Supreme Court allows appeal against appellate court for insufficient reasoning on traffic accident liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the first ground of the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic accident case. The appellate court had rejected the claim for damages but failed to provide clear reasoning on whether negligence existed or how traffic signals determined priority. Consequently, the Supreme Court found the appellate judgment legally insufficient and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 19 para. 1 of Art. 559 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's judgment is subject to cassation if it contains unclear or inadequate reasoning regarding the application of substantive law, rendering appellate review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 563/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λυκοκάπη και κατέθεσαν προτάσεις, 4) ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Σαράκη και κατέθεσε προτάσεις, 5) ..., 6) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λυκοκάπη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 19/12/2001 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 409/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3746/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 27/9/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 4/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση Γ7687/1-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά ... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 3-4-2009 και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο (...). Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω νέα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ, 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 1-6-2001 και ώρα 02.40' περίπου, ο εναγόμενος ... οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΕΙΧ αυτοκίνητο της κυριότητας και κατοχής του, ασφαλισμένο για ζημιές προς τρίτους από την κυκλοφορία του στην εναγομένη εταιρεία, επί της διπλής κατευθύνσεως και με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση λεωφόρου ...
των ..., έχουσας συνολικό πλάτος οδοστρώματος 15 μέτρων και πλάτος κάθε λωρίδας 3,75 μέτρων, διαχωριζομένων των αντιθέτων κατευθύνσεων με νησίδα ασφαλείας, πλάτους 0,50 μέτρων. Το αυτοκίνητο εκινείτο από την περιοχή ... προς την οδό ..., στην αριστερή λωρίδα της κατευθύνσεώς του, επρόκειτο δε να διασχίσει κάθετα την οδό ..., διπλής επίσης κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και πλάτους κάθε λωρίδας 6 μέτρων.
Η κίνηση οχημάτων και πεζών στη συμβολή των δύο οδών ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι την πιο πάνω ώρα βρίσκονταν σε λειτουργία. Όταν δε αυτοί δείχνουν πράσινο φως για τα οχήματα που κινούνται επί της ..., δείχνουν ερυθρό φως για εκείνα που κινούνται επί της οδού ... και αντίστροφα, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας για την κατοικημένη αυτή περιοχή είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο ... οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίτροχή μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του επί της οδού ..., έχοντας κατεύθυνση από την περιοχή ... προς την περιοχή ..., ήτοι από δεξιά προς τα αριστερά κατά την πορεία του αυτοκινήτου. Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στη συμβολή των δύο οδών και ενώ το αυτοκίνητο είχε φθάσει στο τέλος σχεδόν αυτής, συγκρούστηκαν μεταξύ τους και συγκεκριμένα η μοτοσυκλέτα με το εμπρόσθιο μέρος της προσέκρουσε με σφοδρότητα στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, το σώμα του οποίου εκτινάχτηκε απ' αυτή και βρέθηκε κάτω από σταθμευμένο στο απέναντι άκρο της ...
φορτηγό αυτοκίνητο (κατεύθυνση προς ...). Οι ενάγοντες, για τη θεμελίωση υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, ισχυρίστηκαν κυρίως ότι αυτός, παραβιάζοντας την κόκκινη ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του, εισήλθε στη διασταύρωση, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία της μοτοσυκλέτας και να επέλθει έτσι η σύγκρουση.
Όμως, ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο αρνήθηκε ο εναγόμενος, καταθέτοντας εξαρχής στην προανακριτική του απολογία ότι ο ίδιος εκινείτο κανονικά με πράσινο για την πορεία του σηματοδότη, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, δοθέντος και ότι στον τόπο του ατυχήματος κατά τη στιγμή της συγκρούσεως δεν βρέθηκαν μάρτυρες, όπως σημειώνεται και στην από 1-6-2001 έκθεση αυτοψίας του ανθ/μου ..., ούτε κανείς μεταγενέστερα κατέθεσε οτιδήποτε για το κρίσιμο τούτο ζήτημα, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει πεποίθηση για υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού.
Για την απόδειξη του ισχυρισμού τους επικαλούνται κυρίως την προανακριτική κατάθεση από 19-7-2001 του ..., εργαζόμενου σε πρατήριο υγρών καυσίμων στην περιοχή ..., σύμφωνα με την οποία αυτός άκουσε από οδηγούς TAXI, πελάτες του πρατηρίου, των οποίων δεν γνωρίζει τα ονόματα, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου παραβίασε την κόκκινη ένδειξη του σηματοδότη.
Μόνη, όμως, η αόριστη αυτή κατάθεση δεν αρκεί για την απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, αλλ' ούτε και η από 3-7-2001 προανακριτική επίσης κατάθεση του ..., αδελφού του θανόντος, ο οποίος κατέθεσε ότι έμαθε από τον ανωτέρω ..., ότι κάποιος οδηγός ΤΑΧΙ ονόματι "..." ήταν παρών στον τόπο του ατυχήματος και γνωρίζει ότι ο εναγόμενος παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη, δοθέντος ότι ούτε ο ανωτέρω ...
κατέθεσε για τον εν λόγω οδηγό ΤΑΧΙ, ούτε ο τελευταίος εμφανίστηκε για να καταθέσει. Εξάλλου, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες υπέρβαση του ανωτέρου ορίου ταχύτητας από τον οδηγό του αυτοκινήτου, την οποία ο ίδιος στην αρχική του προανακριτική του απολογία προσδιορίζει μεταξύ 70-80 χιλιομέτρων, δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της μοτοσυκλέτας, στο αίμα του οποίου, σημειωτέον, βρέθηκε ποσότητα οινοπνεύματος 1,22 gr/1, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος και κυρίως του ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα αμέσως μετά την είσοδο της μοτοσυκλέτας στη συμβολή, γεγονός που δεν επέτρεπε την αποφυγή της συγκρούσεως με έγκαιρη πέδηση ή ελιγμό του αυτοκινήτου και ακόμη ότι η μοτοσυκλέτα εκείνη που με σφοδρότητα επέπεσε στο αυτοκίνητο".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη από το θάνατο του γυιού και αδελφού τους, οδηγού της μοτοσικλέτας. Κρίνοντας, όμως, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300, 330, εδ β' και 914 ΑΚ.
Και τούτο, διότι, ενώ δέχεται ότι η κίνηση οχημάτων και πεζών στη συμβολή των δύο οδών, όπου έλαβε χώραν το ατύχημα, ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι, κατά το χρόνο του ατυχήματος, βρίσκονταν σε λειτουργία, στη συνέχεια δεν καθίσταται σαφές από τις παραδοχές, ποιός σηματοδότης έδειχνε σταθερό κόκκινο φως, ή παλλόμενο κίτρινο φως, ώστε να κριθεί ποιο από τα δύο οχήματα είχε προτεραιότητα στην κίνηση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να δέχεται ευθέως ότι ο σηματοδότης επί της οδού ...
όπου κινούνταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος έδειχνε πράσινο φως, περιορίζεται στην αντίκρουση του ισχυρισμού των εναγόντων-εκκαλούντων, ότι ο σηματοδότης αυτός έδειχνε σταθερό κόκκινο φως. Από την ασάφεια αυτή δημιουργείται ανεπάρκεια και για την άλλη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το αν η ταχύτητα του οχήματος που δέχεται βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, ενόψει του ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε σε συμβολή οδών και είναι διαφορετικά τα κριτήρια για την κατανομή πταίσματος, αν οι σηματοδότες δεν λειτουργούσαν ή έδειχναν παλλόμενο φως.
Ακόμη το Εφετείο δεν έχει παραδοχές για το αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορούσε σε κάθε περίπτωση να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και επίσης δεν εξηγεί γιατί η αυξημένη ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου που δέχεται (70-80 χλμ ανά ώρα) δεν συνετέλεσε στη σύγκρουση των οχημάτων, ενόψει του ότι η τελευταία έλαβε χώραν εντός κατοικημένης περιοχής και σε ισόπεδο οδικό κόμβο.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και στη συνέχεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς την έφεση των αναιρεσειόντων στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
Εξάλλου, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3746/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθόσον αφορά τους αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ