Supreme Court dismisses appeals on unjust enrichment and statute of limitations in construction contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals against a First Instance Court judgment regarding a construction contract dispute. The appellants argued that the lower court erred in finding unjust enrichment and incorrectly applied the statute of limitations. The court held that the lower court correctly applied civil code provisions regarding the return of benefits and the validity of the claim despite the passage of time.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 686, 904, 908, 909, 249, 251 of the Civil Code; Articles 176, 178, 191 of the Code of Civil Procedure: When a party withdraws from a construction contract, the other party must return the benefits received under unjust enrichment principles, and the claim remains valid if the withdrawal does not constitute a total abandonment of the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 563/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: Α. Ψ. του Ο., συζύγου Μ. Τ. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Περάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε., χήρας Π. - Ι. Μ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., 2) Γ. Π. - Ι. Μ., κατοίκου ... και 3) Α. Π. - Ι. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κεφαλέα.
Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Ε., χήρας Π. - Ι. Μ., το γένος Α. Μ., 2) Γ. Π. - Ι. Μ. και 3) Α. Π. - Ι. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κεφαλέα.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Ψ. του Ο., συζύγου Μ. Τ. Ν., κατοίκου ..., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της Ο. Ο. Ψ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Περάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3671/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1186/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 13-10-2014 και 31-7-2014 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε: α) την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν του τετάρτου λόγου αναιρέσεως και 2) την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 13-10-2014 αιτήσεως αναιρέσεως και β) την από 30-12-2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31-7-2014 αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 31 Ιουλίου 2014 και 13 Οκτωβρίου 2014 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 1186/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246,573 Κ.Πολ.Δ, εφόσον επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επί της από 13 Οκτωβρίου 2014 αιτήσεως αναιρέσεως της Α. Ψ.:
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Ο Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση απ’ όπου απορρέει το δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.
Εξάλλου κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης.
Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονομικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια.
Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν το κατ’ ουσία βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η μη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ1017/2001).
Στην κατηγορία των καταχρηστικών ενστάσεων που αν δεν προτάθηκαν, κατά τα ανωτέρω, καλύπτονται από το δεδικασμένο, ανήκει και η καταχρηστική διακωλυτική ένσταση εικονικότητας μέρους ή όλης της δικαιοπραξίας, που κρίθηκε ως έγκυρη με το καταχθέν στην τελεσίδικη δίκη δικαίωμα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 686 ΑΚ " αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή, αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της". Το άρθρο αυτό εξειδικεύει και επεκτείνει τις αρχές των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν τα δικαιώματα του συμβαλλομένου στην περίπτωση υπερημερίας του αντισυμβαλλομένου του και παρέχει στον εργοδότη δικαιώματα τα οποία δεν απορρέουν αβιάστως και ευθέως από τις διατάξεις του γενικού ενοχικού δικαίου, η ασκουμένη δε από αυτόν υπαναχώρηση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 686 ΑΚ πηγάζει ευθέως από τον νόμο (νόμιμη υπαναχώρηση), χωρίς από το άρθρο αυτό να αποκλείεται και η εφαρμογή των γενικών διατάξεων.
‘ Ετσι, στην περίπτωση αυτήν δύναται να έχει εφαρμογή και το άρθρο 400 Α.Κ., κατά το οποίο " Η συμβατική ρήτρα, ότι ο δανειστής σε περίπτωση υπαναχώρησης κρατεί ως όφελος το μέρος της παροχής που έλαβε, διέπεται από τις διατάξεις για την ποινική ρήτρα". Η ρήτρα αυτή δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς προς την ποινική ρήτρα, ομοιάζει όμως προς αυτήν κατά τον σκοπό και την λειτουργία της, αφού και η εν λόγω ρήτρα αποτελεί πρόσθετη κύρωση , η οποία επιβάλλεται στον οφειλέτη για την από αυτόν αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεών του και μάλιστα ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ζημίας του δανειστού.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι αφ’ ενός μεν η υπαναχώρηση του δανειστού σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής της συμβάσεως εκ μέρους του οφειλέτου, αφ’ ετέρου δε, συμφωνία των μερών περί κρατήσεως του ληφθέντος μέρους της παροχής. Στην περίπτωση της υπαναχωρήσεως κατά το άρθρο 686 Α.Κ., δύναται να έχει εφαρμογή και το άρθρο 361 Α.Κ, κατά το οποίο "για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" και να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότου και εργολάβου, ότι σε περίπτωση υπαναχωρήσεως του πρώτου, επειδή εβράδυνε την έναρξη ή την πρόοδο των εργασιών ο δεύτερος ακόμη και ανεξαρτήτως υπαιτότητάς του, ο εργοδότης θα κρατήσει ως όφελος το μέρος της παροχής που έχει ήδη λάβει.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 18-6-2009 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε ή ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Α. Ψ. ισχυρίσθηκε ότι μεταξύ του πατέρα της και δικαιοπαρόχου της (ως μοναδική κληρονόμος του)Ο.
Ψ., ως εργολάβου και του Π.-Ι. Μ., συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενεργούντος ατομικά και ως πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, ως εργοδοτών, συνήφθη το από 5-7-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης εργολαβίας, με το οποίο ανατέθηκε στον δικαιοπάροχο πατέρα της, έναντι αμοιβής, η ανέγερση τουριστικού συγκροτήματος, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας των εργοδοτών, όπως τούτο ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή.
Ότι το έργο συμφωνήθηκε να κατασκευασθεί με επιμέλεια και δαπάνες του εργολάβου, ο οποίος θα αναλάμβανε και την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθώς και την εκπλήρωση όλων των τυπικών προϋποθέσεων για τη νομιμότητα του έργου, λαμβάνοντας για το σκοπό αυτό ως προκαταβολή το ποσό των 4.246.400 δρχ. Ότι αρχικά συμφωνήθηκε, στα πλαίσια της εργολαβικής σύμβασης, η μεταβίβαση ενός τμήματος εμβαδού 20 στρεμμάτων, ενός ακινήτου συνολικού εμβαδού 69 στρεμμάτων που βρισκόταν στη νήσο της Κέρκυρας από τον Π.-Ι.
Μ. στον πατέρα της και στο θείο της Ν. Ψ., η οποία πραγματοποιήθηκε με την υπογραφή την 5-7-1989 των .../1989 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της Συμβ/φου Αθηνών Αδριανής Οικονομοπούλου-Ζαφειροπούλου, με τα οποία τους μεταβιβάστηκαν κατά πλήρη κυριότητα από τους άνω εργοδότες, (κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά) τα ακίνητα αυτά, όπως περιγράφονται στα ανωτέρω συμβόλαια, έναντι τιμήματος 19.219.800 δραχμών και 4.830.960 δραχμών αντίστοιχα, που καταβλήθηκαν μετρητά προ της υπογραφής των συμβολαίων.
‘ Οτι ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανερχόταν σε 35.763.000 δραχμές συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του εργολάβου, η οποία, σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση, φερόταν ότι είχε καταβληθεί στον εργολάβο κατά την υπογραφή του από 5-7-1989 συμφωνητικού και ήταν ύψους 20.000.000 δραχμών. Ότι για την εξασφάλιση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας κατασκευής και παράδοσης του έργου ο εργολάβος παρείχε υπέρ των εργοδοτών συναινετική προσημείωση υποθήκης επί διαμερίσματός του στην περιοχή της Ν.
Σμύρνης, με το υπόλοιπο ποσό των 15.763.000 δραχμών, καταβληθησόμενο κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου, ενώ στη συνέχεια προς εξασφάλιση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας κατασκευής και παράδοσης του έργου, αλλά και της επιστροφής του τιμήματος σε περίπτωση μη εκτέλεσης του έργου, συμφωνήθηκε ο εργολάβος να καταβάλει ως εγγύηση σε λογαριασμό της πρώτης εναγομένης το ποσό των 90.796 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο θα του αποδιδόταν τμηματικά σε κάθε στάδιο εκτέλεσης του έργου και μέχρι αποπερατώσεως του, ενώ σε περίπτωση μη εκτέλεσης της σύμβασης εργολαβίας από υπαιτιότητα του εργολάβου, το απομένον ποσό θα περιερχόταν στους εργοδότες.
Ότι στη συνέχεια οι εργοδότες υπαναχώρησαν από τη σύμβαση λόγω μη εκτέλεσης του έργου από τον εργολάβο με την άσκηση της από 29-7-1993 αγωγής τους, στρεφόμενης κατά του δικαιοπάροχου πατέρα της και του αδελφού του Ν. Ψ., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 8025/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αμετάκλητη ήδη, μετά την απόρριψη της κατ’ αυτής ασκηθείσας εφέσεως με την 6184/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη της ασκηθείσας κατά της τελεσίδικης απόφασης αιτήσεως αναιρέσεως με την 1050/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι νόμιμα και έγκυρα υπαναχώρησαν οι τότε ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι από την ένδικη σύμβαση εργολαβίας, επίσης ότι είναι άκυρες ως εικονικές οι δηλώσεις περί πωλήσεως των μεταβιβάσεων της κυριότητας που έγιναν με τα προαναφερθέντα συμβόλαια ως προς την αναφερόμενη σ’ αυτές αιτία πώλησης, ως προς το αναγραφόμενο δήθεν καταβληθέν τίμημα, ως προς το πρόσωπο του αδελφού του εργολάβου Ν.
Ψ. ως (δήθεν) αγοραστή, ότι επίσης εικονική είναι και η δήλωση περί καταβολής εργολαβικής αμοιβής στον εργολάβο, δικαιοπάροχο πατέρα της ήδη αναιρεσείουσας, ποσού 24.246.400 δραχμών στην ένδικη σύμβαση εργολαβίας (της 5-7-1989), αφού η αμοιβή στην πραγματικότητα συνίστατο στην μεταβίβαση των ακινήτων στον εργολάβο.
Αναγνωρίσθηκε δε εν τέλει ότι ο εργολάβος Ο. Ψ. δικαιοπάροχος της ήδη αναιρεσείουσας υποχρεούται να μεταβιβάσει στους εργοδότες (αναιρεσιβλήτους) κατά κυριότητα και κατά το ανήκον σε καθένα ποσοστό τα αναφερόμενα στα ως άνω συμβόλαια ακίνητα και καταδικάσθηκαν οι εναγόμενοι σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως στους αναιρεσιβλήτους της κυριότητας των ακινήτων αυτών.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι λόγω της υπαναχωρήσεως των εργοδοτών από τη σύμβαση έργου αποσβέννυνται οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις των συμβαλλομένων από τη σύμβαση και έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές τις οποίες έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησε, πλην άλλων, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν το ποσό των 90.796 δολαρίων ΗΠΑ εντόκως με τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, αφού προηγουμένως αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω εικονικότητας των όρων της από 5-7-1989 εργολαβικής συμβάσεως και του με ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού για την καταβολή των δολαρίων, περί των επιπτώσεων κατά του εργολάβου και των ανάλογων δικαιωμάτων των εργοδοτών στην περίπτωση της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής και ειδικότερα οι όροι του από 5-7-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού που ορίζουν: "Αν η όλη εκτέλεση του έργου δεν έχει γίνει εμπρόθεσμα και προσηκόντως κατά τα συμφωνηθέντα ή υπάρχουν ελλείψεις και κακοτεχνίες στην κατασκευή οι ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ έχουν το δικαίωμα ή να αρνηθούν να παραλάβουν το έργο ή να το παραλάβουν με κάθε επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους.
Συμφωνείται όμως, ότι η άρνησή τους θα είναι έγγραφη και αιτιολογημένη πλήρως και θα αναφέρονται αναλυτικά σ’ αυτήν οι κακοτεχνίες, ελλείψεις και ελαττώματα. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι εργοδότες έχουν δικαίωμα να αρνηθούν την πληρωμή της αμοιβής του ΕΡΓΟΛΗΠΤΟΥ ή την καταβολή των χρηματικών ποσών μέχρι να αποκαταστήσει τις ελλείψεις, κακοτεχνίες και ελαττώματα εντός ευλόγου προθεσμίας που θα τάξουν σ’ αυτόν, αλλά παράλληλα έχουν το δικαίωμα να παρακρατήσουν το ποσό που αντιστοιχεί στην ποινική ρήτρα για κάθε ημέρα υπερβάσεως του χρόνου παραδόσεως.
Αν εντός της ταχθείσης προθεσμίας .δεν αποκατασταθούν οι ελλείψεις, κακοτεχνίες και ελαττώματα οι ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ έχουν δικαίωμα να κηρύξουν έκπτωτο τον ΕΡΓΟΛΗΠΤΗ". Και επιπλέον οι όροι της με ίδια ημερομηνία συμπληρωματικής συμφωνίας, οι ευρισκόμενοι στις δύο τελευταίες παραγράφους αυτής που έχουν ως εξής: "Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας εκτελέσεως των εργασιών κατασκευής του όλου έργου ή σε περίπτωση διακοπής αυτών για λόγους που δεν οφείλονται σε μας (ενν.
τους εργοδότες), το άνω ποσό της καταθέσεως θα περιέλθει σε μας εντόκως (με βάση το προβλεπόμενο για την εν λόγω κατάθεση) προς δέκα οκτώ τοις εκατό ετησίως (18%) αιρομένης της υποχρεώσεώς μας να σας αποδώσουμε αυτό προκειμένου να το διαθέσουμε για την κάλυψη των δαπανών που θα απαιτηθούν με τα τότε δεδομένα για την κατασκευή και αποπεράτωση του αναληφθέντος από εσάς έργου επί αποδόσει λογαριασμού, επιφυλασσόμενοι του δικαιώματός μας να αξιώσομε οποιοδήποτε επί πλέον ποσό που θα χρειαστεί για την εκτέλεση των εργασιών αποπερατώσεως του έργου.
Επίσης σε περίπτωση διαλύσεως της εργολαβίας για τους λόγους που προβλέπονται στις παραγράφους I και
ΙΙ του Κεφαλαίου" "..." του προαναφερθέντος από ...Ιουλίου 1989 ιδιωτικού μεταξύ μας συμφωνητικού (εργολαβικού) όπως και σε περίπτωση διαλύσεως της εργολαβίας από υπαιτιότητά σας είτε πριν την έναρξη της εκτελέσεως των εργασιών κατασκευής του έργου, είτε και μεταγενέστερα κατά το στάδιο της εκτελέσεώς τους και σε οποιοδήποτε στάδιο και προς δέκα οκτώ τοις εκατό ετησίως ευρίσκονται, η άνω κατάθεση κατά το απομένον ποσό αυτής θα περιέλθει σε μας εντόκως κατά τα προβλεπόμενα ανωτέρω".
Επικουρικά δε ζήτησε οι επίμαχοι όροι να αναγνωρισθούν ως άκυροι κατ’ εφαρμογή του ΑΚ 181, διότι., κατά δίκαιη κρίση του μέσου χρηστού, εντίμου και εμφρόνως σκεπτομένου συναλλασσομένου, κάθε εξασφαλιστική ρήτρα στο πλαίσιο οποιασδήποτε σύμβασης έργου δεν παρουσιάζει αυτοτέλεια από τους ουσιώδεις όρους της και προπαντός από αυτόν της αμοιβής του εργολάβου που κρίθηκε ως εικονικός με την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, μετ’ επικύρωση της ομοίως αποφανθείσης πρωτοβάθμιας απόφασης, δέχθηκε επί του ζητήματος αυτού τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ζητεί την αναγνώριση της εικονικότητας ολοκλήρου του περιεχομένου της από 5-7-1989 εργολαβικής σύμβασης και συνακόλουθα την επιστροφή του ποσού των 90.796 δολαρίων ΗΠΑ που είχε καταβάλει ο δικαιοπάροχος πατέρας της Ο.
Ψ. ως εργολάβος στους εναγομένους ως εργοδότες, χάριν εγγύησης, για την ομαλή εκτέλεση της σύμβασης. Από το κείμενο όμως της υπ’ αρ. 6184/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί αγωγής των εναγομένων της παρούσας αγωγής κατά του πατέρα της ενάγουσας της παρούσας αγωγής και του αδελφού του Ν.
Ψ. και είχε αντικείμενο την εγκυρότητα της επίδικης εργολαβικής σύμβασης και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή, είναι σαφές, όπως και η εκκαλουμένη ορθά έκρινε, απορριπτομένου του περί αντιθέτου λόγου έφεσης, ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, ότι ο επίδικος όρος της σύμβασης περί καταβολής του ποσού των 90.796 δολαρίων ΗΠΑ από τον εργολάβο προς τους εργοδότες ως εγγύηση για την προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης και για την επιστροφή της ληφθείσας αμοιβής σε περίπτωση μη εκτέλεσης του συμφωνημένου έργου από τον εργολάβο, με υποχρέωση των εργοδοτών να το επιστρέψουν τμηματικά στον εργολάβο ανάλογα με την πρόοδο του έργου κατά τα διάφορα στάδια εκτέλεσης αυτού και με δικαίωμα ματαίωσης της εκτέλεσης του έργου από υπαιτιότητα του εργολάβου, είναι ισχυρός και έγκυρος, όπως έγκυρη ήταν και η άσκηση δικαιώματος υπαναχώρησης από τους εργοδότες.
Το δεδικασμένο καλύπτει ότι η δήλωση υπαναχώρησης των εργοδοτών ήταν νόμιμη, εξ αυτής της υπαίτιας υπερημερίας του εργολάβου να ολοκληρώσει τις εκ της εργολαβικής συμβάσεως υποχρεώσεις του (λήψη οικοδομικής άδειας κλπ.), μέσα στις προθεσμίες που αναφέρει το εργολαβικό συμφωνητικό. Όπως κρίθηκε με την υπ’ αρ. 8025/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της υπ’ αρ. 6184/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ’ αρ. 1050/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, η εικονικότητα στις μεταξύ των διαδίκων δηλώσεις και συμφωνίες περιορίζεται μόνο στις μεταβιβάσεις των ένδικων ακινήτων που έγιναν με τα υπ’ αρ. 31307/5.7.1989 και ...5.7.1989 συμβόλαια της συμ/φου Ανδριανής Οικονομοπούλου, στο τίμημα αυτών, στη συμφωνία περί συναλλαγής του αγοραστού και στη δήλωση περί καταβολής του ποσού των 24.246.400 δρχ.
σε μετρητά, ενώ η ασκηθείσα από τους εναγομένους υπαναχώρηση από την εργολαβική σύμβαση κρίθηκε νόμιμη. Η εικονικότητα δεν καλύπτει, με βάση την άνω απόφαση την καταβολή από τον εργολάβο του ποσού των 90.796 δολαρίων ΗΠΑ στους εργοδότες. Δηλαδή έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ποιό τμήμα του περιεχομένου της επίδικης σύμβασης ήταν πραγματικό και ποιο εικονικό, οπότε δεν τίθεται ζήτημα επιστροφής του ποσού των 90.796 δολαρίων στην ενάγουσα.
Αλλά και υπαιτιότητα να μη συνέτρεχε στο πρόσωπο του εργολάβου και πάλι σύμφωνα με το από 5-7-1989 μονόφυλλο έγγραφο δήλωση των εργοδοτών που αποδέχεται αυθημερόν ο εργολάβος, σαφώς συνάγεται ότι στις περιπτώσεις ανυπαίτιας λύσης της εργολαβίας αυτής (Ι και
ΙΙ του από 5-7-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού) το παραπάνω ποσό των 90.796 δολαρίων ΗΠΑ περιέρχεται στους εργοδότες. Κατά συνέπεια το αίτημα της καταβολής του ποσού των 90.796 δολαρίων ΗΠΑ πρέπει να απορριφθεί". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της υπ’ αριθμ. 6184/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω πρωτοβάθμιας απόφασης, εκδοθείσης επί της ασκηθείσης από τους αναιρεσιβλήτους εργοδότες αγωγής κατά του εργολάβου πατέρα της αναιρεσείουσας, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι μεταξύ του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ενεργούντος ατομικά και ως πληρεξούσιος των ήδη αναιρεσιβλήτων καταρτίσθηκε η επικαλούμενη και με την ένδικη αγωγή εργολαβική σύμβαση, με αντικείμενο την ανοικοδόμηση επί ακινήτου συγκυριότητας των τότε εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τουριστικού συγκροτήματος (ξενοδοχείου) και επιπλέον, ότι ο τότε εναγόμενος εργολάβος, δικαιοπάροχος πατέρας της ήδη αναιρεσείουσας, αφενός μεν υπαίτια για τον ίδιο (και ανυπαίτια αντίστοιχα για τους ενάγοντες) καθυστέρησε (αδικαιολόγητα) να προβεί σε έγκαιρη έναρξη του έργου που συμφώνησε να κατασκευάσει, αφετέρου δε περιήλθε σε υπερημερία και ως προς την έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας και ως προς την έναρξη των εργασιών που είχε υποσχεθεί με τη σύμβαση αυτή έργου και ότι επίσης ήταν άσκοπο για τους ενάγοντες (εργοδότες) να του τάξουν και περαιτέρω προθεσμία εκτέλεσης του έργου και συνακόλουθα ότι η υπαναχώρηση την οποία άσκησαν οι τελευταίοι (ως διαπλαστικό τους δικαίωμα) είναι νόμιμη και έγκυρη.
Κρίθηκε επίσης με δύναμη δεδικασμένου ότι ήταν απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένσταση του ως άνω εργολάβου για το ότι η μη έναρξη και η μη εκτέλεση απ’ αυτόν του ένδικου έργου, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο ίδιος δεν υπέχει ευθύνη". Με βάση τα δεδομένα αυτά, η προαναφερθείσα κρίση του Εφετείου έχει ως επακόλουθο, να θεωρείται έγκυρη με ισχύ δεδικασμένου η εν λόγω σύμβαση και συνεπώς από το δεδικασμένο αυτό καλύπτεται, κατά τις ανωτέρω διατάξεις και σκέψεις και ο ισχυρισμός της εναγούσης περί εικονικότητος των όρων της συμβάσεως έργου όσον αφορά τους όρους αυτής, τους σχετικούς με την καταβολή εκ μέρους του εργολάβου πατρός της του αναφερθέντος ποσού των 90.796 δολλαρίων Η.Π.Α., καθόσον ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί καταχρηστική ένσταση, η οποία μπορούσε να προταθεί στην δίκη επί της οποίας εξεδόθη η ως άνω υπ’ αριθ. 6184/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και επί πλέον ο ίδιος ισχυρισμός είναι ασυμβίβαστος προς την γενομένη δεκτή με την τελεσίδικη απόφαση έννομη συνέπεια για το έγκυρον της συμβάσεως έργου.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα κατ’ άρθρο 578 ΚΠολΔ και απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του το σχετικό περί εικονικότητας αίτημα της αγωγής της εναγούσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και κατά ένα μέρος πρώτος λόγος αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Από το δεδικασμένο καλύπτεται επίσης, ως καταχρηστική ένσταση μη προταθείσα στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση, και ο επί του άρθρου 181 του ΑΚ ερειδόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας των επίμαχων όρων λόγω της μερικής ακυρότητας του ως εικονικού κριθέντος με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση όρου περί καταβολής εργολαβικής αμοιβής στον δικαιοπάροχο πατέρα της, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν γίνεται επίκληση με την αγωγή της υποθετικής θέλησης όλων των μερών κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας να μην ισχύσει η (όλη) δικαιοπραξία αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, τυχόν παραδοχή αυτού, θα οδηγούσε σε αναίρεση των κριθέντων με την τελεσίδικη απόφαση αναφορικά με την εγκυρότητα της εργολαβικής σύμβασης κατ’ ανατροπή του δεδικασμένου που απορρέει από αυτήν, εφόσον η ακυρότητα μέρους επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας.
Ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη το ως άνω επικουρικό αίτημα της αγωγής της και άφησε αυτό αδίκαστο, είναι απορριπτέος ως προς μεν το πρώτο μέρος του διότι το αίτημα αυτό δεν ήταν νόμιμο και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός ήταν επουσιώδης, ως προς δε το δεύτερο ως αλυσιτελής και προβαλλόμενος χωρίς έννομο συμφέρον για τον ίδιο δικαιολογητικό λόγο.
Σε κάθε περίπτωση, από το προεκτεθέν περιεχόμενο των όρων του εργολαβικού και ιδιαίτερα της συμπληρωματικής συμφωνίας ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας εκτέλεσης του έργου ή σε περίπτωση διακοπής των εργασιών από λόγους που δεν οφείλονται στους εργοδότες, το ποσό της κατάθεσης δηλαδή το ποσό των δολαρίων ΗΠΑ θα περιέλθει στους εργοδότες, καθώς επίσης ότι σε περίπτωση διαλύσεως της εργολαβίας από υπαιτιότητα του εργολάβου είτε πριν από την έναρξη της εκτελέσεως του έργου είτε και μεταγενέστερα κατά το στάδιο της εκτέλεσης το ποσό της κατάθεσης κατά το απομένον ποσό θα περιέρχεται στους εργοδότες, σαφώς προκύπτει ότι μεταξύ του εργολάβου και των εργοδοτών είχε καταρτισθεί στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) σύμβαση, έρεισμα έχουσα στο άρθρο 400 ΑΚ, περί κρατήσεως του ληφθέντος μέρους της παροχής και συνεπώς, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η υπαναχώρηση των εργοδοτών λόγω της υπαίτιας προσβολής της συμβάσεως εκ μέρους του οφειλέτη εργολάβου ήταν νόμιμη και έγκυρη, ορθά το εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 686, 383, 385, 389 και 400 ΑΚ και απέρριψε το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας περί αποδόσεως σ’ αυτήν από τους αναιρεσιβλήτους του ανωτέρω αναφερθέντος ποσού των δολαρίων ΗΠΑ και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα τα οποία πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 483/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α)της υπ’ αριθ.8025/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β)της υπ’ αριθ.6184/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και γ)της υπ’ αριθ.1050/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, οι οποίες εξεδόθησαν σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων με το να δεχθεί, ότι από τις εν λόγω αποφάσεις προκύπτει, ότι έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου η εγκυρότητα του όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού σχετικά με τα δολάρια Η.Π.Α.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και από την επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ως άνω αποφάσεων, αλλά, αφού τις ανέγνωσε σωστά, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιον, ότι έχει ληφθεί τούτο υπ’ οψιν από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ, ισχυριζομένη ειδικότερα, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ’ όψιν τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι α)την εκδοθείσα σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των διαδίκων υπ’ αριθ.6184/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως και τις από τους ήδη αναιρεσιβλήτους προσκομισθείσες, σε εκείνην την δίκη, προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, β)την από 13-7-1989 απόδειξη και γ)το από 5-7-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό. Τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, κατά την αναιρεσείουσα, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα όσον αφορά τις συνέπειες σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως έργου. Όμως, από την σχετική διαβεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπ’ όψιν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Μάλιστα, στην προσβαλλομένη απόφαση, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα μνημονεύονται ιδιαιτέρως η υπ’ αριθ.6184/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και το από 5-7-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό της συμβάσεως έργου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ’ ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επί της από 31-7-2014 αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με αυτό το λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Κατά την διάταξη του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στην συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8), που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ελήφθησαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος η αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή ελήφθη υπόψη και απερρίφθη για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 686 εδ.β Α. Κ. προς εκείνες των άρθρων 340, 383 έως 385, 387, 389, 390 Α.Κ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, ο εργοδότης μπορεί ή να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, αφού τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως, συνοδευόμενη και από την σαφή δήλωση, ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή και παρέλθει πράγματι άπρακτη η προθεσμία, εκτός αν από την όλη στάση του εργολάβου προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι θα ήταν άσκοπος ο ορισμός προθεσμίας ή αν ο εργοδότης εξ αιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως.
Με την μονομερή και απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο περί υπαναχωρήσεως από τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση, η σύμβαση αυτή καταργείται από την στιγμή της καταρτίσεώς της (ex tunc), η νομική σχέση μεταξύ τους λύεται αυτοδικαίως και αναδρομικώς επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχή, οι οποίες πηγάζουν από την σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που τυχόν έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (Α.Π. 113/2014, Α.Π.533/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ.α’ , β’ Α.Κ.: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη".
Κατά το άρθρο 908 Α.Κ.: "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ’ αυτό. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε καθώς και οτιδήποτε απέκτησε από το πράγμα". Κατά το άρθρο 909 Α.Κ.: "Η υποχρέωση για απόδοση κατά το προηγούμενο άρθρο αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά τον χρόνο της επίδοσης της αγωγής".
Από τον συνδυασμό των άρθρων αυτών προκύπτουν τα εξής: Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του λήπτου, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του, είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αυξήσεως του παθητικού της ή μειώσεως του ενεργητικού της.
Σε περίπτωση συμβάσεως έργου από την οποία ο εργοδότης υπανεχώρησε σύμφωνα με το άρθρο 686 ΑΚ, υπέχει ο ίδιος υποχρέωση, λόγω της ληξάσης αιτίας, να αποδώσει στον εργολάβο την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και η οποία, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της ληφθείσης παροχής, συνίσταται στην χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσης εργασίας ή υπηρεσίας και στην δαπάνη την οποία εξοικονόμησε.
Σε περίπτωση δε πωλήσεως από τον εργοδότη του πράγματος, αυτός εξακολουθεί να είναι πλουσιότερος, αφού το πράγμα αντικαταστάθηκε από το ληφθέν τίμημα, το οποίο μάλιστα είναι μεγαλύτερο από το τίμημα το οποίο θα επετύγχανε, εάν στο πράγμα δεν είχαν προστεθεί οι εργασίες ή υπηρεσίες του εργολάβου (Ολ.ΑΠ 6/1994, ΑΠ 791/2012, ΑΠ 1462/2012).
Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ., ο χρόνος της οποίας αρχίζει να υπολογίζεται από την στιγμή κατά την οποία ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος και ακριβέστερα, από την στιγμή κατά την οποία θα πληρωθούν όλοι οι όροι του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ.
Επομένως, στην περίπτωση του άρθρου 686 Α.Κ., της υπαναχωρήσεως του εργοδότου από την σύμβαση έργου, έκτοτε, δηλαδή από την περιέλευση της δηλώσεως περί υπαναχωρήσεως στον εργολάβο, αρχίζει η εικοσαετής παραγραφή της αξιώσεως του τελευταίου προς απόδοση των ληφθέντων από τον εργοδότη, για αιτία λήξασα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα, σχετικά με το αιτούμενο με την κρινομένη αγωγή κονδύλιο των 84.907,46 ευρώ για τις γενόμενες από τον εργολάβο δαπάνες για το ακίνητο επ’ ωφελεία των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: "...Η εκκαλούμενη απόφαση κρίνοντας ότι η αγωγή κατά το ποσό των 84.907,46 ευρώ που ζητά η ενάγουσα ως αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε ο δικαιοπάροχος πατέρας της στο ακίνητο του εναγομένου, εξαιτίας των οποίων αυξήθηκε η αξία του, στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική και πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, ως αξίωση δε καταβολής του από την εργολαβική σύμβαση, τα έτη 1991-1995, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 5 ΑΚ, έσφαλε σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού αφενός μεν η αξία του έργου που παραδόθηκε και εκτελέσθηκε δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αφετέρου δε η αξίωση των παροχών αυτών δεν ασκείται επικουρικά όταν δεν υπάρχει άλλη αξίωση, π.χ.
στην περίπτωση που η σύμβαση είναι άκυρη ή ανίσχυρη ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της υπαναχώρησης, όπου η σύμβαση ανατρέπεται και παύει να αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού, η δε παροχή που λήφθηκε καθίσταται αδικαιολόγητη, οπότε η αγωγή με βάση την αξίωση από το άρθρο 904 ΑΚ δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί κατά τούτο η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η αγωγή και ως νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 387, 388, 389 παρ. 2, 789 παρ. 2, 904 ΑΚ, εμπίπτουσα στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν...Ο εργολάβος όμως δεν τήρησε υπαιτίως τις ταχθείσες σ’ αυτόν προθεσμίες ως προς την έκδοση της οικοδομικής άδειας του έργου και την έναρξη των οικοδομικών εργασιών και οι εναγόμενοι με την από 29.7.1993 αγωγή τους άσκησαν το διαπλαστικό δικαίωμα της υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση, η οποία, όπως προαναφέρθηκε αναγνωρίσθηκε ως νόμιμη.
Εν τω μεταξύ, την 8η Δεκεμβρίου 2003, προ της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, οι εναγόμενοι με την ...8.12.2003 πράξη αποδοχής καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως μεταβιβάσεως ακινήτων της Συμ/φου Αθηνών Ασημίνας Αναδιώτη, επανέκτησαν την κυριότητα των προαναφερθέντων ακινήτων και ακολούθως τα ακίνητα αυτά τα πώλησαν με το υπ’ αρ. .../14.5.2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Κερκύρας Κων/νου Γιαννακούρη προς την ανώνυμη εταιρεία "..." έναντι τιμήματος 1.027.146,00 ευρώ το οποίο κατεβλήθη κατά το ποσοστό συγκυριότητας τους την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου.
Για την πωληθείσα έκταση, στην οποία σαφώς συμπεριλαμβάνονταν και τα ακίνητα που κατά τα άνω επανέκτησαν οι εναγόμενοι, αφού στο υπ’ αρ. .../2004 συμβόλαιο περιλαμβάνεται και η προαναφερόμενη ...8.12.2003 πράξη αποδοχής καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως μεταβιβάσεως των ακινήτων, ο εργολάβος Ο.. Ψ. είχε πετύχει τις εγκρίσεις καταλληλότητας, χωροθέτησης και περιβαλλοντικών όρων.
Ειδικότερα, όπως και με την υπ’ αρ. 6184/2002 απόφαση του Εφετείου κρίθηκε, επειδή ο χώρος στον οποίο αυτός επρόκειτο να κατασκευάσει το τουριστικό συγκρότημα των εναγομένων απείχε 1.000 μέτρα περίπου από τον εγγύς "υγροβιότοπο" της λίμνης "...", το ΥΠΕΧΩΔΕ με το από 30.3.1990 έγγραφο του αρχικά είχε απορρίψει για λόγους περιβαλλοντολογικούς και ειδικά της προστασίας αυτού του υγροβιότοπου τη σχετική αίτηση για τη χωροθέτηση της εν λόγω τουριστικής εγκατάστασης, ωστόσο όμως το ίδιο το ΥΠΕΧΩΔΕ στις 22.7.1991 αποφάσισε την προέγκριση της χωροθέτησης της τουριστικής αυτής εγκατάστασης και στη συνέχεια, στις 25.6.1992 αποφάσισε την τελική έγκριση των περιβαλλοντολογικών όρων.
Όπως προκύπτει από την έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Σ., ο εργολάβος, προκειμένου να λάβει την ανωτέρω έγκριση και μέχρι την υπαναχώρηση των εναγομένων από την εργολαβική σύμβαση, εκτέλεσε τις εργασίες που αναφέρονται κατωτέρω, τις οποίες ως προς το είδος και την αξία επιβεβαίωσε ο εξετασθείς πρωτοδίκως μάρτυρας της ενάγουσας: ...Ως εκ τούτου, η αξία των μέχρι το έτος 1993 πραγματοποιηθεισών εργασιών ανέρχεται σε 47.376,19 ευρώ (1.564,20 + 12.428,94 + 14.394,45 + 6.214,47 + 7.197,23 + 5.576,89).
Οι εργασίες αυτές οπωσδήποτε αύξησαν την αξία του πωληθέντος από τους εναγομένους ένδικου ακινήτου, το οποίο έως τότε ήταν μη οικοδομήσιμο και με περιβαλλοντικά εμπόδια, που ήρθησαν με την πραγματοποίηση των αναγκαίων αυτών εργασιών χωροθέτησης. Η προκειμένη δε υπαναχώρηση ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ενεργεί για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέστηκε έως την άσκηση της, το οποίο (μέρος του έργου) παρέμεινε προς όφελος των εναγόντων, χωρίς όμως να καταβάλουν για την εκτέλεσή του το πιο πάνω ποσό...Ο ισχυρισμός περί του ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται και αναλώθηκε από την πρώτη εναγομένη, πέραν της αοριστίας του (αρ.216 ΚΠολΔ) κρίνεται απορριπτέος ως αναπόδεικτος...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1, 8 και 19 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 686, 904, 908, 909, 249 και 251 ΑΚ, αφού με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε : 1) ότι επί υπαναχωρήσεως του εργοδότη από την σύμβαση έργου, αυτός (όπως και ο εργολάβος) έχει υποχρέωση να αποδώσει την ληφθείσα παροχή κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, 2) ότι οι αναιρεσείοντες εργοδότες κατέστησαν και ήσαν και κατά τον χρόνο επιδόσεως της αγωγής αδικαιολογήτως πλουσιότεροι και απέρριψε κατ’ ουσίαν τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό τους, τον οποίο έλαβε υπόψη και 3)ότι ενόψει του ότι η υπαναχώρηση των εργοδοτών ασκήθηκε με την από 29-7-1993 αγωγή τους μέχρι της ασκήσεως της κρινομένης αγωγής η αξίωση της ενάγουσας, θυγατέρας του εργολάβου, δεν είχε υποκύψει στην εικοσαετή παραγραφή.
Επομένως και οι τρείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1, 8, 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθιαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως, να συμψηφισθούν όμως στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός (άρθρα 176, 178, 191 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ, 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 13 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της Α. Ψ. και την από 31 Ιουλίου 2014 αίτηση των 1)Ειρήνης χήρας Π.-Ι. Μ., 2)Γ. Μ. και 3)Α. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1186/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει αμφότερες τις αναιρέσεις.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ