θύματος, Ν. Σ., ως 4η ενάγουσα, ο πενθερός του θύματος, Ν.
Κ., ως 5ος ενάγων και η πενθερά του θύματος, Α. Κ., ως 6η ενάγουσα. Με την αγωγή οι ανωτέρω συγγενείς ζητούσαν άπαντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς επίσης επί πλέον ο σύζυγος του θύματος, με την ιδιότητα που είχε παρασταθεί, το ποσό των 1.163.000 δραχμών, όπως ίσχυε τότε το εθνικό μας νόμισμα, ως αποζημίωση για τα έξοδα μεταφοράς και ταφής του θύματος στην Ουκρανία.
Η αγωγή αυτή απευθυνόταν κατά των δύο οδηγών των ζημιογόνων οχημάτων (1ος και 2ος εναγόμενοι) και κατά των ασφαλιστικών τους εταιρειών, δηλαδή, κατά της ... ΑΕ (3η εναγομένη), που ασφάλιζε την μοτοσυκλέτα και κατά της ... ΑΕ (4η εναγομένη), που ασφάλιζε το αυτοκίνητο, στην θέση της οποίας λόγω απορρόφησης, υπεισήλθε η ...
ως καθολική διάδοχος και στην θέση της τελευταίας η ήδη εκκαλούσα, επίσης ως καθολική διάδοχος, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της .... Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η οριστική υπ’ αρ. 2681/2000 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε συνυπαίτιους και τους δύο οδηγούς, σε ποσοστό 50% καθένα και μετά την παραίτηση της οικογένειας ως προς τους 1ο και 2ο των εναγομένων (άρθρ. 294-297 ΚΠολΔ), ως προς τους οποίους η δίκη κρίθηκε καταργημένη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε τις δύο εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες να καταβάλουν κατά το ήμισυ καθεμιά στον 1ο ενάγοντα - χήρο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 4.000.000 δραχμών και ως αποζημίωση για την δαπάνη των εξόδων μεταφοράς και ταφής το ποσό των 581.500 δραχμών, δηλαδή συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 4.581.500 δραχμών, στην ανήλικη κόρη του θύματος και στους γονείς του θύματος το ποσό των 4.000.000 δραχμών σε καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγιο ψυχικής οδύνης, στην αδελφή του θύματος το ποσό του 1.000.000 δραχμών και στα πενθερικά του θύματος το ποσό των 300.000 δραχμών σε καθένα τούτων, για την ίδια αιτία, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Οι τότε υπόχρεες εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείας άσκησαν κατά της ως άνω οριστικής απόφασης τις από 20-11-2000 και από 8-12-2000 εφέσεις, αντίστοιχα και επ’ αυτών εκδόθηκε η ΕΑ 2887/2002, που απέρριψε κατ’ ουσίαν τις εφέσεις και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι όλα τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται σήμερα από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, από τα ίδια στοιχεία, που επίσης δεν αμφισβητεί η ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αποδείχθηκε, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, ασφάλιζε η απώτερη δικαιοπάροχος της εκκαλούσας ... ΑΕ με το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 17- 2-1996 έως 17-2-1997 και συνεπώς και κατά το ατύχημα (23-6-1996).
Η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία απορροφήθηκε, όπως έχει εκτεθεί από την δικαιοπάροχο της εκκαλούσας ..., η οποία, μετά την τελεσίδικη ως άνω απόφαση, κατέβαλε, στις 12-6-2002, στους ενάγοντες συγγενείς του θύματος το συνολικό ποσό των 90.763,67 ευρώ, για κεφάλαιο, τόκους υπερημερίας και δικαστικά έξοδα, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ποσών, που είχαν επιδικασθεί τελεσίδικα.
Ειδικότερα, στον χήρο κατέβαλε 43.772,80 ευρώ, στον πατέρα και στην μητέρα του θύματος 19.579,53 ευρώ σε καθένα, στην αδελφή 4.894,88 ευρώ και στα πενθερικά 1.468,46 ευρώ σε καθένα, όπως τούτο προκύπτει από τις από 12-6-2002 πέντε αποδείξεις πληρωμής της ..., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η εκκαλούσα και δεν αμφισβητεί η εφεσίβλητη.
Περαιτέρω, από την κατάσταση της Υπηρεσίας Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών (ΥΣΑΕ) αποδείχθηκε, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν επίσης ασφαλισμένο στην ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ..., με βάση το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, για το χρονικό διάστημα από 21-2-1996 έως 21-2-1999.
Η Σύμβαση αυτή είναι δεύτερη στην σειρά χρονολογικά. Σύμφωνα με το άρθρ. 199 του Εμπορικού Νόμου, που ίσχυε κατά το δυστύχημα (23-6-1996) και κατά την κατάρτιση και των δύο Συμβάσεων, δηλαδή στις 17-2-1996 και 21-2-1996 αντίστοιχα, (αλλά καταργήθηκε, με το άρθρ. 33 παρ. 2 του Ν. 2496/1997), η πρώτη Σύμβαση είναι έγκυρη και άκυρη η μεταγενέστερη, εκτός εάν συντρέχουν οι εξαιρέσεις, που ορίζει το άρθρ. 119 του Εμπ.Ν., δηλαδή εάν η 2η Σύμβαση έγινε υπό την αίρεση της ακυρότητας της προηγούμενης Ασφάλισης ή υπό την αίρεση της αφερεγγυότητας του 1ου Ασφαλιστή ή αν τα δικαιώματα, που πηγάζουν από την πρώτη Ασφάλιση εκχωρήθηκαν στον δεύτερο Ασφαλιστή ή έγινε παραίτηση από αυτά έναντι του πρώτου Ασφαλιστή.
Οι προϋποθέσεις αυτές δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο, ότι είχαν τηρηθεί κατά την κατάρτιση της 2ης Σύμβασης και συνεπώς κατ’ αρχήν αυτή είναι άκυρη υπό την ισχύ του άρθρ. 199 του Εμπ. Νόμου. Η ακυρότητα αυτή όμως δεν μπορούσε να προταθεί από την ήδη εφεσίβλητη κατά των τρίτων ζημιούμενων και στην προκειμένη υπόθεση κατά της οικογένειας του θύματος, εφόσον η εφεσίβλητη δεν απέδειξε, ούτε άλλωστε ισχυρίστηκε, ότι είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις γνωστοποίησης για την λήξη ή ακύρωση της 2ης Σύμβασης, σύμφωνα με όσα όριζε η διάταξη του άρθρ. 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε τότε, δηλαδή να προηγηθεί η γνωστοποίηση της ακύρωσης της Σύμβασης, 16 ημέρες πριν το δυστύχημα, με επιστολή της εφεσίβλητης προς την κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου της οδηγού.
Συνεπώς, έναντι της οικογένειας του θύματος ως τρίτων ζημιωθέντων, ευθύνονται παράλληλα και σε ολόκληρο, τόσον η ... - δικαιοπάροχος της ήδη εκκαλούσας, ως ο 1ος Ασφαλιστής με βάση την έγκυρη 1η Ασφάλιση, όσον και η εφεσίβλητη, ως ο 2ος Ασφαλιστής, με βάση την άκυρη 2η Ασφάλιση, αλλά χωρίς την δυνατότητα να αντιτάξει την ακυρότητα κατά της οικογένειας (ΕΑ .../1998 όπου παρ.).
Περαιτέρω, μετά την καταβολή στις 12-6- 2002 (δηλαδή, υπό την ισχύ του Ν. 2496/1997) από την ... (δικαιοπάροχο της εκκαλούσας) του ποσού των 90.763,67 ευρώ στην οικογένεια του θύματος, αυτή (...) υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως εκ του νόμου (άρθρ. 14 παρ. 1 Ν. 2496/1997) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οικογένειας και έτσι κατέστη ειδικός διάδοχος αυτής.
Επομένως, η εφεσίβλητη 2ος Ασφαλιστής, η οποία δεν μπορούσε να προτείνει την ακυρότητα της 2ης Σύμβασης έναντι της οικογένειας, δεν επιτρέπεται να προτείνει την ακυρότητα της 2ης Σύμβασης έναντι της εκκαλούσας, ως ειδικής διαδόχου της οικογένειας, εφόσον, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, ο κανόνας του απροβλήτου των ενστάσεων του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 από την Σύμβαση υπάρχει, όχι μόνον χάριν του 3ου ζημιωθέντος (δηλ.
στην προκειμένη περίπτωση χάριν της οικογένειας), αλλά και υπέρ του ειδικού διαδόχου αυτού και εν προκειμένω της δικαιοπαρόχου της ήδη εκκαλούσας, που αποκατέστησε την ζημία και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της οικογένειας κατ’ άρθρ. 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 (Κ. όπου παρ. σελ. 122). Σημειώνεται, ότι, εάν η εφεσίβλητη (2ος Ασφαλιστής) είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρ. 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε τούτο κατά το χρόνο της καταβολής (12-6-2002), δηλαδή γνωστοποίηση στον ασφαλισμένο αυτής της ακυρότητας της Σύμβασης 16 ημέρες πριν το δυστύχημα, τότε, κατ’ εξαίρεση, θα μπορούσε να προβάλει την ένσταση ακυρότητας της 2ης Σύμβασης έναντι της εκκαλούσας ως ειδικού διαδόχου.
Τέτοια όμως, γνωστοποίηση δεν αποδείχθηκε, ούτε επικαλέστηκε η εφεσίβλητη (Κ. όπου παρ. σελ. 699 σημ. 125).
Συνεπώς, η εφεσίβλητη δεν μπορούσε να προβάλει την ένσταση ακυρότητας της 2ης Σύμβασης έναντι της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όμως, δέχθηκε την ένσταση ακυρότητας της 2ης Σύμβασης και απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή της εκκαλούσας. Επομένως έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία του νόμου και κατά ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου της έφεσης πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ήτοι δεχόμενο ότι η προταθείσα ένσταση περί ακυρότητας της (δεύτερης χρονολογικά) ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας είναι μη νόμιμη, επειδή δεν συνέτρεχαν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της καταβολής, δοθέντος ότι θεώρησε τη δικαιοπάροχο της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, ειδική διάδοχο των ζημιωθέντων, υποκατασταθείσα στα δικαιώματα της οικογένειας κατ’ άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997, το οποίο όμως αφορά στον ασφαλιστή του ζημιωθέντος τρίτου και όχι εκείνον του ζημιώσαντος, μολονότι αυτή δεν είχε δικαίωμα αναγωγής (σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 199 Εμπ.Ν., 488 και 487 Α.Κ.), και κάνοντας δεκτή κατ’ ουσίαν την έφεση και την ένδικη αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 199 Εμπ.
Ν., όπως ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης αμφοτέρων των ένδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, 487, 488 Α.Κ., με εσφαλμένη ερμηνεία τους και μη εφαρμογή των δύο τελευταίων, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, καθώς και των άρθρων 11 παρ. 2 ν. 489/1976 και 14 παρ. 1 ν. 2496/ 1997, τις οποίες παρερμήνευσε και εσφαλμένως εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση αυτή και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015, και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 911/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ