Legislator Case Law & Legislation
563/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court properly considered all evidence.

Case Number 563/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by four individuals against a second-instance decision regarding ecclesiastical property boundaries. The appellants argued the lower court failed to consider specific 1939 documents proving land ownership disputes between monasteries. The court determined the lower court had already weighed these documents and other evidence to reach its conclusion.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11g' of the Code of Civil Procedure; The appeal alleging failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court's decision clearly demonstrates that such evidence was duly examined and evaluated.

Keywords

AI generated
ecclesiastical property appeal admissibility evidence consideration monastery land procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 § 1 of Law 1700/1987
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν.
Law 1811/1988
Art. 559 no. 11g' of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 2505/1938 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 563 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 563/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2) Π. χήρας Π. Γ., 3) Α. Γ. του Π. και 4) Δ. Γ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πετεινάτο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ιεράς Μονής Λευκών "Ο Άγιος Χαράλαμπος", που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ειρήνη Δενέζη και Κοσμά Κοτέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/5/1992 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2011 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/11/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν. 1700/1987 "περί ρύθμισης θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας", από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (6-5-1987) περιέρχεται αυτοδικαίως στον Οργανισμό Διοίκησης της Εκκλησιαστικής περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.) η αποκλειστική διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας των Ιερών Μονών, ως προς την οποία νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά και παθητικά, είτε αυτή ανήκει, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στη "διατηρητέα" ή "διατηρούμενη" είτε στην "εκποιητέα" ή "ρευστοποιητέα" περιουσία, ενώ μέχρι τη ψήφιση του ως άνω νόμου τη διοίκηση και διαχείριση της μεν "διατηρητέας" περιουσίας είχαν οι Ιερές Μονές, της δε "εκποιητέας" ο Ο.Δ.Ε.Π. (Ν. 4684/1930).

Μετά τον ανωτέρω Ν. 1700/1987, εκδόθηκε ο Ν. 1811/1988, με τον οποίο κυρώθηκε η σύμβαση "παραχώρησης στο Δημόσιο της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή", η οποία καταρτίσθηκε στην Αθήνα, στις 11-5-1988, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, με το υπ αριθμ. .../1988 συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιώς Μαρίας Παπαδοπούλου, σε εκτέλεση προσυμφώνου της ίδιας συμβ/φου.

Το κείμενο της σύμβασης παρατίθεται στο άρθρο πρώτο του ανωτέρω κυρωτικού νόμου. Με το άρθρο 2 της άνω σύμβασης ορίσθηκε ότι οι αναφερόμενες στον προσαρτημένο, κατά το άρθρο 1, πίνακα Ι. Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος παραχωρούν συμβατικά στο Δημόσιο τη δασική και αγροτολιβαδική περιουσία τους, με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους και συμφωνίες.

Στο άρθρο 3 της σύμβασης προβλέπεται κατάργηση του Ο.Δ.Ε.Π., μετά την παραχώρηση στο Δημόσιο της περιουσίας των συμβαλλομένων Μονών, ενώ στο άρθρο 5 της σύμβασης ορίζεται ότι, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της σύμβασης νόμου, οι Ι. Μονές και ο Ο.Δ.Ε.Π. αποξενώνονται οριστικά από κάθε δικαίωμά τους στην παραχωρούμενη περιουσία και από την ίδια ημερομηνία οι Ι.

Μονές καθίστανται κύριες, νομείς και κάτοχοι των παρακρατουμένων με τη σύμβαση εκτάσεων. Με το άρθρο 2 του Ν. 1811/1988 προβλέπεται ότι οι διατάξεις τoυ Ν. 1700/1987, κατά το μέρος που αφορούν θέματα ρυθμιζόμενα με τη σύμβαση, δεν ισχύουν για τις Ι. Μονές που συμβλήθηκαν και για εκείνες που θα προσχωρήσουν στη σύμβαση μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, ενώ "κατά τα λοιπά η ισχύς του Ν. 1700/1987 δεν θίγεται".

Επομένως, για τις Ι. Μονές, που δεν συμβλήθηκαν ούτε προσχώρησαν στη σύμβαση, ισχύει το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. Β του Ν. 1700/1987, κατά το οποίο το Δημόσιο ασκεί στο εξής τα δικαιώματα που απορρέουν από την κυριότητα, νομή και κατοχή στα αγροτικά και επιδεχόμενα γεωργική εκμετάλλευση ακίνητα των Ι. Μονών αυτών. Επακολούθησε ο Ν. 2413/1996, που ισχύει, κατά το άρθρο 82 αυτού,, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που έγινε στις 17-6-1996 (ΦΕΚ 124 τεύχος Α').

Κατά το άρθρο 55 παρ. 1 του νόμου αυτού, οι Ι. Μονές, που δεν συμβλήθηκαν στη σύμβαση που κυρώθηκε με το Ν. 1811/1988, ούτε προσχώρησαν μεταγενέστερα σ αυτήν, έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι και νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά στις δίκες που αφορούν στα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους σχετικά με την περιουσία τους, που καταλαμβάνεται από τους Ν. 1700/1987 και 1811/1988.

Κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου και νόμου, ανακαλούνται από τότε που εκδόθηκαν και θεωρούνται ως μηδέποτε εκδοθείσες όλες οι διοικητικές πράξεις οιουδήποτε είδους και όλες οι εγκύκλιοι που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αρχή, δυνάμει ή σε εκτέλεση των Ν. 1700/1987 και 1811/1988 σε ό,τι αφορά τις Ι. Μονές της παρ. 1 του παρόντος, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου, κάθε αντίθετη διάταξη, δικονομική ή ουσιαστική, καταργείται όσον αφορά τις Ι.

Μονές της παρ. 1 του παρόντος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ.β' ΚΠολΔ με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.

Κριτήριο για τη διάκριση των ορίων του παραδεκτού της συμπλήρωσης, διευκρίνισης ή διόρθωσης των ισχυρισμών του ενάγοντος, ώστε να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής αποτελεί η διάκριση μεταξύ της νομικής και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας αυτής, με τη δυνατότητα του ενάγοντος να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την (πρώτη) συζήτηση της υπόθεσης μόνο την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία και όχι τη νομική αοριστία της αγωγής.

Ειδικότερα, η ποσοτική αοριστία, η οποία ελέγχεται αναιρετικά μ βάση το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνίσταται στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση του ενάγοντος και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1359/2014), η δε ποιοτική αοριστία, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με βάση το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ συνίσταται στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ενώ η νομική αοριστία, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με βάση το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνιστά παραβίαση αυτού, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής για την άσκηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής κατά των αναιρεσειόντων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, με την κρινόμενη αγωγή της, όπως αυτή συμπληρώθηκε παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις της, εξέθετε ότι δεν είχε συμβληθεί, ούτε προσχωρήσει μεταγενέστερα στην κυρωθείσα με το Ν. 1811/1988 από 11-5-1988 "σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος ... .

Επομένως, η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής της, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη ως προς το σημείο τούτο. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί των εναγομένων: α) περί αοριστίας της κρινόμενης αγωγής, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν, εάν προσχώρησε μεταγενέστερα στην κυρωθείσα με το Ν. 1811/1988 ως άνω από 11-5-1988 σύμβαση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1, 8 και 14 ΚΠολΔ προσάπτουν στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 522 παρ. 1 του ν. 2413/1996 με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, παρά το ότι η τελευταία ούτε στο δικόγραφο της αγωγής της ούτε στις από 16.11.1995 προτάσεις που κατέθεσε κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέφερε αν συμβλήθηκε ή όχι ή αν προσχώρησε μεταγενέστερα στην κυρωθείσα με το ν. 1811/1988 "σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος", επικουρικά δε, ότι στην περίπτωση που υπήρξε συμπλήρωση της πιο πάνω έλλειψης της αγωγής με τις προαναφερθείσες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, η συμπλήρωση αυτή έγινε απαραδέκτως και ότι, συνεπώς, παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσής τους.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των από 16/11/1995 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, αυτή προέβη πράγματι, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στη συμπλήρωση της αγωγής της ως προς την ενεργητική της νομιμοποίηση, ισχυριζόμενη ότι αυτή δεν είχε συμβληθεί ούτε ότι είχε προσχωρήσει μεταγενεστέρως στην προαναφερθείσα σύμβαση με το Δημόσιο.

Η συμπλήρωση του στοιχείου αυτού ανάγεται στην ποσοτική αοριστία του δικογράφου της ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου ήταν παραδεκτή.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ότι η πιο πάνω αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε τον ισχυρισμό που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους περί αοριστίας αυτής, λόγω μη αναφοράς των στοιχείων της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής στην κρινόμενη υπόθεση δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 του ν. 2413/1996 ούτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Aπό τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., σαφώς συνάγεται ότι μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτές των άρθρων 18 και 21 του Νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια καθώς και σε μοναστηριακά κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή ως προς τα δημόσια κτήματα και η τεσσαρακονταετής νομή ως προς τα μοναστηριακά {ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 2 παρ. 1 βασ. (50.14), νεαρ. 111 και νεαρ. 131 κεφ. 6} είχε συμπληρωθεί μέχρι της 12-9-1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του Νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή στο μέλλον των δικαιωμάτων του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών επί των ακινήτων κτημάτων αυτών, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμία νόμιμη συνέπεια έχει, αν μέχρι τη δημοσίευση του άνω Ν.

Δ/τος δεν είχε συμπληρωθεί η κατά τους ισχύοντες νόμους παραγραφή.

Συνεπώς, για να αποκτηθεί κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου που ανήκει σε Ιερά Μονή και να παραγραφεί η εμπράγματη αξίωση της Μονής επί ακινήτου της, απαιτείται 40ετής νομή, που συμπληρώνεται το αργότερο μέχρι την 12-9-1915 και, επομένως, αρχίζει το αργότερο στις 12-9-187 5 (βλ. ΟλΑΠ 75/1987). Εξάλλου κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων κρίνονται κατά τους νόμους που ισχύουν κατά το χρόνο της δημοσίευσης αυτών.

Την αρχή αυτή θέσπισε σαφώς και η διάταξη του άρθρου 18 § 2 του ΕισΝΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει, κατ' αντιδιαστολή, ότι οι διατάξεις των άρθρων 321-331 ΚΠολΔ, οι οποίες καθορίζουν την πηγή του δεδικασμένου και τα υποκειμενικά και αντικειμενικά όρια αυτού, δεν εφαρμόζονται επί των αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν από την εισαγωγή του ΚΠολΔ.

Επομένως, το ζήτημα εάν, από απόφαση που δημοσιεύθηκε πριν από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, απορρέει ή όχι δεδικασμένο, που θα ισχύει σε νέα μεταξύ των αυτών διαδίκων δίκη και ποία τα δεσμευόμενα εξ αυτού πρόσωπα, θα κριθεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 273 αριθ. 3, 274 επ. και 867 εδ. 4 της προϊσχύσασας ΠολΔ. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός των άλλων στοιχείων, και ταυτότητα της ενώπιον του δικαστηρίου τιθεμένης διαφοράς με αυτή που κρίθηκε με την προηγούμενη (τελεσίδικη) δικαστική απόφαση, ήτοι ταυτότητα του δικαιώματος, ως προς την ιστορική αιτία και το νομικό γεγονός, από το οποίο πηγάζει τούτο καθώς και ταυτότητα προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 274 και 867 εδ. 4 της προϊσχύουσας ΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι η επί διεκδικητικής αγωγής εκδιδόμενη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο υπέρ και κατά των κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας αυτής γενομένων καθολικών ειδικών διαδόχων των διαδίκων. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο. Αντίθετα, αν η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί δεδικασμένου στηρίχθηκε και σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα, τότε πρόκειται για κρίση περί πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και μόνον κατά το μέρος που στηρίχθηκε στα πιο πάνω έγγραφα.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει, μεταξύ άλλων, αν η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ταυτότητα του ακινήτου δεν προκύπτει από μόνη τη σύγκριση της τελεσίδικης απόφασης και της αγωγής, αλλά και από τη λήψη υπόψη και άλλων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 560/2009, ΑΠ 1550/2008). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, πράγμα που δεν συμβαίνει μεταξύ διεκδικητικών αγωγών, όταν η μία στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και η άλλη στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 367/2002).

Η πιο πάνω απαγόρευση ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο, ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό επεκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 325 ΚΠολΔ το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων και εκείνων που έγιναν διάδοχοι τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την 2505/1938 τελεσίδικη απόφασή του, ως προς το δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής στην επίδικη έκταση των 18.480 τ.μ., δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Την επίδικη εδαφική έκταση, ως τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου ("..." κτήματος), η ενάγουσα Ι.

Μονή κατείχε και ενέμετο οπωσδήποτε από το έτος 1821 και εφεξής συνεχώς, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτής, με τα αρμόδια όργανά της, τις αρμόζουσες στη φύση και στον προορισμό της πράξεις νομής και κατοχής, ήτοι καλλιέργεια, συγκομιδή καρπών, επίβλεψη, ξύλευση, εποπτεία και εκμίσθωση σε βοσκούς.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι την έκταση αυτή κατέλαβε, κατά τη δεκαετία του 1930, ο Ε. Τ., παππούς από τη μητρική γραμμή και απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, κατά του οποίου η ενάγουσα Ι. Μονή είχε ασκήσει την από 14-7-1934 διεκδικητική αγωγή της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν η 738/1934 μη οριστική και η 414/1937 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και μετά από ασκηθείσες κατ' αυτών αντίθετες εφέσεις η 2505/1938 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ο περί ιδίας κυριότητας, δια χρησικτησίας, ισχυρισμός του τότε εναγομένου, αναγνωρίσθηκε η τότε ενάγουσα Ι.

Μονή Λευκών κυρία του επίδικου τότε ακινήτου, κειμένου στη θέση ... του τέως Δήμου Αυλώνος και συνορευόμενου γύρωθεν με κτήμα Μονής Λευκών, διατάχθηκε η εγκατάσταση σ' αυτό της ενάγουσας και η εξ αυτού αποβολή του εναγομένου και παντός τρίτου, έλκοντος εξ αυτού δικαιώματα ... Οι νυν εναγόμενοι, με τις έγγραφες προτάσεις τους, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τόσο κατά την πρώτη συζήτηση της κρινομένης αγωγής, κατά την οποία εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη με αριθμό 211/2002 προδικαστική απόφαση, όσο και κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 54/2009 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ομολόγησαν ρητά, στα πλαίσια της προβολής από αυτούς της περί ιδίας κυριότητας της επίδικης έκτασης (των 18.480 τ.μ.), με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ένστασής τους, ότι η ανωτέρω με αριθμό 2505/1938 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αφορά το ως άνω τμήμα των 18.480 τ.μ.

της επίδικης σήμερα εδαφικής έκτασης. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι η ανωτέρω εδαφική έκταση των 18.480 τ.μ. βρισκόταν, ήδη προ του έτους 1900, στη νομή και κατοχή του παππού τους Ε. Τ., ο οποίος την είχε εκχερσώσει και είχε φυτέψει σ' αυτήν 60 ελαιόδενδρα και ότι η και τώρα ενάγουσα Ιερά Μονή Λευκών είχε εγείρει εναντίον του άνω δικαιοπαρόχου τους, μετά το έτος 1930, την ως άνω διεκδικητική αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η άνω με αριθμό 2505/1938 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως, κατά τους ισχυρισμούς αυτών (εναγομένων), κατέστη ανενεργός, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις έγγραφες προτάσεις τους.

Περαιτέρω όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι ανακάλεσαν, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, την ως άνω ομολογία τους, ότι δηλαδή η ανωτέρω με αριθμό 2505/1938 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αφορά στην επίδικη σήμερα εδαφική έκταση των 18.480 τ.μ., ισχυριζόμενοι ότι η ομολογία τους αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, όπως διαπίστωσαν εκ των υστέρων, μετά την ανεύρεση νεώτερων εγγράφων στοιχείων, με βάση τα οποία αποδεικνύεται ότι πρόκειται περί διαφορετικών εκτάσεων, και ειδικότερα ότι από νεώτερη έρευνα βρέθηκε δημόσιο έγγραφο, από το οποίο προκύπτει ότι η κατατεθείσα το έτος 1934 προηγούμενη αγωγή της ήδη ενάγουσας αφορούσε κατάληψη από τον απώτερο δικαιοπάροχο τους έκτασης 40 στρεμμάτων, από μείζονα αγρό, κείμενο στη θέση "..." του τέως Δήμου Αυλώνος Ν.

Ευβοίας, η οποία έκταση των 40 στρεμμάτων δεν προσδιορίζεται κατά τα όριά της στην ως άνω αγωγή του 1934. Η ανάκληση αυτή, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 1 και 354 ΚΠολΔ, από τις οποίες σαφώς προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία μπορεί να ανακληθεί από τον ομολογήσαντα, αν αυτός ισχυριστεί και αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Η ανάκληση δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό και μπορεί να γίνει κατά πάσα στάση της δίκης με δήλωση του ομολογήσαντος, περιεχόμενη σε διαδικαστικό έγγραφο, όπως είναι η έφεση που επιδίδεται στον αντίδικό του, ακόμη και με τις προτάσεις στο Εφετείο. Όμως, αν ο ομολογήσας δεν αποδείξει την αναλήθεια του ομολογηθέντος ισχυρισμού, τότε το δικαστήριο δεσμεύεται από την ομολογία, η οποία, ως δικαστική, αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος (βλ.

ΑΠ 255/2003 ΕλλΔνη 2004.472, ΑΠ 1648/2000 ΕλλΔνη 2001.723). Στην προκειμένη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι ο άνω απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων είχε προβεί και σε άλλη καταπάτηση στο μείζον "..." κτήμα της Ι. Μονής Λευκών, εκτός από την αναφερόμενη στην ως άνω από 14-7-1934 διεκδικητική αγωγή της τελευταίας.

Συνακόλουθα, η επίδικη σήμερα έκταση των 18,48 στρεμμάτων, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μέρος της ως άνω μείζονος, καταληφθείσας από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων, έκτασης των 40 στρεμμάτων, στο γεγονός δε αυτό θεμελιώνουν οι εναγόμενοι και την περί ιδίας κυριότητας της επίδικης έκτασης, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ένστασή τους, που επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και, επομένως, η επίκληση των ως άνω νέων περιστατικών προς ανάκληση της ομολογίας τους είναι, εκτός των άλλων, και αντιφατική και έρχεται σε αντίθεση με τους λοιπούς αυτών ισχυρισμούς.

Κατά συνέπεια, αφού δεν αποδείχθηκε από τους άνω ομολογήσαντες η αναλήθεια του ομολογηθέντος ισχυρισμού, το Δικαστήριο τούτο δεσμεύεται από την, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ομολογία των εναγομένων, περί του ανωτέρω θέματος, η οποία ως δικαστική αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά των ομολογησάντων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Επομένως, εφόσον υφίσταται ταυτότητα της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τιθεμένης διαφοράς με αυτή που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ήτοι ταυτότητα του δικαιώματος ως προς την ιστορική αιτία και το νομικό γεγονός, από το οποίο πηγάζει τούτο (διεκδικητική της κυριότητας της επίδικης εδαφικής έκτασης των 18.480 τ.μ.

αγωγή) και ταυτότητα προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, δεδομένου ότι η τότε ενάγουσα Ιερά Μονή Λευκών είναι και τώρα ενάγουσα, οι δε τώρα (αρχικοί) εναγόμενοι είναι καθολικοί διάδοχοι του τότε εναγόμενου - παππού τους από τη μητρική γραμμή και της θυγατέρας αυτού και μητέρας τους Μ. συζ. Α. Γ., παράγεται δεδικασμένο από την άνω με αριθμό 2505/1938 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως προς το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί της επίδικης εδαφικής έκτασης των 18.480 τ.μ., που ισχύει υπέρ και κατά των νυν διαδίκων και δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 274 επ.

της προϊσχύουσας ΠολΔ, που ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 18 § 2 του ΕισΝΚΠολΔ, αφού η ως άνω με αριθμό 2505/1938 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δημοσιεύθηκε πριν από την εισαγωγή του ισχύοντος ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Εξάλλου, το ανωτέρω δεδικασμένο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, κατά τη διάταξη του άρθρου 332 του ισχύοντος ΚΠολΔ, που σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 18 § 2 του ΕισΝΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την εισαγωγή του ...

Επίσης, η ένσταση των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας της επίδικης εδαφικής έκτασης, εμβαδού 18.480 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρουμένης στη νομή αυτών της με τα ίδια προσόντα νομής των δικαιοπαρόχων τους, με την οποία (ένσταση) αυτοί ισχυρίζονται, ειδικότερα ότι, ο παππούς τους Ε.

Τ. είχε καταλάβει την έκταση αυτή από το έτος 1875 και είχε εγκατασταθεί έκτοτε στη νομή της, την οποία ασκούσε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και έτσι είχε γίνει κύριος αυτής από το έτος 1915, τη νομή δε αυτού συνέχισε με τα ίδια προσόντα και μετά το έτος 1938 ο ίδιος και η προικολήπτρια, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1938 προικοσυμφώνου του συμβ/φου Αυλώνος Αρίστ.

Ζησίου, του ημίσεος προς νότο τμήματος της έκτασης αυτής θυγατέρα του Μ. συζ. Α. Γ. και μητέρα των εναγομένων, παρέμειναν δε στη νομή αυτής με τα ίδια προσόντα και μετά το έτος 1946, μέχρι το έτος 1956, οπότε απεβίωσε ο Ε. Τ. και περιήλθε στους εγγονούς του, Π. Γ. (α' ενάγοντα) και Σ. Γ. (αρχικό β' ενάγοντα), λόγω κληρονομιάς, δυνάμει της 1242/10-11-1953 δημόσιας διαθήκης του, το μερίδιο του τού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, οι οποίοι συνέχισαν με τα ίδια προσόντα τη νομή του επιδίκου (βορείου τμήματος), ενώ τη νομή του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου (προς νότο) συνέχισε με τα ίδια προσόντα η μητέρα τους, δια του προικολήπτη συζύγου της Α.

Γ. και μετά το θάνατο της τελευταίας το έτος 1990, χωρίς διαθήκη, περιήλθε η νομή του εν λόγω τμήματος, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομίας, στα ως άνω δύο τέκνα της - εναγομένους, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και προβάλλεται και τώρα στην κατ' έφεση δίκη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, για μεν το χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της ως άνω από 14-7-1934 διεκδικητικής αγωγής της ήδη ενάγουσας Ι.

Μονής Λευκών, η άνω ένσταση προσκρούει στο δεδικασμένο που παράγεται από την ως άνω με αριθμό 2505/1938 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναγνωρίσθηκε η Ι. Μονή Λευκών κυρία της επίδικης εδαφικής έκτασης, για δε το μετέπειτα χρονικό διάστημα, η επίκληση της άσκησης νομής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας τόσο από τους ίδιους όσο και από τους δικαιοπαρόχους τους δεν ασκεί έννομη επιρροή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι για να αποκτηθεί κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου που ανήκει σε Ι.

Μονή απαιτείται 40ετής νομή, που να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι τις 12-9-1915, η οποία, όμως, σύμφωνα με το παραγόμενο ως άνω δεδικασμένο, ανήκε στην ενάγουσα Ι. Μονή. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη και τη συμπροσβαλλόμενη απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτές, έστω και με διαφορετική νομική θεμελίωση ως προς τις ισχύουσες περί δεδικασμένου διατάξεις, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο για την προκειμένη δίκη, που απορρέει από την άνω με αριθμό 2505/1938 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και απέρριψε ως μη νόμιμη την περί ιδίας κυριότητας ένσταση των εναγομένων, σωστά κατ' αποτέλεσμα έκρινε.

Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η τότε και τώρα ενάγουσα Ιερά Μονή, εκπροσωπούμενη από την ηγουμένη της Μοναχή Κ. Φ. και ο τότε αντίδικός της Ε. Τ. συμφώνησαν, στις 13-7-1942, να εκκαθαρίσουν τις απορρέουσες από τον μεταξύ αυτών ως άνω δικαστικό αγώνα εκατέρωθεν απαιτήσεις και να καταβάλει η πρώτη στον δεύτερο το ποσό των 55.680 δραχμών, συμψηφίζοντας το υπόλοιπο των αμοιβαίων, ομοειδών και ληξιπροθέσμων απαιτήσεών τους, που επιδικάσθηκαν με την ως άνω με αριθμό 2505/1938 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, συνταχθείσας της υπ'αριθμ. .../13-7-1942 συμβολαιογραφικής πράξης "εξόφλησης δραχμών 190.320" του συμβολαιογραφούντος Γραμματέα Ειρηνοδικείου Αυλώνος - Ευβοίας Δημητρίου Ράμπια (βλ.

αυτήν προσκομιζόμενη). Στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη ο άνω δικαιοπάροχος των εναγομένων δήλωσε, μεταξύ άλλων, και ότι: "... δεν έχει ουδεμίαν κατά της Μονής απαίτησιν εκ της αιτίας ταύτης απορρέουσαν παραιτούμενος απάσης εν γένει αξιώσεώς του επί του επιδικασθέντος τη Ιερά Μονή Λευκών κτήματός της δυνάμει της ως άνω αποφάσεως ...", αποδεχόμενος έτσι ρητώς ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί ιδιοκτησία της αντιδίκου του Ι.

Μονής και παραιτούμενος κάθε αξιώσεώς του επί της έκτασης αυτής. Έτσι, ενόψει του περιεχομένου της καταρτισθείσας μεταξύ των τότε αντιδίκων ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης, καθίσταται σαφές ότι ο Ε. Τ. προέβη και στην απόδοση του καταληφθέντος και κατεχόμενου από αυτόν επίδικου τμήματος του μείζονος ακινήτου της ενάγουσας, σε εκτέλεση της ως άνω με αριθμό 2505/1938 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου ...

Επομένως, ήταν γνωστό πλέον στην οικογένεια του άνω απώτερου δικαιοπάροχου των εναγομένων Ε. Τ. ότι η επίδικη εδαφική έκταση, ευρισκόμενη εντός του μείζονος "..." κτήματος, ανήκε στην Ι. Μονή Λευκών, ήταν δηλαδή μοναστηριακή περιουσία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Ι. Μονή, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1942 έως το έτος 1975, ασκούσε, με τα αρμόδια όργανά της, τη νομή επί της επίδικης εδαφικής έκτασης, ως τμήματος του μείζονος αυτής ακινήτου, ασκώντας επ'αυτής τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό της διακατοχικές πράξεις.

Ειδικότερα, η ενάγουσα σε ορισμένα τμήματα της επίδικης έκτασης έβοσκε δικά της ζώα, προέβαινε σε ξύλευση, καλλιεργούσε τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα και συνέλεγε τον παραγόμενο ελαιόκαρπο, άλλα δε τμήματα τα εκμίσθωνε σε βοσκούς της περιοχής, όπως ο Α. και Σ., γεγονός που οι τελευταίοι καθώς και οι Αγροφύλακες της περιοχής Π.

και Ρ. είχαν αναφέρει στους, εξετασθέντες με επιμέλεια της ενάγουσας μάρτυρες, Χ. Κ. και Κ. Κ., όπως κατέθεσαν περί τούτου σαφώς και κατηγορηματικά οι τελευταίοι (βλ. τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων στην προσκομιζόμενη ως άνω υπ' αριθμ. 15/2007 εισηγητική έκθεση). Έτσι, η κατά διαστήματα τυχόν είσοδος στην επίδικη εδαφική έκταση, συγκομιδή των παραγομένων καρπών αυτής ή και καλλιέργεια περιστασιακά αυτής από τους άνω δικαιοπαρόχους των εναγομένων (παππού και μητέρα αυτών), όπως καταθέτουν περί αυτού οι εξετασθέντες με επιμέλεια των εναγομένων μάρτυρες, γινόταν ενώ τελούσαν αυτοί εν γνώσει ότι η εδαφική αυτή έκταση ήταν μοναστηριακό κτήμα και ότι δεν ήταν δυνατόν να αποκτήσουν οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτής, ενόψει, μάλιστα, του προηγηθέντος δικαστικού αγώνα και της καταρτισθείσας μεταξύ των τότε αντιδίκων ως άνω υπ' αριθμ. .../13-7-1942 συμβολαιογραφικής, πράξης, με την οποία ο Ε.

Τ. αποδέχθηκε ρητώς ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί ιδιοκτησία της αντιδίκου του Ι. Μονής." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι παράγεται δεδικασμένο από την 2505/1938 τελεσίδικη απόφαση του επί της από 14/7/1934 διεκδικητικής αγωγής, αναφορικά με: α) το δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης στην επίδικη έκταση των 18480 τ.μ., που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και β) την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων που επίσης στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία και αφορούσε την ίδια πιο πάνω έκταση, στη συνέχεια δε απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε καταλήξει σε όμοια κρίση για το ζήτημα αυτό.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε το νόμο με το να δεχτεί την ύπαρξη δεδικασμένου από την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση, αφού πράγματι υφίσταται εκτός των άλλων, ταυτότητα νομικής αιτίας μεταξύ της προγενέστερης από 14/7/1934 διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και της μεταγενέστερης από 4/5/1992 διεκδικητικής αγωγής της ίδιας (αναιρεσίβλητης) κατά των αναιρεσειόντων ως προς το κριθέν με την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης στην επίδικη έκταση των 18480 τ.μ., το οποίο και στις δύο αγωγές στηριζόταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην έκτακτη χρησικτησία (βλ. 2η σελ.

του 14ου φύλλου και 1η σελ. του 15ου φύλλου της πιο πάνω απόφασης). Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ (όχι δε και από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ όπως αναφέρεται στο δεύτερο λόγο, αφού οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου), με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Η περαιτέρω αποδιδόμενη με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ίδια πιο πάνω πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, διότι κατά παράβαση των άρθρων 352, 332, 335 ΚΠολΔ και 274 της προϊσχύσασας ΠολΔ, στήριξε την περί δεδικασμένου κρίση του στην ομολογία των αναιρεσειόντων ως προς την ταυτότητα της επίδικης έκτασης των 18.480 τμ με εκείνη που αποτέλεσε το αντικείμενο της 2505/1938 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, αφού με αυτόν δεν πλήττεται επιτυχώς η περαιτέρω παραδοχή του Εφετείου, στην οποία στηρίζεται αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι μετά την έκδοση της 2505/1938 τελεσίδικης απόφασης ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ε.

Τ. και η μοναχή Κ. Φ. που εκπροσωπούσε τότε την αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή κατάρτισαν την .../1942 συμβολαιογραφική πράξη για την εκκαθάριση των μεταξύ τους απαιτήσεων που προέκυψαν από τον πιο πάνω δικαστικό αγώνα, με βάση την οποία (συμβολαιογραφική πράξη) ο πρώτος αποδέχθηκε ρητώς ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί ιδιοκτησία της αντιδίκου του Ιεράς Μονής, παραιτούμενος κάθε αξίωσής του επ' αυτής.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό, μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες, κατά τη συζήτηση της έφεσής τους, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο μείζων αγρός στη θέση "..." δεν ανήκε μέχρι το έτος 1920 στην αναιρεσίβλητη, αλλά στην Ι.Μ.

Καρυών που συγχωνεύθηκε το ίδιο πιο πάνω έτος με την αναιρεσίβλητη, χωρίς να εκδοθεί το απαραίτητο διάταγμα. Ειδικότερα, δεν λήφθηκαν υπόψη: α) το από 17/10/1939 υπόμνημα της αναιρεσίβλητης προς το "Παρά το Υπουργείο Γεωργίας Συμβούλιο Δασών" και β) το 1160/16.10.1939 έγγραφο της Μητρόπολης Καρυστίας και Σκύρου. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της ότι:

ο οψιγενής αρνητικός ισχυρισμός των εκκαλούντων - εναγομένων, που προβάλλεται με τον 3° λόγο της κρινόμενης έφεσης (άρθρο 527 περ. 3 σε συνδ. με άρθρο 269 § 2 περ. δ' ΚΠολΔ), ότι δηλαδή, σύμφωνα με νεώτερα ευρεθέντα έγγραφα στοιχεία, ο μείζων αγρός στη ως άνω θέση "..." δεν ανήκε μέχρι το έτος 1920 στην ενάγουσα Ι. Μονή Λευκών, αλλά στην Ιερά Μονή Καρυών της Μητρόπολης Καρυστίας και Σκύρου, η οποία από το έτος 1920 συγχωνεύθηκε με την ενάγουσα και έγινε μετόχι της, χωρίς, όμως, να εκδοθεί για τη συγχώνευση αυτή Διάταγμα, όπως απαιτείτο από το νόμο και, συνεπώς, δεν υπάρχει διαδοχή στην κυριότητα του ως άνω αγρού στη θέση "...", πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι προσκρούει στο δεδικασμένο που παράγεται από την ως άνω με αριθμό 2505/1938 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ανεξάρτητα από το ότι είναι και αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού, όπως αποδείχθηκε, η μείζων αυτή εδαφική έκταση περιλαμβανόταν από το έτος 1837 στο κτηματολόγιο της ενάγουσας (βλ.

προσκομιζόμενη επικυρωμένη φωτοτυπία του από 17-6-1976 ακριβούς αντιγράφου εξαχθέντος από το εν λόγω κτηματολόγιο, σελ. 31)" δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω απορριπτική του κρίση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα συγκεκριμένα έγγραφα.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/11/2011 αίτηση των Σ. Γ. κλπ για αναίρεση της 62/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ