Greek Supreme Court dismisses appeal for contradictory provisions due to vague grounds and lack of factual basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to overturn the Court of Crete's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court's ruling lacked legal basis due to contradictory reasoning and misapplication of civil code articles. The court dismissed the appeal because the grounds for review were either inadmissible for being too vague or insufficiently detailed to identify the specific factual premises and legal errors required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(17), 559(19), 559(1a) of the Code of Civil Procedure; Contradictory provisions in a judgment must exist in the operative part to hinder execution, and grounds for appeal must clearly specify the violated legal rule, the factual premises of the judgment, and the impact of the error on the operative decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 563/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκη.
Της αναιρεσίβλητης: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Πανανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 412/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 479/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, συνάγεται ότι για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση να εντοπίζεται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της.
Επομένως δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης, εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης) άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ) , πρέπει να καθορίζεται, πλην των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι υπαναχώρησε νόμιμα, από την προσύμβαση της πώλησης του περιγραφόμενου ακινήτου, που είχε καταρτίσει με τον εναγόμενο, λόγω υπερημερίας αυτού στην καταβολή του εξ 6.500.000 δραχμών υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος, και ότι ο τελευταίος αντιποιείται την κυριότητά της επ' αυτού, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου και την απόδοση της νομής, κατοχής και χρήσης του, έχει τον χαρακτήρα της διεκδικητικής αγωγής και όχι εκείνο της περί νομής, όπως χαρακτηρίσθηκε και έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, ακολούθως, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, διότι κρίθηκε εσφαλμένο μόνο το αιτιολογικό της, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του εναγομένου.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της απόφασης αυτής, καθόσον με αυτήν έγινε δεκτό ότι η αγωγή είναι διεκδικητική και, επομένως, έμμεσα υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να αποδώσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, και της επικυρωθείσας μ` αυτή πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε σ' αυτήν, με την οποία υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων σε απόδοση της νομής του επιδίκου, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες αιτιάσεις αναφέρονται σε σχέση με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη και επομένως δεν πρόκειται για αντιφατικές διατάξεις της ίδιας απόφασης, ώστε να δημιουργείται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, χωρίς όμως να καθορίζεται, στο αναιρετήριο, το αναγκαίο για το ορισμένο αυτού στοιχείο, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών , ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιούμενου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του.
Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της ένστασης αυτής, πρέπει να αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά που την θεμελιώνουν. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νόμιμη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ., αντιστοίχως.
Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τις από 20-4-2004 προτάσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο εν λόγω διάδικος προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, ισχυριζόμενος ότι η αντίδικός του ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της και σε αντίθεση προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, για το λόγο ότι μέχρι την 2-10-2000 της είχε καταβάλει το συνολικό ποσό των 14.000.000 δραχμών, τμηματικώς σε δόσεις, τις οποίες προσδιόριζε κατά χρονολογία.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως αόριστη, την ένσταση αυτή, με την αιτιολογία ότι τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για την κατά νόμο θεμελίωσή της, καθώς επίσης και διότι δεν περιείχε αίτημα απόρριψης της αγωγής. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση του εναγομένου και ορθώς έκρινε αυτήν ως αόριστη, καθόσον δεν περιείχε τα ανωτέρω αναφερόμενα και αναγκαία για το ορισμένο αυτής περιστατικά.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, τέταρτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.8β ΚΠολΔ, καθώς και ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 14 της ίδιας διάταξης, με τους οποίους προβάλλεται, αντιστοίχως, ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό του ενάγοντος, και ότι παρά το νόμο απέρριψε αυτόν ως αόριστο, διότι περιείχε όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, ότι η ανωτέρω ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας ήταν ορισμένη, καθόσον διαλάμβανε και τα επί πλέον περιστατικά που αναφέρονται στο λόγο αυτό και τα οποία προτάθηκαν με την έφεση, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, καθόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό, που διαλάμβανε τα περιστατικά αυτά, ως απαράδεκτο, διότι προτάθηκε από τον εκκαλούντα-εναγόμενο, για πρώτη φορά στο Εφετείο χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 527, 269 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε προταθεί απαραδέκτως, με την προσθήκη-αντίκρουση των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεών του, μετά παρέλευση δώδεκα ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, προβάλλεται περαιτέρω εσφαλμένη απόρριψη της ως άνω ένστασης, διότι δήθεν δεν περιείχε αίτημα απόρριψης της αγωγής, ενώ αυτή περιείχε τέτοιο αίτημα, το οποίο περιλήφθηκε στο τέλος των προτάσεων του εναγομένου, με το οποίο ζητήθηκε η απόρριψη της αγωγής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία, η οποία αναφέρεται στην απόρριψη της έντασης ως αόριστης λόγω μη επάρκειας των προβαλλόμενων με αυτήν περιστατικών για την κατά νόμο θεμελίωσή της, η οποία στηρίζει το διατακτικό της απόφασης.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και θεμελιώνεται μόνο αν το σφάλμα της αιτιολογίας ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ή την ένσταση, ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη.
Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου) άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ο κανόνας δικαίου, του οποίου έγινε εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, σε τί συνίσταται η παραβίαση του κανόνα αυτού, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση του κανόνα, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, με το δε δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου, από τον αριθ. 1α της ίδιας διάταξης, προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ο μεν πρώτος ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω ένσταση απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστη και επομένως δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης, ο δε δεύτερος, ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο, εκτός από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεν αναφέρονται τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, ήτοι σε τί συνίσταται η παραβίαση του κανόνα αυτού, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση του κανόνα, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 19 και 1ΚΠολΔ, προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενη απόφαση και παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 976, 974ΑΚ, διότι σ' αυτήν περιέχονται αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικώς με τη νομή του επίδικου ακινήτου, για την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι με το προσύμφωνο πώλησης αυτού παραδόθηκε στον εναγόμενο η νομή του, ενώ περαιτέρω δέχθηκε, ότι από 1-7-2000, μετά την πάροδο της προθεσμίας που η ενάγουσα έταξε στον εναγόμενο για την απόδοση του ακινήτου σ' εκείνη κατακρατεί αυτό αυθαίρετα και παράνομα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, με αυτήν, με την οποία η ένδικη αγωγή εκτιμήθηκε ως διεκδικητική ακινήτου, κρίθηκε το δικαίωμα της κυριότητας της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου και όχι η νομή αυτού. Με την ίδια αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναίρεση, από το άρθρ. 559 αριθ.14ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως αλυσιτελή, την επί της διάταξης του άρθρου 992 ΑΚ στηριζόμενη ένσταση παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας από την αποβολή εκ της νομής του επίδικου ακινήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-12-2006 αίτηση για αναίρεση της 479/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ