Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of new facts and procedural compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of First Instance of Lamia. The appellant argued that new facts regarding land classification should allow for a retrial, but the court found no violation of procedural rules or evidence laws. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the municipality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17 and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment is inadmissible if it relies on facts unknown at the time of the original judgment that were not properly presented to the lower court, and if the procedural requirements for the appeal are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 563 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 563/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Κ. χήρας Π. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Κλειτσάκη και Ιωάννη Σταμούλη.
Των καθών η κλήση - αναιρεσίβλητων: 1. Δήμου Λαμίας, που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μπαμπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 2. Π. συζ. Α. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-5-2002 και 30-7-2002 αιτήσεις διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1640/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2003 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιανουαρίου 2004 αίτησή της και τους από 18 Ιανουαρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 750/2005 απόφαση με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 18 Μαΐου 2005 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 2ης εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανάγνωσε την από 25 Μαΐου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την 12596/26.5.2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Γ. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Π. σύζ. Α. Π., η οποία, όμως, δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία της εν λόγω αναιρεσίβλητης.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, με τις οποίες ορίζεται, ότι η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος (παρ. 1) και ότι κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης...
προκύπτει α) ότι είναι επιτρεπτή, με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας αναιρώντας ή αποδυναμώνοντάς το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (σχετ.
Ολ.ΑΠ 896/85, 1/1982) και β) ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπράγματου δικαιώματος) με πράξη της πολιτείας, μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως καταβολή πλήρους αποζημίωσης που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια.
Εξ άλλου από τα άρθρα 8 και 12 του ν. 1337/1983 "Περί επέκτασης των Πολεοδομικών σχεδίων κλπ", που, ακολούθησε το ν. 947/1979 και εκδόθηκε σε εκτέλεση και εφαρμογή της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 24 για τη χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, προκύπτει ότι θεσμοθετήθηκε νέα διαδικασία (διαφέρουσα από τη ρυμοτομία των ν.δ. 17.7.1923 και 797/71) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής, με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν χωρίς αποζημίωση μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητό τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ίσης αξίας και εισάγεται νέα διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου, και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχείρισης με την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής, με την οποία καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη (με ποσοστό ανάλογο με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας) για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και υποχρεωτικές αναδασμικές μεταβολές (μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων).
Περαιτέρω με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) κλπ" αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 12 του ως άνω ν. 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 56 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985 και ορίσθηκε (με την παρ. β), ότι "Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περιπτώσεως (α), (η οποία, σημειώνεται, ότι αφορά τις αναφερόμενες στην Πράξη Εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες που οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων, πρέπει, να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ.
από 17.7.1923 και ν.δ. 797/1971). Δικαιώματα της επόμενης περιπτώσεως (δ) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Σε περίπτωση αρνήσεως του κατόχου ή νομέως να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής εντός 15 ημερών από της εις αυτόν εγγράφου προσκλήσεως, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση των ανωτέρω ενδιαφερομένων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων". "Δένδρα, φυτείες, μανδρότοιχοι, συρματοπλέγματα, φρεάτια και λοιπές εγκαταστάσεις και κατασκευές νομίμως υφιστάμενες σε ιδιοκτησίες που με την πράξη εφαρμογής μεταβάλλουν ιδιοκτήτη αποζημιώνονται από τον οικείο ΟΤΑ (παρ.
δ'). Το ποσό της αποζημιώσεως καθορίζεται από την επιτροπή του π.δ. 5/1986 (ΦΕΚ 2Α), όπως ισχύει κάθε φορά και καταβάλλεται στον δικαιούχο. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την αξία των ανωτέρω αποφαίνεται το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την κύρωση από τον οικείο Νομάρχη και από τη μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής επέρχονται στις ιδιοκτησίες που συμμετέχουν στον πολεοδομικό (οικιστικό) σχεδιασμό, πλην των άλλων, και μεταβολές που δεν έχουν οικονομικό αντικείμενο, οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του άνω νόμου για τη συνολική διαχείριση της γης, με δέσμευση των υποχρεωτικώς εισφερόμενων τμημάτων αυτής και διάθεσή τους είτε απευθείας για τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους της πολεοδομικής μελέτης είτε για την αποκατάσταση άλλων ιδιοκτησιών που δεσμεύθηκαν για τον ίδιο σκοπό με μετακινήσεις των εισφερόμενων τμημάτων για την καλύτερη αξιοποίηση της γης.
Για δε τα επικείμενα (π.χ. κτίσματα, φυτείες κλπ) που υπάρχουν στα τμήματα αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την Πράξη Εφαρμογής, περιέρχονται σε άλλον ιδιοκτήτη, οφείλεται στον πρώην ιδιοκτήτη αποζημίωση από τον οικείο ΟΤΑ, ο οποίος, για την ανεμπόδιστη υλοποίηση του θεσμού και προς αποφυγή καθυστερήσεων στην ενεργοποίηση της νέας χρήσης γης, μπορεί να τη καταβάλει στο δικαιούχο και μετά την κατάληψη των άνω τμημάτων γης.
Η περιέχουσα τις εν λόγω ρυθμίσεις ως άνω διάταξη (άρθρο 12 παρ. 7 του ν. 1337/83, όπως ισχύει) εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του νέου θεσμού της υποχρεωτικής και άνευ αποζημίωσης εισφοράς γης από τους συμμετέχοντες ιδιοκτήτες. Ο θεσμός αυτός, όπως προεκτέθηκε, εισήχθη προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, δηλ.
της ανάπτυξης του πολεοδομικού (οικιστικού) σχεδιασμού σε εκτέλεση και εφαρμογή των επιταγών του προαναφερθέντος άρθρου 24 παρ. 2-4 του Συντάγματος, με βάση το οποίο : 2. "Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης...3.
Για να αναγνωρισθεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4.
Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της, σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής".
Με την ανάπτυξη αυτή πέραν της αναβάθμισης του οικιστικού περιβάλλοντος, εξυπηρετείται συγχρόνως και το συμφέρον των ιδιοκτητών, αφού συνεπάγεται αύξηση της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου τους, η δε άνω ρύθμιση, αφορά τα επικείμενα (συστατικά) των εισφερόμενων τμημάτων και όχι στο έδαφος των ιδιοκτησιών, για δε τα συστατικά ο νομοθέτης, παρότι είχε τη δυνατότητα, με βάση την άνω συνταγματική διάταξη, να ορίσει διαφορετικά, ότι δηλ.
θα εισφέρονταν άνευ αποζημίωσης, επέλεξε την άνω ευνοϊκότερη για τους πρώην ιδιοκτήτες λύση, υποχρεώνοντας τους οικείους ΟΤΑ να καταβάλουν σε αυτούς αποζημίωση, προβλέποντας συγχρόνως ταχεία διαδικασία για τον προσδιορισμό της και μη αποκλείοντας σε αυτούς το δικαίωμα να προσφύγουν στο αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο.
Ενόψει όλων αυτών η εν λόγω διάταξη, με το να επιτρέπει την κατάληψη (και επομένως αφαίρεση) των υποχρεωτικώς εισφερομένων τμημάτων γης, αναγκαίως δε μετ' αυτών και των σε αυτά επικειμένων (συστατικών), και πριν ακόμη από την καταβολή στο δικαιούχο της οφειλόμενης για τα τελευταία αποζημίωσης, δεν αντίκειται στην ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος ΟλΑΠ 19/2002.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι: με την υπ' αρ. 7128/5-10-90 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, που μεταγράφηκε νομότυπα στο Υποθηκοφυλακείο κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του σχεδίου πόλεως της περιοχής Καλυβίων - Ρεβενίων Λαμίας, που εκδόθηκε μετά το ΠΔ από 13-4-89 (ΦΕΚ 252/δ/3-5-89) με το οποίο εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη, που αφορά στην επέκταση πολεοδομικής ενότητας 'Αμπλιανης - Παγκρατίου και Καλυβίων - Ρεβενίων Λαμίας, του σχεδίου πόλης της Λαμίας.
Ότι με τη μεταγραφή της παραπάνω πράξης καθορίστηκαν και οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που εντάσσονται στο σχέδιο πόλεως καθώς και τα νέα ακίνητα αυτών, που διαμορφώθηκαν με την ίδια πράξη και τα οποία περιέρχονται σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1772/1988 και ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών στην περιοχή όπου επεκτάθηκε το σχέδιο πόλεως είναι και εκείνη της αναιρεσείουσας, μέρος των ακινήτων της οποίας, όπως αυτά περιγράφονται στην πράξη, περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Δήμου και αποτελεί τμήμα κοινόχρηστων δημοτικών δρόμων.
Ότι η αναιρεσείουσα προσκλήθηκε νομότυπα να παραδώσει τα ακίνητα που ο αναιρεσίβλητος Δήμος απαιτεί ως κοινόχρηστους δημοτικούς δρόμους και της κοινοποιήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1772/1988 ο υπό ημερομηνία 20-8-98 πίνακας επικειμένων που περιέχει την χρηματική αποζημίωση αυτών και ο οποίος της επιδόθηκε συνημμένα στο με αρ.
πρωτ. 5320/20-8-98 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Σχεδίων και Εφαρμογών την 15-12-98, (υπ' αρ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Π. Π.), η αναιρεσείουσα όμως με τη θέλησή της, δεν αναλαμβάνει την παρακατατεθείσα στις 28-7-02 χρηματική αξία για την αποζημίωση των επικειμένων. Ότι με αίτηση υπό ημερομηνία 7-11-94 ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ζήτησε ακύρωση της πιο πάνω, 7128/5-10-1990 απόφασης του Νομάρχη, αλλ' η αίτηση της αυτή απορρίφθηκε με την. 1730/00 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε, ότι οι διατάξεις του Ν. 1337/83, βάσει των οποίων έγινε η πολεοδόμηση και η εφαρμογή της στην ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, ακόμη και αν βεβαιωθούν δικαστικώς διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη (δηλαδή αν εισέφερε περισσότερη γη απ' ό,τι θα έπρεπε, όπως παραπονείται), είναι συνταγματικώς θεμιτές, "διότι δικαιολογούνται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών διαφορών και αποφυγής της συνεχούς αμφισβητήσεως του επιβληθέντος με την πράξη εφαρμογής νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος της περιοχής, αλλά και από την ανάγκη προστασίας των καλοπίστως αποκτωμένων κατόπιν της μεταγραφής της πράξεως εφαρμογής εμπραγμάτων δικαιωμάτων", και ότι, εντεύθεν, δεν έχει άλλο δικαίωμα, εκτός από την ενοχική αξίωση για τα επικείμενα αλλά και για την απομείωση της αξίας του ακινήτου, εφόσον άλλωστε δεν διαμαρτυρήθηκε με άλλον τρόπο κατά των καταστάσεων αυτών επί τόσο μεγάλο διάστημα.
Ειδικότερα, δέχθηκε το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αναιρεσείουσα με την επέκταση του πιο πάνω σχεδίου πόλεως, είναι υποχρεωμένη σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 1337/83 να καταβάλει εισφορά σε γη για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων (δρόμων) και ότι μετά την αφαίρεση της εισφοράς σε γη και την τοποθέτηση νέων ιδιοκτητών μεταξύ των οποίων και η δεύτερη αναιρεσίβλητη σε τμήμα της πρώην ιδιοκτησίας της, αποδόθηκαν σε αυτήν με βάση τη μετρηθείσα το 1989 αρχική της ιδιοκτησία των 3.536 τ.μ.
και όχι των 3.700 τ.μ. που αβάσιμα ισχυρίζεται ότι έχει, τρία οικόπεδα συνολικού εμβαδού 2.143 τ.μ άρτια και οικοδομήσιμα, με πρόσοψη σε δημοτικούς δρόμους. Ότι η ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας μετά από εμβαδομέτρηση και σύμφωνα με τους τίτλους της δεν είναι 206 τ.μ. επιπλέον, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, η δε απόδοση τριών οικοπέδων.
είναι σύμφωνη με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν. 1337/83. 'Ότι η αναιρεσείουσα δεν διαμαρτυρήθηκε στο παρελθόν, ότι η αρχική της ιδιοκτησία ήταν μεγαλύτερη απ' αυτή που διαπιστώθηκε από τους μελετητές και ότι κατά το άρθρο 4 του Ν. 1772/88, σε κάθε περίπτωση, προβλέπεται η μετατροπή των διαφορών σε χρηματική αποζημίωση, γεγονός που δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών διαφορών και ότι, συνεπώς, η παρακατατεθείσα από τον εφεσίβλητο Δήμο αποζημίωση της αναιρεσείουσας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ως αποζημίωση προερχόμενη από Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Τ.Α.) για τα επικείμενα της πρώην ιδιοκτησίας της, που έγινε σύμφωνα με το άρθρο 12, παρ. 7 του Ν. 1337/83 και το Π.Δ. 5/1986, είναι νόμιμη και συνταγματική.
Δέχθηκε, επίσης, το εφετείο ότι η περαιτέρω επιδίωξη για την επαύξηση της αποζημίωσης απόκειται στη δική της πρωτοβουλία, η δε παράλειψή της να την ζητήσει από το Δικαστήριο με την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν καθιστά άκυρη την απαλλοτρίωση, ούτε παραβιάζει την καλή πίστη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αναφορικά με την προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας.
Δέχθηκε, επίσης, το εφετείο ότι η απομείωση της αξίας του ακινήτου της αναιρεσείουσας δεν προέκυψε από δημόσιο έγγραφο ή δικαστική απόφαση, για να δικαιούται αποζημίωση γι' αυτή, αλλά και ότι δεν έχει επιδιωχθεί από την ίδια η αναγνώριση (διοικητική ή δικαστική) της τυχόν απομείωσης της αξίας του ακινήτου της, ο δε προσδιορισμός της αξίας των επικειμένων έγινε σύμφωνα με το αριθ. 5/17-12-86 Π.Δ.
και τα με αριθ. 1 και 2/1998 πρακτικά της αρμόδιας επιτροπής, που ορίστηκε με την αριθ. 1425/89 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας και όχι με τις διατάξεις του Ν.Δ. 797/71, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1337/83 και το Π.Δ. 5/1986. Ότι η αναιρεσείουσα δεν προσέφυγε δικαστικώς με την εκούσια δικαιοδοσία για να προσδιοριστεί μεγαλύτερη αξία απ' αυτή που καθόρισε η αρμόδια επιτροπή για τα επικείμενα (και όχι για το έδαφος, αφού τέτοια αποζημίωση δεν δικαιούται) και ότι, ως εκ τούτου:
α) ο ισχυρισμός της τελευταίας, ότι δεν έχει καθοριστεί δικαστικώς η αποζημίωσή της η οποία δεν αφορά τη γη, αλλά τα επ' αυτής πράγματα είναι αβάσιμος, επειδή με τη μεταγραφή της παραπάνω αποφάσεως του Νομάρχη, που κύρωσε την πράξη εφαρμογής, οφείλει η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1772/88 να αποδώσει τα επίδικα, γιατί τυχόν αξιώσεις της για τα επικείμενα είναι ενοχικές και όχι εμπράγματες, οι οποίες (εμπράγματες) και, μόνο, θα εμπόδιζαν την απόδοση των επιδίκων αλλά και β) η περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ένσταση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη, αφού και αληθών υποτιθεμένων των περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική της βάση δεν συνιστούν την επικαλούμενη από το άρθρο 281 ΑΚ κατάχρηση δικαιώματος.
Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης 1640/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε τα αυτά δεχθεί, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 17 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1 και 26 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, ούτε και ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1,8 παρ. 3 και 12 παρ. 7 του ν. 1337/1983, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με τα άρθρ. 4 του ν. 1772/1988, 8 παρ. 56 του ν. 1512/1985 αλλ' ούτε και του άρθρ. 281 ΑΚ Δεν παραβίασε, επίσης, τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε αρχικά με το νόμο 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ 53/1974, διότι, όπως προαναφέρθηκε, για μεν την αξία του εδάφους έλαβε η αναιρεσείουσα ισάξια, σε σχέση με την αρχική ιδιοκτησία της έκταση, για δε την αξία των επικειμένων παρακατατέθηκε αρμοδίως η εκτιμηθείσα αξία τους και στις δύο δε περιπτώσεις της παρέχεται πλήρης η δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης χρηματικής αποζημίωσης για τυχόν υπάρχουσα διαφορά στην απαλλοτριωθείσα έκταση και προσδιορισμού της πραγματικής αξίας των επικειμένων, ενέργειες, όμως, στις οποίες δεν έχει προβεί.
Είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος του κυρίως δικογράφου αλλά και οι λόγοι του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις πιο πάνω συνταγματικές και λοιπές ουσιαστικές διατάξεις.
Περαιτέρω, στην απόφασή του το εφετείο διέλαβε πλήρη επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, παράλληλα δε απάντησε σε όλους τους επί μέρους ισχυρισμούς και ενστάσεις της αναιρεσείουσας, όπως δια μακρών είχαν αναπτυχθεί στην έφεση και τις προτάσεις της. Δεν παρέλειψε, επίσης, το εφετείο να απαντήσει σε ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, για τον πρόσθετο λόγο ότι στην προκείμενη διαδικασία δεν εκδίδεται περί αποδείξεων απόφαση, ούτε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ούτε κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο.
Όσα, επομένως, περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο από τους λόγους της αιτήσεως του κυρίως δικογράφου, με τους οποίους προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης απόφασης για παραβίαση των διατάξεων των άρθρ. 559 αρίθ. 8,10,12,14 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους.
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται με τη δημοσίευση την αυτή ημέρα δημοσίευσης και της προσβαλλόμενη απόφασης (24.12.2003) του ν. 3212/2003, με το άρθρο 11 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρ. 12 παρ. 7 περ. ε του ν. 1337/1983, και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ".. κατ' εξαίρεση και μόνο επιτρέπεται στη διοίκηση, να ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει την πράξη εφαρμογής, για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα που αποδεικνύονται από στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά το χρόνο της κύρωσης της πράξης ή από τελεσίδικη δικαστική απόφαση..." και τούτο, διότι, ανεξάρτητα από το ότι η υποβληθείσα μετά το νόμο αυτό από 13.7.2004 με αρίθ.
πρωτ. 1903/2004 αίτηση της αναιρεσείουσας για ακύρωση της πράξης, απορρίφθηκε με την 5750/5.8.2004 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας με την αιτιολογία ότι "έχει κριθεί ήδη το επίμαχο ζήτημα και δικαστικά (υπάρχει δεδικασμένο) και δεν είναι δυνατή και υπό την ισχύ των νέων διατάξεων του ν. 1337/1983 η ακύρωση της υφιστάμενης πράξης εφαρμογής ισχύει...", προεχόντως, δεν είχε προβληθεί ενώπιον του εφετείου, ισχυρισμός για πλάνη περί τα πράγματα, συνιστάμενος στο ότι αγνοούσε η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης, ότι έκταση 408 μ2 είχε χαρακτηριστεί ως δημοτική οδός, ενώ ουδέποτε κατ' αυτήν είχε παραχωρηθεί στην κοινή χρήση και περιλαμβάνονταν, ως εκ τούτου, στην ιδιοκτησία της.
Συνεπώς, και στην περίπτωση, που ήθελε γίνει δεκτό, ότι η πιο πάνω διάταξη του άρθρ. 11 του ν. 3212/2003, έχει αναδρομική δύναμη, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, πέραν της τελεσιδικίας και για τον πιο πάνω λόγο. Επομένως, δεν ασκεί επιρροή στην πορεία της υποθέσεως αυτής, το ότι εκκρεμεί προσφυγή κατά της 5750/2004 απορριπτικής πράξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του παριστάμενου πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που περιλαμβάνει και την παράσταση κατά την δικάσιμο της 4.3.2005 κατά την οποία η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 750/2005 απόφαση αυτού του δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.1.2004 αίτηση της Κ. χήρας Π. Α. και των από 18.1.2005 πρόσθετων αυτής λόγων, για αναίρεση, της 189/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πρώτου των αναιρεσιβλήτων Δήμου, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια εβδομήντα (1.670) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ