Supreme Court dismisses appeal for failure to address restitution claim regarding partial debt repayment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two companies against a second-instance judgment. The appellants argued the lower court erred by failing to address their request for restitution of a partial payment made during enforcement proceedings. The court held that since the total judgment debt exceeded the amount paid, the request for restitution was unfounded and the request for set-off was procedurally improper, thus no appeal grounds existed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 914 of the Code of Civil Procedure; The lower court does not err by rejecting a request for restitution of a partial payment when the final judgment debt exceeds the amount paid, as such a request is legally improper and must be treated as a set-off claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 563/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Φεβρουαρίου 2011 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ- ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Ιτέα Φωκίδας και εκπροσωπείται νόμιμα 2) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μέλος της ανωτέρω κοινοπραξίας και ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία " ΑΤΕΜΚΕ ΑΤΕ".Δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο .
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Γ. Π., 2) Α. Π. του Γ., 3) Β. Γ. το γένος Γ. Π., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Πέτρο Μαρκέτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2000 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Γ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 382/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, την οποία συνέχισαν οι κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος, η 3394/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγήτης Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 28-01-2011 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη 9374β/5.2.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Χ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στον δικηγόρο Γιάννη Καρούζο, ως αντίκλητο, κατ' άρθρ. 143 παρ. 3 του ΚΠολΔ, των αναιρεσειουσών εταιρειών, αφού αυτός υπογράφει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο ούτε κατέθεσαν, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους.
Επειδή, η εκδίκαση υποθέσεως υπαγομένης στην καθύλη αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αρ. 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε από τους αρ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου, διότι το είδος της διαδικασίας κατά την οποία εκδικάζεται μία υπόθεση δεν συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ώστε η εκδίκασή της κατά διαφορετική διαδικασία να δημιουργεί ακυρότητα, εκτός και αν δεν εφαρμόσθηκε ειδικός σε αυτή δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοσθεί και ο οποίος περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις (ΑΠ (ολ) 402/1981). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών εταιρειών ότι η ένδικη υπόθεση έπρεπε να εκδικασθεί από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρ. 678 έως 681 του ΚΠολΔ), αφού αφορούσε την επιδίκαση αμοιβής μηχανικού και ακόμη ότι για τον λόγο αυτό παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά το άρθρο 914 εδ. α' του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο δεχθεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέσθηκε, διατάσσει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Για να διαταχθεί δηλαδή η επαναφορά πρέπει, εκτός άλλων, όχι μόνο να γίνει δεκτή η έφεση ολικά ή εν μέρει αλλά το δικαστήριο να απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αίτηση για παροχή έννομης προστασίας, όπως είναι η αγωγή. Αν η απόρριψη είναι μερική, μερική πρέπει να είναι και η επαναφορά.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι σε εκτέλεση προσωρινής διάταξης της πρωτόδικης απόφασης, η δεύτερη από αυτές είχε καταβάλει στον αρχικώς ενάγοντα το ποσό των 10.700 ευρώ (προσωρινή επιδίκαση κεφαλαίου 10.000 ευρώ, έξοδα και τέλη απογράφου 300 ευρώ, σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση 400 ευρώ) και με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου υπέβαλαν ως πρόσθετο λόγο εφέσεως, για την περίπτωση που θα έκαμε δεκτή την έφεσή τους και θα απέρριπτε εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή την έντοκη επιστροφή του ως άνω καταβληθέντος ποσού, άλλως τον συμψηφισμό αυτού με το τυχόν επιδικασθησόμενο με την απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ποσό.
Το Εφετείο όμως παρέλειψε να διαλάβει ο,τιδήποτε για το πιο πάνω αίτημα κι έτσι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, α) από τον αρ. 1, διότι παρέλειψε να εφαρμόσει την κατά τούτο ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του ΚΠολΔ, παρότι δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και απέρριψε εν μέρει την αγωγή και προαποδεικνυόταν εγγράφως η κατά τα άνω εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως, έτσι δε μη αποδεχόμενο το αίτημα της επαναφοράς και κατά συνέπεια του συμψηφισμού υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν ποσό μεγαλύτερο από το οφειλόμενο, β) από τον αρ.9, διότι άφησε αδίκαστο το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και γ) από τον αρ. 11 περ.
γ' διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει και συγκεκριμένα την από 2.12.2004 απόδειξη πληρωμής του προσωρινώς επιδικασθέντος ποσού στον αρχικώς ενάγοντα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ποσό που επιδικάσθηκε (91.687 ευρώ) στις ήδη αναιρεσίβλητες, υπό την ιδιότητα των καθολικών διαδόχων του αρχικού ενάγοντος, υπερέβαινε εκείνο που κατεβλήθη (10.700 ευρώ) στον τελευταίο τη 2.12.2004.
Έτσι, το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση ήταν αβάσιμο, ο συμψηφισμός δε του προσωρινά καταβληθέντος ως άνω ποσού με εκείνο που επιδικάσθηκε τελεσιδίκως ανάγεται στο στάδιο της εκτελέσεως της απόφασης του Εφετείου και όχι στην προβλεπόμενη από το άρθρο 914 του ΚΠολΔ επαναφορά των πραγμάτων και κατ'αυτό ήταν μη νόμιμο.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε το ως άνω αίτημα σιωπηρά δεν έσφαλε, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα περί επαναφοράς μεν των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης κατάσταση αλυσιτελώς υπεβλήθη, υπό την εκδοχή δε του συμψηφισμού του καταβληθέντος ποσού προς το επιδικασθέν από το Εφετείο δεν ήταν νόμιμο, με συνέπεια να μην ιδρύεται κάποιος από τους ως άνω λόγους αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.11.2009 αίτηση της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ - ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ" και της ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ" για αναίρεση της 3394/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ