Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, upholding lower court's finding of valid unilateral cancellation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against the First Instance Court of Thessaloniki's judgment. The company argued that the termination of indefinite-term employment contracts was invalid due to procedural errors and lack of evidence regarding the employees' union activities. The court rejected these claims, ruling that contract cancellation is a unilateral right exercisable without proof of fault and that the lower court properly relied on sworn testimony and documentary evidence to form its findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code; Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: The cancellation of an indefinite-term employment contract is a unilateral voidable act independent of the cause, subject only to the limits of good faith and social norms, and appeals based on lack of evidence for facts found by the court of first instance are inadmissible when such facts were supported by admissible evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 562 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 562/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., και 2)Φ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15302/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18/2/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18/2/2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 44/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 49/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 14/1/2019 εφέσεως κατά της 15302/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση των εκκαλουσών αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των τελευταίων, υποχρεώθηκε η εναγομένη αφενός να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγουσών, αφετέρου να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά με το νόμιμο τόκο.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, του Ν. 2112/1920 και 1, 5 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές του λόγω της υπερημερίας του κατά τα άρθρα 648 και 656 του ΑΚ. Προφανής δε υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδικήσεως, λόγω προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχειρήσεως του εργοδότη.
Ειδικότερα με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το Νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση στην οποία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, όπως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στην κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιών οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απολύσεως του μισθωτού αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής αποφάσεως του εργοδότη για την καταγγελία με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (ΑΠ 656/2018, ΑΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγουσών και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η οποία έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας το λιανικό εμπόριο διαφόρων ειδών διατηρώντας προς τούτο καταστήματα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, αυτές προσελήφθησαν προκειμένου να απασχοληθούν, ως ταμίες στην επιχείρησή της ως εξής:
Η πρώτη ενάγουσα προσελήφθη στις 23/1/1995 αρχικά με σύμβαση μερικής απασχόλησης, που μετατράπηκε σε πλήρους και αορίστου χρόνου την 1/4/1995 και η δεύτερη στις 4/7/2001 με σύμβαση εξάωρης απασχόλησης αορίστου χρόνου. Σε εκτέλεση των συμβάσεών τους οι ενάγουσες απασχολήθηκαν στην επιχείρηση της εναγομένης, ως ταμίες μέχρι τις 6/6/2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις τους.
Μετά από αυτό οι ενάγουσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αγωγή, που έγινε δεκτή με την 26208/2012 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των εν λόγω καταγγελιών ενώ υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στις ενάγουσες αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από τις 7/6/2011 μέχρι τις 7/6/2012 συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς επίσης και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής.
Όπως κρίθηκε με την απόφαση εκείνη, οι πρώτες αυτές απολύσεις έγιναν αποκλειστικά και μόνο για λόγους εκδίκησης και εξαιτίας νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης των εναγουσών. Συγκεκριμένα, επειδή οι και τότε ενάγουσες, αφού προηγουμένως είχαν αρνηθεί να υπογράψουν την επιχειρηθείσα από την εναγομένη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας τους με τη μείωση του χρόνου απασχολήσεώς τους και των λοιπών ταμιών κατά 2 ώρες ημερησίως, είχαν ασκήσει νόμιμη συνδικαστική δράση συμμετέχοντας στη σχετική νόμιμη απεργία του σωματείου τους.
Κατά της αποφάσεως εκείνης που είχε κηρυχθεί και προσωρινά εκτελεστή κατά τις διατάξεις της, που αφορούσαν και την υποχρέωση της εναγομένης για επαναπρόσληψη των εναγουσών, η τότε εναγομένη είχε ασκήσει έφεση επί της οποίας εξεδόθη η 1992/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξαφάνισε την τότε εκκληθείσα απόφαση, ως προς τους μισθούς υπερημερίας, τα επιδόματα και τη χρηματική ικανοποίηση κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως ουσία βάσιμη κατά τα λοιπά της αιτήματα.
Από τις προαναφερθείσες αποφάσεις που εκδόθηκαν επί της προγενέστερης αγωγής των εναγουσών - εκκαλουσών παρήχθη δεδικασμένο, που όμως αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των εναγουσών αφορά μόνο την ακυρότητα των πρώτων καταγγελιών των συμβάσεών τους και όχι και την ακυρότητα των ήδη επιδίκων νεοτέρων καταγγελιών και τους λόγους της ακυρότητας αυτής ακριβώς, επειδή πρόκειται για διαφορετική ιστορική αιτία.
Ειδικότερα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο οι ισχυρισμοί των εναγουσών περί καταχρηστικότητας των νεωτέρων και ήδη επιδίκων καταγγελιών των συμβάσεων τους, ως γενομένων από εκδίκηση προς το πρόσωπό τους, λόγω της διεκδίκησης των νόμιμων δικαιωμάτων τους και της νόμιμης συνδικαλιστικής τους δράσης αλλά πρέπει να ερευνηθεί από το παρόν δικαστήριο αν κατά τις νεώτερες καταγγελίες συνέτρεχαν οι επικαλούμενοι με την αγωγή λόγοι ακυρότητας.
Εδώ ας σημειωθεί ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την επικαλούμενη από 25/4/2013 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, όπως προκύπτει από την 334 Δ/23-7-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Φ.
Ε., απορριπτομένου, ως νόμω αβασίμου του ισχυρισμού της εναγομένης περί συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας "εν επιδικία" αφού το εδάφιο β' του άρθρου 261 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο η παραγραφή που διακόπηκε, αρχίζει με την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου δεν εφαρμόζεται στην ως άνω αποσβεστική προθεσμία (ΟλΑΠ 1338/1985).
Ως προς το ζήτημα της εγκυρότητας των επιδίκων νεωτέρων καταγγελιών προέκυψαν κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου τα εξής: Παρόλο που οι ενάγουσες επέδωσαν προς την εναγομένη στις 4/12/2012 εξώδικη δήλωση περί επαναπασχόλησής τους, η εναγομένη αρνήθηκε επίμονα να τις επαναπασχολήσει μέχρι και τις 25/4/2013, οπότε προέβη στις ήδη επίδικες νέες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους.
Μετά τις νεώτερες αυτές καταγγελίες οι ενάγουσες προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Ανατολικού Τομέα Θεσσαλονίκης, παραπονούμενες για καταχρηστική απόλυση και προσκαλώντας την εναγομένη για συζήτηση της σχετικής εργατικής διαφοράς, που έγινε στις 14 και 30/5ου /2013, εκείνη όμως δεν προσήλθε προσκομίζοντας μόνο υπομνήματα με τα οποία επέμενε στις κατά τις πρώτες απολύσεις θέσεις της και δεν επαναπροσέλαβε τις ενάγουσες ούτε και μετά την πρόταση της πιο πάνω υπηρεσίας για επανεξέταση του θέματος της απασχόλησης των εναγουσών.
Εξάλλου σε όλο το μεσολαβήσαν, από τις πρώτες μέχρι τις δεύτερες καταγγελίες χρονικό διάστημα οι ενάγουσες που παρέμειναν εργαζόμενες της εναγομένης, αφού οι προηγηθείσες απολύσεις τους ήταν άκυρες και μάλιστα είχαν κριθεί σαν τέτοιες και δικαστικά συνέχισαν τη συνδικαλιστική τους δράση. Πιο συγκεκριμένα και οι δύο ενάγουσες από τις οποίες η δεύτερη είναι και μέλος του επιχειρησιακού σωματείου της εναγομένης μετέβαιναν στους χώρους της επιχείρησης της εργοδότριάς τους, όπου μαζί με εκπροσώπους του κλαδικού τους σωματείου αλλά και τον πρόεδρο του παραρτήματος του επιχειρησιακού τους σωματείου ενημέρωναν τους συναδέλφους τους μετά το πέρας της εργασίας τους με τη διανομή φυλλαδίων και προκηρύξεων για τις επιχειρούμενες από την εναγομένη βλαπτικές μεταβολές των όρων εργασίας τους ζητώντας τους να αντιδράσουν και με συμμετοχή στις εκάστοτε απεργίες που προκηρύσσονταν.
Η συνδικαλιστική αυτή δράση των εναγουσών προκύπτει ιδίως από την πειστική κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της μάρτυρος Σ. Κ. προέδρου της ένωσης εμποροϋπαλλήλων Νομού Θεσσαλονίκης ενώ από την πλευρά της εναγομένης δεν υπάρχει καμμία μαρτυρική κατάθεση ή άλλο αποδεικτικό μέσο ικανό να αναιρέσει την παραπάνω παραδοχή.
Η μεταγενέστερη αυτή των πρώτων απολύσεων συνδικαλιστική δράση των εναγουσών ασφαλώς και ενόχλησε ενόψει και των όσων είχαν προηγηθεί, όπως διεκδίκηση νομίμων δικαιωμάτων τους με συνδικαλιστική δράση αλλά και προσφυγή στη δικαιοσύνη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, την εναγομένη. Η τελευταία υποστηρίζει προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγουσών για τους λόγους των ήδη επιδίκων νεωτέρων καταγγελιών των συμβάσεών τους, ότι αυτές έλαβαν χώρα για οικονομοτεχνικούς λόγους χωρίς όμως να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, εκτός από την 1555/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών υποστηρίζοντας ότι η απόφαση αυτή αφορά το ίδιο ζήτημα και συγκεκριμένα ότι στην Αθήνα είχαν απολυθεί την ίδια περίοδο για τον ίδιο λόγο 17 εργαζόμενοι και ότι η παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών έκρινε επί σχετικής αγωγής των εργαζομένων εκείνων, ότι η καταγγελία των συμβάσεών τους ήταν καθόλα έγκυρη διότι έλαβε χώρα αποκλειστικά και μόνο για οικονομοτεχνικούς λόγους, ικανούς να τη δικαιολογήσουν με γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεως.
Η παραπάνω όμως απόφαση που λαμβάνεται υπόψη, ως δικαστικό τεκμήριο δεν αφορά τον εδώ κρίσιμο χρόνο αλλά το έτος 2011, ενώ με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι οι καταγγελίες των εδώ εναγουσών δεν έγιναν για οικονομοτεχνικούς λόγους αλλά για λόγους εκδίκησης, εξαιτίας της συνδικαλιστικής τους δράσης.
Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, έκρινε το Εφετείο ότι οι από 25/4/2013 νεώτερες καταγγελίες των εναγουσών είναι άκυρες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η καταγγελία των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων από την αναιρεσείουσα είναι άκυρη ως καταχρηστική, λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τα άρθρα 281 ΑΚ 2 παρ. 8 του Ν. 3846/2010 και 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις με ανεπάρκεια, ασάφεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της, αφού το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σ' αυτήν επαρκώς, σαφώς και χωρίς ενδοιασμούς.
Ειδικότερα με σαφήνεια το Εφετείο δέχεται, ότι οι ενάγουσες συνέχισαν τη συνδικαλιστική τους δράση και πιο συγκεκριμένα με τη δεύτερη ενάγουσα να είναι και μέλος του επιχειρησιακού σωματείου της εναγομένης εταιρίας, μετέβαιναν στους χώρους της επιχείρησης της εργοδότριάς τους, όπου μαζί με εκπροσώπους του κλαδικού τους σωματείου αλλά και τον πρόεδρο του παραρτήματος του επιχειρησιακού τους σωματείου ενημέρωναν τους συναδέλφους τους μετά το πέρας της εργασίας τους με τη διανομή φυλλαδίων και προκηρύξεων για τις επιχειρούμενες από την εναγομένη βλαπτικές μεταβολές των όρων εργασίας τους, ζητώντας τους να αντιδράσουν και με συμμετοχή στις εκάστοτε απεργίες που προκηρύσσονταν.
Η συνδικαλιστική αυτή δράση των εναγουσών προκύπτει ιδίως από την πειστική κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρος Σ. Κ., προέδρου της ένωσης εμποροϋπαλλήλων νομού Θεσσαλονίκης, ενώ από την πλευρά της εναγομένης δεν υπάρχει καμία μαρτυρική κατάθεση ή άλλο αποδεικτικό μέσο ικανό να αναιρέσει την παραπάνω παραδοχή.
Η μεταγενέστερη αυτή των πρώτων απολύσεων συνδικαλιστική δράση των εναγουσών ασφαλώς και ενόχλησε, ενόψει και των όσων είχαν προηγηθεί (διεκδίκηση νομίμων δικαιωμάτων τους με προηγούμενη συνδικαλιστική δράση αλλά και προσφυγή στη δικαιοσύνη) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, την εναγομένη. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως 1 α, β και γ με τους οποίους αποδίδονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των άρθρων 281 ΑΚ 2 παρ. 8 του Ν. 3846/2010 και του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμία απόδειξη, δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του (ΑΠ 177/2016, ΑΠ 534/2014 και ΑΠ 259/2014).
Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει και αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων είναι άκυρες, ως αληθινά χωρίς απόδειξη (άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ). Από τη διαλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των εναγουσών, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και λαμβάνοντας υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις επιμέρους ομολογίες των διαδίκων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που λαμβάνονται υπόψη και αυτεπάγγελτα, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι τα παραπάνω αναφερόμενα κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά δεν δέχθηκε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη αλλά με βάση τις προσκομισθείσες πιο πάνω αποδείξεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός, που προβάλλεται σύμφωνα με τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/2/2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 44/2020 αίτηση αναιρέσεως της 49/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ