Legislator Case Law & Legislation
562/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against one defendant but allows others, remanding case for retrial.

Case Number 562/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the 16th defendant who failed to appear or be represented by a lawyer. For the remaining 23 defendants, the court found the first ground of appeal valid because the medical personnel met the full-time employment requirements despite working outside their official schedule. Consequently, the appeal against the lower court's decision was allowed, and the case was remanded for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), 94(1), 96(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case ex officio if a party fails to appear or participate properly, and an appeal is admissible if the appellant fulfills statutory conditions such as full-time employment in hazardous medical units.

Keywords

AI generated
appeal admissibility full-time employment medical personnel hazardous conditions remand for retrial ex officio examination legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(3) of Law 3693/1957
Article 12(5) of Law 1738/1987
Article 30 of Law 4038/2012

Cited Case Law

AI generated
Case 1124/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 562 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 562/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Α. του Ι., 2.Ι. Γ. του Π., 3.Β. Δ. του Κ., 4.Σ. Ζ. του Θ., 5.Γ. Ζ. του Π., 6.Ν. Θ. του Α., 7.Θ. Κ. του Π., 8.Σ. (S.) Κ. (K.) του Χ. (H.), 9.Β. Κ. του Α., 10.Γ. Κ. του Γ., 11.Ι. Κ. του Π., 12.Γ. Λ. του Λ., 13.Θ. Λ. του Π., 14.Δ. Μ. του Β., 15.Π. Ν. του Δ., 16.Μ. Π. του Α., 17.Γ. Σ. του Ν., 18.Α. Π. του Ν., 19.Δ. Τ. του Ν., 20.Χ. Τ. του Ε., 21.Σ. Φ. του Ν., 22.Α. Χ. του Μ., 23.Γ. Χ. του Ν., και 24.Γ. Ψ. του Π., όλων κατοίκων .... Ο 16ος (Μ. Π. του Α.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πετρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ."), εδρεύοντος στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2017 και 80/2017 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2019 μη οριστική και 47/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 2/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1374/2017). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τέλος, κατά το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε και το άρθρο 260 διαμορφώθηκε και ισχύει από 1.1.2022 σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 120 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α'190), [που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με την παρ. 1β του άρθρου 116 του αυτού νόμου (4842/2021), όπως η τελευταία παράγραφος διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α' 246/10.12.2021)], "Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Στην προκειμένη περίπτωση, η από 15.9.2020 και με αριθμό κατ. 25/16.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, για τη δικάσιμο της 13ης Δεκεμβρίου 2022. Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο (13.12.2022), αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με αίτηση του αναιρεσιβλήτου, για τη δικάσιμο της 23ης Μαΐου 2023. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εισήχθησαν προς συζήτηση οι εγγεγραμμένες στο πινάκιο αναιρέσεις, λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023.

Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, έχοντας υπόψη το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει και το υπ' αριθμ. πρωτ. 22079 οικ./2.5.2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για αναστολή λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας ενόψει των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023, όρισε αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για την εκδίκαση της παρούσης υποθέσεως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (14.11.2023) και με πρωτοβουλία της γραμματέως η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Η επίσπευση της ένδικης από 15.9.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 25/16.9.2020 - Εφετείο ...) αίτησης αναίρεσης των είκοσι τεσσάρων (24) αναιρεσειόντων, που στρέφεται κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 7744/28.9.2022 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α.

Κ., κατά του αναιρεσίβλητου ΕΟΠΥΥ. Κατά τη συζήτηση, όμως της άνω αίτησης κατά την εκ νέου ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο δέκατος έκτος (16ος) των αναιρεσειόντων Μ. Π., ενώ παρέστησαν οι λοιποί, αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω Λεωνίδα Πετρακόπουλο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους (βλ.

σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια), Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τον απολιπόμενο ως άνω 16ο αναιρεσείοντα, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση του εν λόγω διαδίκου προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέα από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο.

Κατά συνέπεια ακύρως αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου του Οργανισμού κλήτευση αυτού, προκειμένου να παραστεί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είτε για την αρχική ή για την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης ήταν η εξής:

Oι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 18.12.2014 και με αριθμό κατ. 301/18.12.2014 αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι με υπό τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής ειδικότητές τους ως ιατρών, εργάστηκαν με σχέση ιδιωτικού δικαίου στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ..., όπως αυτή μετονομάσθηκε σε Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΕΟΠΥΥ ...

και σε Περιφερειακή Διεύθυνση Μεσσηνίας του ΕΟΠΥΥ, ήδη προ της 1.1.2008 και μέχρι τις 18.3.2014, πλην του υπ' αριθμ. 16 αυτών (Μ. Π.), ο οποίος υπηρέτησε στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... μέχρι και τις 11.3.2010 και του υπ' αριθμ. 24 εξ αυτών (Γ. Ψ.), ο οποίος υπηρέτησε στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ... μέχρι και τις 31.12.2008.

Ότι το εναγόμενο νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση αγωγή ως καθολικός διάδοχος των εντασσόμενων σε αυτό φορέων, υπεισερχόμενο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, όπως είναι ο Κλάδος Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διαγνώσεως ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του ΟΓΑ και του ΟΑΕΕ και ο ΟΠΑΔ.

Ότι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ), αλλαγή σκοπού ΕΟΠΥΥ και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 38/17.2.2014), αυτοί τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και ακολούθως, επειδή δεν υπέβαλαν αίτηση μετάταξης-μεταφοράς τους με την ίδια εργασιακή σχέση σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στην 6η ΔΥΠΕ Πελοποννήσου - Ιονίων Νήσων - Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας, απολύθηκαν αυτοδικαίως στις 19.3.2014, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παρ. 1 και 2 του άρθρου 16 ν. 4238/2014.

Ότι αν και διετέλεσαν όλοι συμβασιούχοι, υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ιατροί, υπό τις αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής αναφερόμενες ειδικότητές τους, κατά σειρά, στους ως άνω υγειονομικούς σχηματισμούς (στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ..., στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΕΟΠΥΥ ... και, τέλος, στην Περιφερειακή Διεύθυνση Μεσσηνίας του ΕΟΠΥΥ), ήδη πριν την 1.1.2008 και μέχρι τις 18.3.2014 [πλην του υπ αριθμ. 16 αυτών, ο οποίος υπηρέτησε στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ...

μέχρι τις 11.3.2010 και του υπ' αριθμ. 24 εξ αυτών, ο οποίος υπηρέτησε στην Περιφερειακή Διεύθυνση Μεσσηνίας του ΕΟΠΥΥ μέχρι και τις 31.12.2008], το εναγόμενο αρνείται παρά το νόμο, να τους καταβάλει το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 7 περ. α'του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 5 περ. α' του ν. 3205/2003, νοσοκομειακό επίδομα.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν, κατά την κύρια βάση, όπως κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, επικουρικά κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.ΝΑΚ, λόγω παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους είχε ανατεθεί να επεκτείνουν την εφαρμογή του νοσοκομειακού επιδόματος και σ' αυτούς και επικουρικότερα, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις να καταδικαστεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα, στο δικόγραφο της αγωγής τους λεπτομερώς και ειδικώς για τον καθένα τους προσδιοριζόμενα ποσά, που αφορούν το επίδικο διάστημα από 1.1.2008 έως 18.3.2014 (πλην του 16ου και 24ου εξ αυτών που αφορούν το διάστημα μέχρι 11.3.2010 και 31.12.2008, αντίστοιχα).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο ...) με την υπ' αριθμ. 36/30.3.2017 απόφασή του, η οποία διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 80/1.6.2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή και α) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα εκεί αναφερόμενα αναλυτικά για τον κάθε ενάγοντα ποσά και β) υποχρέωσε το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα εκεί αναφερόμενα αναλυτικά για τον κάθε ενάγοντα ποσά.

Κατά της απόφασης αυτής του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το εναγόμενο ΝΠΔΔ άσκησε την από 21.8.2017 και με αριθμό κατ. 51/24.8.2017 έφεσή του. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 109/6.9.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης "προκειμένου να προσκομίσουν οι εφεσίβλητοι, κατά τη νέα συζήτηση, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της έγγραφα" και συγκεκριμένα βεβαιώσεις του προϊσταμένου τους για την πλήρη και αποκλειστική απασχόλησή τους κατά την παροχή των υπηρεσιών τους στις ως άνω Υπηρεσίες Υγείας.

Με την από 6.11.2019 και με αριθμό 192/2019 κλήση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η έφεση του αντιδίκου τους.

Στη συνέχεια εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο ...), η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 47/9.4.2020 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση κατά της υπ' αριθμ. 36/30.3.2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 80/1.6.2017, απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και ακολούθως εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε.

Στη συνέχεια το δικαστήριο κράτησε και δίκασε στην ουσία την από 18.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης 301/18.12.2014 αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η υπό κρίση από 15.9.2020 και με αριθμό κατ. 25/16.9.2020 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 47/9.4.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων στις 22 Ιουλίου 2020, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με τη σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ...

Ζ. Σ. - Θ., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 16.9.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144 και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά το ίδιο ως αναιρεσίβλητο, ως προς τον 24ο των αναιρεσειόντων Γ.

Ψ. του Π. (και ως προς τον 16ο εξ αυτών), διότι πρόκειται για απαιτήσεις του εν λόγω διαδίκου από τη μη καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος που αφορούν χρονικό διάστημα πριν την 1.1.2012, ενόψει της αποχώρησης του εν λόγω ιατρού από την υπηρεσία ήδη από 1.1.2009 [άρθ. 17 παρ. 1 και 26 παρ. 9 του ν.3918/2011, όπως η τελευταία προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ.21 του ν. 3984/2011 σε συνδυασμό με τα άρθρα 29 παρ.1 και 33 παρ. 9 μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 53 παρ.2 περ.

α και γ αντίστοιχα] είναι απορριπτέος, καθότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση του εν λόγω διαδίκου για την από αυτόν άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στρεφομένης κατά του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ., το οποίο νομιμοποιείται παθητικά, αφού ο διάδικος αυτός ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και συνεπώς νομιμοποιείται στην άσκησή της κατ' αυτού (άρθ. 556 παρ.1 και 558 του ΚΠολΔ), αλλά αφορά την ουσία της διαφοράς και μπορούσε να προβληθεί από το αναιρεσίβλητο ως εναγόμενο με λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε την αγωγή ως προς τον διάδικο αυτό ή να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής με βάση το περιεχόμενό αυτής, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ή, τέλος, εάν η αγωγή γινόταν εν όλω ή εν μέρει τελεσιδίκως δεκτή και ως προς τον διάδικο αυτό με την άσκηση αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του εναγομένου ν.π.δ.δ.

και με την προβολή ειδικά σχετικού αναιρετικού λόγου και όχι προς απόκρουση της κατ' αυτού άσκησης αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του εν λόγω διαδίκου. Επομένως (με εξαίρεση τον 16ο Μ. Π. ως προς τον οποίο η συζήτηση της αναίρεσης, κατά τα αναφερόμενα στο κεφάλαιο 1 της παρούσας, κηρύχθηκε απαράδεκτη), η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). 3.- Κατά το άρθρο 4 παρ, 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.

Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 957/2018) Εξάλλου, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κ.λπ." ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1.1.2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ. 2 περ.

δ' του ν. 2470/1997). Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ.", καθότι σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 αυτού χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993 ορίζεται ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022/1997 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022/1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1.1.1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997, αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 περ. δ του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, κρίθηκε ότι παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, πρέπει να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 506/2019, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).

Ακολούθως και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18.2.2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 1312/2017).

Περαιτέρω, με το ήδη καταργηθέν με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) άρθρο 15 του ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), που ίσχυε από 1.11.2011 (άρθ. 32 παρ. 4 του ν. 4024/2011), ήτοι για μέρος του επιδίκου χρονικού διαστήματος, ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.

Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".

Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. Οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.02.2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011)", που όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ-ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων-διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.... 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες ...5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6.

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.... Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/5/2012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Όπως προεκτέθηκε, υπό το προγενέστερο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κλπ.

δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Ακολούθως, στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 (που καταλαμβάνει και τους ιατρούς, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ ακολούθως στον ΕΟΠΠΥ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 3918/2011, και στη συνέχεια στο ΠΕΔΥ, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014), δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στο ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 παρ. 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας).

Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο δικαιούνταν και οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, αφ' ενός μέχρι την 17.2.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18.2.2004, κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 εδ.

β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003, είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παρ. 1 α' αα' του ν. 2470/1997 για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 ν 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24/02/2012), στους οποίους (δικαιούχους) περιλαμβάνεται και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ., αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019).

Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Νομαρχιακών και των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ (μετέπειτα ΕΟΠΠΥ και στη συνέχεια ΠΕΔΥ) από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ., έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στο προσωπικό αυτό του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019).

Εξ άλλου, με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 2150/1993 ορίζεται ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές του Ιδρύματος..." και με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ότι "οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως (...) προς το ωράριο εργασίας (...) που ισχύει για τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ στο εξής θα ισχύει και για τους γιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου".

Κατά δε το άρθρο 7 παρ.2 στοιχ. α του Βασιλικού Διατάγματος της 17/18-2-1956 "περί υπηρεσιακής καταστάσεως των μονίμων ιατρών του ΙΚΑ" (ΦΕΚ Α 67), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 23 του ν. 2698/1953, όπως το άρθρο 7 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του από 11/12-6-1957 Βασιλικού Διατάγματος (ΦΕΚ Α 100), έχοντος διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 16 παρ.2 του ν. 1199/1981 (ΦΕΚ Α 237), ορίζεται ότι "Πλήρης απασχόλησις ιατρού θεραπευτού δια την εφαρμογήν του παρόντος Διατάγματος είναι η απασχόλησις:

α) Ιατρού οιασδήποτε ειδικότητος απασχολουμένου εν ιατρείω του ΙΚΑ.... επί 41/2 ώρας ημερησίως και επί αριθμόν ημερών μηνιαίως ίσον προς τας εργασίμους ημέρας, ανεξαρτήτως του αν η απασχόλησις λαμβάνει χώραν εις εργασίμους ή μη ημέρας", απασχόληση που αντιστοιχεί σε 27 ώρες την εβδομάδα (4 1/2 Χ 6 ημέρες) με το τότε εφαρμοζόμενο σύστημα της απασχόλησης για έξι ημέρες (παροχή εργασίας και τα Σάββατα).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο ..., με την υπ' αριθμ. 47/9.4.2020 αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: ". . .Οι ενάγοντες διετέλεσαν συμβασιούχοι, υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ιατροί, κατά σειρά, της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ..., της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας ΕΟΠΥΥ ...

και, τέλος, της Περιφερειακής Διευθύνσεως Μεσσηνίας του ΕΟΠΥΥ, ήδη πριν την 1.1.2008 και μέχρι τις 18.3.2014, πλην του δεκάτου έκτου εξ αυτών (. . .) και του εικοστού τετάρτου εξ αυτών, ο οποίος υπηρέτησε στην Περιφερειακή Διεύθυνση Μεσσηνίας του ΕΟΠΥΥ μέχρι και τις 31.12.2008. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπηρέτησαν ως ιατροί-υπάλληλοι, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους ως άνω υγειονομικούς σχηματισμούς με τις ακόλουθες ειδικότητες:

Ο πρώτος ως ωτορινολαρυγγολόγος, η δεύτερη ως νευρολόγος, η τρίτη ως οφθαλμίατρος, ο τέταρτος ως παιδίατρος, ο πέμπτος ως κυτταρολόγος, ο έκτος ως γυναικολόγος, η έβδομη ως ορθοπεδικός, η όγδοη ως γενικός ιατρός, η ένατη ως μικροβιολόγος, ο δέκατος ως γαστρεντερολόγος, η ενδέκατη ως μικροβιολόγος, ο δωδέκατος ως πνευμονολόγος, ο δέκατος τρίτος ως οφθαλμίατρος, ο δέκατος τέταρτος ως γενικός ιατρός, ο δέκατος πέμπτος ως αιματολόγος, ο δέκατος έκτος (. . .), ο δέκατος έβδομος, ως καρδιολόγος, ο δέκατος όγδοος ως παθολόγος, ο δέκατος ένατος ως γυναικολόγος, ο εικοστός ως γαστρεντερολόγος, ο εικοστός πρώτος ως κυτταρολόγος, η εικοστή δεύτερη ως ενδοκρινολόγος, ο εικοστός τρίτος, ως οφθαλμίατρος και ο εικοστός τέταρτος, ως ορθοπεδικός.

Οι ενάγοντες, ως έχοντες το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, ειδικότερα δε του ισχυρισμού τους ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους, δεν ανταποκρίθηκαν σ' αυτό τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος.

Μάλιστα με την υπ. αρίθμ. 109/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου οι ενάγοντες να προσκομίσουν σχετικές βεβαιώσεις του προϊσταμένου τους, σύμφωνα με τις οποίες θα βεβαιώνεται ότι αυτοί κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα παρείχαν τις υπηρεσίες τους με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, πλην όμως αν και οι ίδιοι επαναφέρουν προς συζήτηση την υπό κρίση έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και πάλι δεν προσκομίζουν καμία τέτοια βεβαίωση.

Οι προσκομιζόμενες από αυτούς αποφάσεις του Αρείου Πάγου με αριθμούς 464/2016, 967/2014 και 438/2014 με τις οποίες ισχυρίζονται ότι το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα χορηγήθηκε σε συναδέλφους τους στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση δεδομένου ότι όλες οι ανωτέρω αποφάσεις αποφαίνονται ότι το εν λόγω επίδομα χορηγείται στους γιατρούς του ΙΚΑ, ΕΟΠΠΥ κλπ με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, γεγονός που οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι συνέβαινε κατά τον χρόνο που αυτοί απασχολήθηκαν από τις ως άνω υπηρεσίες τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενο ότι οι ενάγοντες ήταν πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ως ουσιαστικά βάσιμου". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, 8 παρ. 5 του Ν. 3205/2003, 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, 4 του Συντάγματος και την παρ. 6 της οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24/02/2012), ως και εκείνες του άρθρου 18 παρ. 2 ν. 2150/1993 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. α του Β.Δ/τος της 17/18.2.1956, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 Β.

Δ/τος της 11/12.6.1957 που καθορίζουν το νόμιμο ωράριο του ιατρικού προσωπικού σε μονάδες του ΙΚΑ, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Και τούτο διότι οι αναιρεσείοντες πληρούσαν και την τασσόμενη στην παράγραφο 6 της προαναφερόμενης Κ.Υ.Α. προϋπόθεση της πλήρους απασχόλησης στους χώρους που αναφέρθηκαν παραπάνω, κατά το συμβατικό τους αλλά και κατά το νόμιμο ωράριο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, καθώς και της αποκλειστικής απασχόλησης, χωρίς να επηρεάζει το γεγονός ότι μέχρι τις 31.3.2014 οι αναιρεσείοντες δικαιούνταν, υπό το καθεστώς του Ν.Δ. 1204/1972, να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο, καθώς η ως άνω ΚΥΑ αξιώνει πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογούν την καταβολή του επιδόματος λόγω της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητάς τους, εντός του προβλεπομένου για τους δικαιούχους του επιδόματος ωραρίου και όχι να μην έχουν οι δικαιούχοι του επιδόματος τη δυνατότητα, εκτός του νομίμου ή συμβατικού ωραρίου τους, να απασχολούνται σε άλλον εργοδότη ή να αυτοαπασχολούνται, εφόσον τούτο ήταν επιτρεπτό κατά τις κείμενες διατάξεις (ΑΠ 1124/2019).

Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος 5.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (πλην του 16ου), κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191§2 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο παρ. 2 της ΚΥΑ Οικονομικών και Δικαιοσύνης με αρ. 134423/1992 (ΦΕΚ 1311/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 ν. 1738/1987 και το άρθρο 30 ν. 4038/2012, καθότι η νομική υπεράσπιση της υπόθεσης διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15.9.2020 και με αριθμό κατ. 25/16.9.2020 αίτηση αναίρεσης, ως προς τον δέκατο έκτο (16ο) αναιρεσείοντα Μ. Π..

ΑΝΑΙΡΕΙ, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, την υπ` αριθ. 47/9.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, των οποίων έγινε δεκτή η αναίρεση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ