Supreme Court dismisses appeal on property ownership transfer, ruling lower court properly evaluated evidence without specific itemized assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by M. A. and S. A. against the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to consider specific boundary and cadastral documents proving their co-ownership status. The court held that the appellate court had duly considered all submitted evidence, including these documents, without being required to provide a separate evaluation for each item.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1033, 1045, 974 Civil Code; Art. 559(11) Civil Procedure Code: An appellate court's failure to specifically evaluate every piece of evidence does not constitute a ground for cassation if the overall evidentiary assessment supports the final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 563/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Α. του Σ. και 2. Σ. Α. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασ. Αλαβάνο-Τσαπαλίρα και Βασίλειο Γιαννόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Θ. Β. του Γ., 2. Ε. θυγ. Θ. και Κ. Β. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά και 3. Α. Χ. του Π., κατοίκων ..., ο οποίος παραστάθηκε με την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από α) 9-3-2004, β) 10-3-2004, γ) 10-7-2004 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, δ) με την από 14-4-2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των Ε. Β. και Ά. Χ. και ε) με την από 20-5-2006 πρόσθετη παρέμβαση των Κ. και Δ. Β. που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, που έχει ως βάση τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Το περιγραφόμενο στην από 10-3-2004 αγωγή επίδικο είναι ένα αγρόκτημα, εμβαδού 4.034 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "Κούνδουρος" στη Μύκονο, απεικονίζεται με τα στοιχεία 25-27.... 55-56-27-25 στο από 4-4-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Β. και συνορεύει βόρεια με το επίδικο ακίνητο των δύο άλλων αγωγών, ανατολικά με αγροτική οδό, νότια με ιδιοκτησία Κ. Γ. και δυτικά κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Π. Λ. και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία Ά. Κ.. Περαιτέρω, το επίδικο των δύο άλλων κρινόμενων αγωγών είναι ένα αγρόκτημα εμβαδού 4.045 τετρ. μέτρων, απεικονίζεται στο ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 1-2-3 25-57-58-59....68-69-1 και συνορεύει βόρεια κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Α.
Β. και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία Φ. Σ., ανατολικά με αγροτικό δρόμο, νότια με το επίδικο της από 10-3-2004 και δυτικά με ιδιοκτησία Ά. Ν. Κ.. Το τελευταίο ακίνητο είναι το ίδιο με αυτό που απεικονίζεται στο από Ιανουαρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Β.. Τα παραπάνω ακίνητα χωρίζονται μεταξύ τους με πετρόκτιστη ξερολιθιά απ' αυτές που κατασκευάζονταν από πολύ παλιά χρόνια στις Κυκλάδες, για να χρησιμεύουν ως όρια των ακινήτων και να ξεχωρίζουν μεταξύ τους οι ιδιοκτησίες.
Όλα αυτά προκύπτουν σαφώς από την κατάθεση της μάρτυρος των εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρος των εφεσιβλήτων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά την οποία από το έτος 1955 που αυτή (μάρτυρας) γνώρισε την περιοχή τα επίδικα ακίνητα ήταν χωρισμένα με ξερολιθιά.
Περαιτέρω αποδείχτηκαν ότι οι αναιρεσείοντες, δυνάμει των ... και .../16-7-2002 πωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αγόρασαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τα προαναφερόμενα αγροτεμάχια από τον εξ αγχιστείας συγγενή τους Ι. Κ., στον οποίο, είχαν περιέλθει (κατά τα συμβόλαια αυτά) ως ενιαίος αγρός δυνάμει του .../9-3-1979 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Μυκόνου Δημητρίου Μενεϊδη, νομίμως μεταγεγραμμένου.
Ειδικότερα, με το .../2002 συμβόλαιο αγόρασαν το αγροτεμάχιο των 4034 τετρ. μέτρων και με το .../2002 συμβόλαιο το άλλο αγροτεμάχιο των 4045 τετρ. μέτρων. Η μητέρα του ως άνω πωλητή των επίδικων αγροτεμαχίων Μ. Κ., δυνάμει του .../1928 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυκόνου Ιωάννου Φαμέλη, νομίμως μεταγεγραμμένου, απέκτησε την κυριότητα ενός αγρού, κειμένου στη θέση Κούνδουρος της Μυκόνου εκτάσεως μιας ζευγαριάς και ο οποίος συνόρευε (γύρωθεν) με κτήματα Α.
Κ., Ι. Ξ. και δημόσιο δρόμο. Το έτος 1978 απεβίωσε η Μ. Κ. και οι κληρονόμοι της, μεταξύ των οποίων και ο Ι. Κ. (πωλητής των επιδίκων), διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία της με το προαναφερόμενο .../9-3-1979 συμβόλαιο διανομής κοινής κληρονομιαίας περιουσίας. Ο ως άνω δε αγρός που απέκτησε η κληρονομουμένη με το .../1928 συμβόλαιο περιήλθε με τη διανομή αυτή στον Ι.
Κ.. Ειδικότερα στο διανεμητήριο ως άνω συμβόλαιο (5° φύλλο) ο αγρός αυτός περιγράφεται ως ευρισκόμενος στη θέση "Κούνδουρος" ή "Πλάκες" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μυκόνου εκτάσεως μιας ζευγαριάς ή τριών στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον και συνορεύων γύρωθεν με ιδιοκτησία Γ.
Ι. Ξ., Ν. Κ. και Κ. Β.. Τα επίδικα αγροτεμάχια, που κατά τους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ταυτίζονται με τον αγρό της έκτασης των τριών στρεμμάτων που αναφέρεται στους προαναφερόμενους τίτλους (.../1979 και .../1928), έχουν έκταση 8079 (4034+4045) τετραγωνικών μέτρων, δηλαδή μεγαλύτερη κατά πέντε περίπου στρέμματα αυτής που αναφέρεται στους τίτλους αυτούς, δεδομένου ότι η έκταση μιας ζευγαριάς αντιστοιχούσε σε τρία με τέσσερα στρέμματα.
Η απόκλιση αυτή, όμως, των πέντε και πλέον στρεμμάτων είναι ιδιαίτερα σημαντική και δεν δικαιολογείται ούτε από τους ίδιους τους αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, απ' όλους τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες δεν προκύπτει η ακριβής περιγραφή των ακινήτων τους ως προς τα όρια και την έκταση τους, πολύ δε περισσότερο δεν αποδεικνύεται, ότι η έκταση των 4045 τετρ. μέτρων, που αποτελεί το επίδικο των από 9-3-2004 και 10-7-2004 αγωγών, εμπίπτει στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας.
Η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, ότι το επίδικο αυτό ακίνητο αποτελούσε τμήμα του αγρού που περιγράφεται στους τίτλους αυτούς, διότι στον αρχικό τίτλο της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων αναιρεσειόντων Μ. Κ. (.../1928) ο αγρός αυτός περιγράφεται ως συνορεύων με ιδιοκτησία Ε. Σ., που είναι αυτή που εκτείνεται κατά ένα μέρος βόρεια αυτού (επιδίκου 4045 τετρ.
μέτρων) και σήμερα ανήκει στην Φ. Σ.. Στον τίτλο όμως αυτό ουδόλως αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης του περιγραφομένου εκεί αγρού ο Ε. Σ. και ως εκ τούτου η παραδοχή της εκκαλουμένης απόφασης είναι εσφαλμένη. Σημειωτέον, ότι στο .../1961 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυκόνου Νικολάου Καλογερά, νομίμως μεταγεγραμμένου, με το οποίο ο Ν.
Α. Κ. αγόρασε τον όμορο, από τη δυτική πλευρά του επιδίκου ακινήτου των 4045 τετρ. μέτρων, αγρό, που δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, ότι είναι ο αγρός που σήμερα ανήκει στην Ά. Κ., αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης του, από την πλευρά αυτή, ο πατέρας της Κ. Β., δικαιοπαρόχου των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, Α.
Μ., ως αρχηγός της οικογενείας του, και όχι η Μ. Κ., απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, κάτι που θα ήταν εύλογο, αν η ιδιοκτησία της εκτεινόταν και βορειότερα. Αλλά και στο .../20-11-1998 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, νομίμως μεταγεγραμμένου, όπως και στο προσαρτώμενο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.
Ν., με το οποίο στη συνέχεια αυτός (Ν. Κ.) μεταβίβασε στην εγγονή του Α. Κ. τον προαναφερόμενο αγρό αναφέρεται ως όμορη ιδιοκτήτρια αυτού η Κ. Β. το γένος Α. Μ. και όχι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι. Κ.. Εξάλλου, αν τα επίδικα ακίνητα ήταν ενωμένα και ως ενιαίος αγρός ταυτίζονται με τον αναφερόμενο στον αρχικό τίτλο κτήσης (.../1928 συμβόλαιο) και στο διανεμητήριο στη συνέχεια συμβόλαιο (.../1979) θα περιγράφονταν ως δύο συνεχόμενοι ή ενωμένοι αγροί, όπως συνήθως περιγράφονταν στα συμβόλαια των περιοχών αυτών εκείνη την εποχή οι αγροί που αποτελούνταν από δύο τμήματα.
Στο ίδιο δε διανεμητήριο συμβόλαιο (2° φύλλο) άλλη ιδιοκτησία της κληρονομουμένης Μ. Κ. περιγράφεται ως δύο ενωμένοι και συνεχόμενοι αγροί εμβαδού δύο ζευγαριών ή έξι στρεμμάτων. Επομένως, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται, ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με εμβαδόν 4045 τετρ.
μέτρων δυνάμει του παραπάνω τίτλου (.../2002 συμβολαίου ) στον οποίο θεμελιώνεται η κυρία βάση των από 9-3-2004 και 10-7-2004 αγωγών, αφού η κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους περιοριζόταν στο άλλο επίδικο ακίνητο με εμβαδόν 4.034 τετρ. μέτρων. Άλλωστε, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι οι αναιρεσείοντες και ο δικαιοπάροχος τους ασκούσαν στο ως άνω επίδικο ακίνητο από το έτος 1979 πράξεις νομής (επιδιόρθωση ξερολιθιών, επίβλεψη, μίσθωση σε κτηνοτρόφους κ.λ.π.), στις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί η επικουρική βάση των αγωγών αυτών.
Αντιθέτως αποδείχθηκε, ότι το προαναφερόμενο επίδικο με το εμβαδόν των 4.045 τετρ. μέτρων αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί αυτοτελές και ξεχωριστό αγροτεμάχιο, περιφραγμένο και διακρινόμενο από τα άλλα όμορα ακίνητα και ειδικά από το άλλο επίδικο ακίνητο των 4.034 τετρ. μέτρων με την υφιστάμενη πριν από εξήντα (60) τουλάχιστον χρόνια ως διαχωριστικό όριο ξερολιθιά και χωρίς άνοιγμα (πόρτα) επικοινωνίας με αυτό.
Το ακίνητο αυτό μέχρι το έτος 1953 νεμόταν ο Δ. Π., ο οποίος το είχε από κληρονομιά των γονέων του Ι. και Α. Π., που είχαν στην περιοχή "Κούνδουρος" και άλλα αγροτεμάχια. Το έτος 1953 ο Δ. Π. με άτυπη δωρεά μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στην εγγονή του Κ. Α. Μ., ήδη σύζυγο του πρώτου αναιρεσιβλήτου και δικαιοπάροχο των άλλων αναιρεσιβλήτων και από τότε η τελευταία ασκούσε τη φυσική εξουσία επ' αυτού με διάνοια κυρίου χωρίς ποτέ να αποβληθεί από τη νομή του, μέχρι που δυνάμει του .../2-4-2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μυκόνου Ευαγγελίας Κλίκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα το ακίνητο αυτό στη δεύτερη αναιρεσίβλητη κόρη της.
Ειδικότερα, δε η Κ. Μ. - Β. από το έτος 1953 έβοσκε σ' αυτό το αποτελούμενο από 35 αιγοπρόβατα ποίμνιο της, το οποίο επίσης της δώρησε άτυπα ο προαναφερόμενος παππούς της, το επέβλεπε και φρόντιζε τις υπάρχουσες ως όρια του ξερολιθιές. Από το έτος 1959 που το γάμο της με τον πρώτο αναιρεσίβλητο εξακολούθησε να ασκεί στο επίδικο αυτό ακίνητο τις παραπάνω πράξεις νομής μαζί με το σύζυγο της, βόσκοντας τα ζώα της οικογένειας της, επισκευάζοντας τις ξερολιθιές, καλλιεργώντας αυτό με κριθάρι για τις ανάγκες των ζώων της και χρησιμοποιώντας το υφιστάμενο από αμνημόνευτα έτη κελί αρχικά ως τυροκομείο και στη συνέχεια ως μανδρί για τη σταύλιση των ζώων τους.
Τις πράξεις αυτές τις συνέχισε μέχρι το έτος 1973, οπότε έγινε κυρία του αγροτεμαχίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εξακολουθώντας και μετά να ασκεί τις ίδιες πράξεις νομής μέχρι την προανεφερόμενη μεταβίβαση του στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία εν συνεχεία με το .../22-6-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ακινήτου αυτού στον τρίτο αναιρεσίβλητο υιό της.
Επομένως, ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα διατηρεί τα ζώα του (αιγοπρόβατα) σε ακίνητο ιδιοκτησίας των δύο άλλων αναιρεσιβλήτων και όχι ιδιοκτησίας εναγόντων-αναιρεσειόντων, αφού οι τελευταίοι δεν κατέστησαν κύριοι αυτού (αγροτεμαχίου των 4.045 τ.μ.) ούτε με παράγωγο τρόπο ούτε με έκτακτη χρησικτησία.
Σημειωτέον, ότι οι ενέργειες του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Ι. Κ. στο επίδικο ακίνητο των 4.045 (δήλωση στο κτηματολόγιο των επιδίκων του ενιαίου αγρού, τοπογράφησης κ.λ,π.), δεν επηρέασαν το δικαίωμα της κυριότητας της δικαιοπαρόχου των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων Κ. Β. στο επίδικο αυτό ακίνητο, δεδομένου ότι έγιναν όλες μετά το έτος 1995 και ενώ αυτή έχει καταστεί κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1973 και χωρίς κατά τα επόμενα χρόνια να απωλέσει τη νομή αυτού".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με εμβαδό 4045 τ.μ. ούτε με παράγωγο τρόπο ούτε με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι κυρία του επιδίκου ήταν η δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Κ.
Μ.-Β., η οποία από το έτος 1953 νεμόταν αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι το έτος 2004, οπότε με γονική παροχή μεταβίβασε τούτο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη κόρη της Ε. Β.. Κατόπιν τούτου, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατά τούτο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, δέχτηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τις συνεκδικαζόμενες από 9-3-2004 αναγνωριστική - αρνητική κυριότητας ακινήτου αγωγή και από 10-7-2004 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), και της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ.
Μ.-Β.. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με εμβαδό 4045 τ.μ. δυνάμει του επικαλούμενου από αυτούς συμβολαίου, διότι η κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους περιοριζόταν στο άλλο επίδικο ακίνητο με εμβαδόν 4.034 τ.μ., ότι δεν αποδείχθηκε, ότι αυτοί και ο δικαιοπάροχος τους Ι.
Κ. ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο αυτό από το έτος 1979, ότι το επίδικο ακίνητο με εμβαδόν 4.045 τ.μ. αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί αυτοτελές και ξεχωριστό αγροτεμάχιο, διακρινόμενο από τα άλλα όμορα ακίνητα και ειδικά από το άλλο επίδικο ακίνητο των 4.034 τ.μ. και ότι του επίδικου ακινήτου των 4,045 τ.μ.
κατέστη κυρία με έκτακτη χρησικτησία η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Κ. Μ.-Β., η οποία νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1953 μέχρι το έτος 2004, οπότε με συμβόλαιο γονικής παροχής το μεταβίβασε στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων κόρη της Ε. Β., η δε τελευταία στη συνέχεια μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στον τρίτο αναιρεσίβλητο υιό της Ά.
Χ.. Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχτεί ότι "τα επίδικα αγροτεμάχια, που, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων-αναιρεσειόντων ταυτίζονται με τον αγρό της έκτασης των τριών στρεμμάτων, που αναφέρεται στους επικαλούμενους από αυτούς τίτλους, έχουν έκταση 8.079 (4.034+4.045) τετραγωνικών μέτρων, δηλαδή μεγαλύτερη κατά πέντε περίπου στρέμματα αυτής που αναφέρεται στους επικαλούμενους τίτλους, δεδομένου ότι η έκταση μιας ζευγαριάς αντιστοιχούσε σε τρία με τέσσερα στρέμματα, η απόκλιση αυτή, όμως, των πέντε και πλέον στρεμμάτων είναι ιδιαίτερα σημαντική και δεν δικαιολογείται ούτε από τους ίδιους τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι στα συμβόλαια αγοραπωλησίας στην επαρχία και ιδίως στις Κυκλάδες η αναφορά στην μεταβιβαζόμενη έκταση σε εμβαδόν που συνοδεύεται από τον χαρακτηρισμό "πλέον ή έλαττον", όπως αναφέρεται στο επικαλούμενο συμβόλαιο, ενέχει απόκλιση όχι μικρή, αλλά πολλές φορές τεράστια και μάλιστα δεκάδων στρεμμάτων, στην περίπτωση δε αυτή προέχει η έκταση που προσδιορίζεται από την περιγραφή των ορίων.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση του φερόμενου πιο πάνω διδάγμάτος κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από το διάδικο αναιρεσείοντα που έχει προβάλλει τον ισχυρισμό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρεσείων δεν μπορεί να ισχυριστεί, ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αντιδίκου του, διότι στην περίπτωση αυτή λείπει το έννομο συμφέρον που απαιτείται για την άσκηση της αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη περίπτωση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους αναιρεσιβλήτων, και ιδιαίτερα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Θ. Β., ότι δεν υπάρχουν δύο ακίνητα, αλλά ένα ενιαίο ακίνητο 8.079 τ.μ.
και ότι είναι κύριοι του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν μπορούν να προτείνουν, ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς των αντιδίκων τους αναιρεσιβλήτων.
Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι "οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με εμβαδά 4045 τ.μ. ούτε με παράγωγο τρόπο ούτε με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι κυρία του επιδίκου ήταν η δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Κ.
Μ.-Β., η οποία από το έτος 1953 νεμόταν αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι το έτος 2004, οπότε με γονική παροχή μεταβίβασε τούτο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη κόρη της Ε. Β.", δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι τυγχάνουν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, ήτοι: 1) την .../2-2-2002 Πράξη Καθορισμού ορίων της συμβολαιογράφου Μυκόνου Ευαγγελίας Κλίκου, 2) την .../17-12-2001 Πράξη Χαρακτηρισμού του αγροτεμαχίου των 8079 τ.μ.
στη θέση Κούνδουρος της Μυκόνου της Δ/νσης Δασών της Περιφέρειας ν. Αιγαίου και 3) το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Β., που έχει προσαρτηθεί στα συμβόλαια αγοράς ... και .../2002 του συμβολαιογράφου Π. Τόλη. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδείκνυα μένα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2009 αίτηση των 1) Μ. Α. κ.λ.π. για αναίρεση της 170/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ