Legislator Case Law & Legislation
562/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim, ruling arguments lack legal interest and are vague.

Case Number 562/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a final judgment regarding unjust enrichment from a construction project. The appellants argued the lower court failed to examine specific defenses regarding funding and contract validity, but the court found these arguments lacked legal interest as they contradicted the lower court's explicit findings. Furthermore, the court rejected the appeal's fourth ground as vague because it failed to cite the specific legal rule violated or the precise error's impact on the verdict.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577 para. 3 and 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds lack legal interest or are vague, failing to specify the violated legal rule or the error's impact on the decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of legal interest vague grounds unjust enrichment code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 730-740 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 562 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 562/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Γ. Σ. του Ν., κατοίκου …, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΧΙΤΕΧ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πετρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997 Α.Ε. (ΟΠΠΕΘ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1712/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1635/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/9/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 3-9-2019 (2616/294/19-9-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 1635/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, αφού έγιναν τυπικά δεκτές οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 17112/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων περί καταβολής αμοιβής από εκτέλεση έργου, δυνάμει άκυρης σύμβασης, κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, έγινε κατ' ουσία δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), πρέπει δε να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Η διοίκηση αλλοτρίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730-740 του Α.Κ., ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υποθέσεως και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση, χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση από το νόμο ή από σύμβαση.

Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν τη διοίκηση αλλοτρίων σε γνήσια και μη γνήσια. Η γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται σε θεμιτή και αθέμιτη, η δε μη γνήσια σε αυτή που διεξάγεται εν γνώσει του διοικητή ότι χειρίζεται ξένη υπόθεση και σε αυτή που διεξάγεται εν αγνοία του, οπότε, πρόκειται για ιδιοτελή κατά πλάνη διοίκηση αλλοτρίων.

Η έννοια της γνήσιας διοικήσεως αλλοτρίων συντρέχει όταν, κατ' άρθρο 730 του Α.Κ., όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης και τη διεξάγει ως ξένη, προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει δικαίωμα, κατ' άρθρο 736 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοικήσεως και την ανόρθωση των ζημιών, κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, άλλως, πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως, διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται, κατ' άρθρο 737 του Α.Κ., να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Αντίθετα, πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή, αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον. Στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 740 του Α.Κ., δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υποθέσεως συνιστά παράνομη πράξη.

Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε, κατά το άρθρο 739 του ίδιου Κώδικα και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων, ενώ έχει δικαίωμα να απαιτήσει τις δαπάνες μόνο κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματική βούληση υπάρχει, όταν ο κύριος της υπόθεσης έχει εκφραστεί περί της ανάγκης της ενέργειας των πράξεων, που εκτέλεσε ο διοικητής, ενώ, εικαζόμενη βούληση είναι, όχι εκείνη, την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση, που μπορεί να θεωρηθεί, σε παρόμοιες περιστάσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια του κυρίου της υποθέσεως, άλλως, πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη, όμως, διοίκηση αλλοτρίων.

Αν ο διοικητής αλλοτρίων ενεργεί παρά την αντίθετη, ρητώς, εκφρασθείσα βούληση του κυρίου, η ενέργειά του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται προς την εικαζόμενη θέληση του κυρίου για τη διοίκηση της υποθέσεως, έστω και αν η επιχειρούμενη πράξη γίνεται προς το συμφέρον του τελευταίου. Το συμφέρον του κυρίου νοείται αντικειμενικώς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική παράσταση του διοικητή, αλλά η κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου σε μια τέτοια περίπτωση.

Λαμβάνεται δε υπόψη, όταν δεν μπορεί να διακριβωθεί η πραγματική ή η εικαζόμενη θέλησή του. Καταρχήν, δηλαδή, το συμφέρον αυτό είναι επικουρικό, σε σχέση με την εν λόγω θέληση του κυρίου. Σε κάθε περίπτωση γνήσιας αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν, για την αποκατάσταση των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διοικητής, οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Οι προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι οι εξής: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Για την απόδοση, δηλαδή, του πλουτισμού απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, οι οποίες αποτελούν τα στοιχεία του ορισμένου της αγωγής (Ολ.Α.Π. 22/2003). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι βασική προϋπόθεση της ευθύνης εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι η θετική ή αποθετική αύξηση της περιουσίας του λήπτη, δηλαδή, αν εχώρησε μετακίνηση οικονομικών στοιχείων από την περιουσία άλλου ή με ζημία τούτου, η οποία διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη, πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.

Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον, στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 του Α.Κ. δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά η αποκατάσταση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 909 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να υφίσταται, κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής (Ολ.Α.Π. 560/1974).

Γίνεται, εξάλλου, δεκτό ότι, με τις ανωτέρω διατάξεις, αποδίδεται ο συγκεκριμένος και πραγματικός πλουτισμός, αυτός, δηλαδή, που αποκόμισε ο λήπτης και όχι ό,τι θα μπορούσε να αποκομίσει ο μέσος άνθρωπος. Ενόψει τούτων, ως πλουτισμός νοείται και η εξοικονόμηση δαπανών, τις οποίες ο συγκεκριμένος λήπτης, υποθετικά, θα ενεργούσε και, λόγω της αδικαιολόγητης παροχής, τις απέφυγε (Ολ.Α.Π. 1773/1981).

Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Στοιχείο του πραγματικού κάθε αίτησης αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, η ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή, αν η παραπάνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία, η οποία (αιτία) μπορεί να έχει ως πηγή τη σύμβαση ή την αδικοπραξία ή το νόμο (Ολ.Α.Π. 23/2003, Ολ.Α.Π. 22/2003).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες, στο πλαίσιο των περιστάσεων αυτών, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, την οποία απέκτησε, χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής, που έλαβε χώρα, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1442/2014, Α.Π. 1462/2012, Α.Π. 1378/2011, Α.Π. 1057/2011, Α.Π. 1135/2010).

Στην περίπτωση, που το έργο ή οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν υπό περιστάσεις, που υποδηλώνουν γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων, ο διοικητής δικαιούται, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, μόνο τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε, κατά τις διατάξεις αυτές (του αδικαιολόγητου πλουτισμού) και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις τούτου.

Ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται συνιστά ένσταση του εναγομένου στηριζόμενη στο άρθρο 909 του Α.Κ. και, συνεπώς, εναπόκειται στο λήπτη του πλουτισμού να επικαλεσθεί ως εναγόμενος και να αποδείξει, κατά το άρθρ. 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το γεγονός της απώλειας ή της μείωσης του αρχικού πλουτισμού του (Ολ.Α.Π. 294/1981).

Ιδιαίτερη περίπτωση πλουτισμού είναι ο επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός, αυτός, δηλαδή, που αποκτάται, χωρίς τη βούληση του λήπτη, στον οποίο επιβάλλεται, χωρίς τη θέλησή του, καθώς αυτός δεν θα προέβαινε στη δαπάνη αυτή, ως μη έχων νομική ή πραγματική υποχρέωση προς τούτο. Στην περίπτωση αυτή, αν η ωφέλεια προσπορίστηκε στο λήπτη με την ελεύθερη βούληση του ζημιωθέντος, ο πλουτισμός δεν αναζητείται (Α.Π. 915/2011, Α.Π. 784/2005).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι, εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα. Στην περίπτωση δε που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του κανόνος ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και, υπό τα οποία, συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά, πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.Α.Π. 28/1998).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, με βάση τις οποίες, το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, κατ' άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., δεν θεμελιώνει τον ως άνω αναιρετικό λόγο η μη αναφορά του προσήκοντος κανόνος δικαίου ή η αναφορά μη εφαρμοστέων κανόνων και γενικά κάθε ατέλεια στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αν η πλημμέλεια αυτή δεν θίγει την ορθότητα του διατακτικού της απόφασης και δεν αλλοιώνει την υφή του δεδικασμένου.

Αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, επάγεται τις έννομες συνέπειες, που αυτό δέχθηκε.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν οι παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νομική βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π. 24/1992).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ως άνω διάταξης, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις δε του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π. 861/1984).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος 'Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης - Θεσσαλονίκη 1997', νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που...

ιδρύθηκε με το άρθρο 75 του ν. 2121/1993 και καθολικός διάδοχός του είναι το Ελληνικό Δημόσιο, για την εκπλήρωση του σκοπού του, που συνίστατο στην εκτέλεση όλων των απαιτούμενων εργασιών και στην κατασκευή όλων των αναγκαίων έργων υποδομής στη Θεσσαλονίκη, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση πολιτιστικών εκδηλώσεων στα πλαίσια της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 1997 στους χώρους που θα κατασκευάζονταν ή θα επισκευάζονταν, κατάρτισε έναν αρχικό πίνακα έργων υποδομής, τα οποία και επρόκειτο να εκτελέσει.

Μη διαθέτοντας, λόγω του βραχύβιου χαρακτήρα του, οργανωμένη και επανδρωμένη τεχνική υπηρεσία που θα μπορούσε να αναλάβει την εκτέλεση των έργων, ο Οργανισμός αποφάσισε να αναθέσει σε τρίτους την εκτέλεση και παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών σχετιζόμενων με την υλοποίηση των έργων. Με τη με αριθμό 5 απόφαση της 50ης Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της 15-11-1994 ενέκρινε τον "ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΜΗΤΡΩΟΥ ΑΝΑΔΟΧΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΥΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ", δυνάμει του οποίου, για το σύνολο των έργων που θα εκτελούσε, αποφάσισε να αναθέσει σε τρίτους τις υπηρεσίες μελέτης, τις υπηρεσίες επίβλεψης έργου, τις υπηρεσίες παρακολούθησης και ελέγχου μελέτης και τις υπηρεσίες χρονικού προγραμματισμού, ελέγχου χρονοδιαγράμματος και διοίκησης έργου...

Στην ίδια συνεδρίαση της 15-11-1994 αποφασίστηκε η δημοσίευση στον τύπο πρόσκλησης ενδιαφέροντος για την ανάδειξη αναδόχων για τις ανωτέρω υπηρεσίες. Έτσι, με τη δημοσιευθείσα πρόσκληση ζήτησε την υποβολή ενδιαφέροντος για την ανάδειξη οργανωμένου τεχνικού γραφείου, το οποίο θα παρείχε α) υπηρεσίες μελέτης, β) υπηρεσίες παρακολούθησης και ελέγχου μελέτης και γ) υπηρεσίες χρονικού προγραμματισμού, ελέγχου χρονοδιαγράμματος και διοίκησης έργων καθώς και υπηρεσίες επίβλεψης έργων...

ενώ παράλληλα με την πρόσκληση όρισε ότι θα επιλέξει μέχρι τρεις υποψηφίους αναδόχους για τις παραπάνω υπηρεσίες... Στην πρόσκληση αυτή, που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 1994, εκδήλωσαν ενδιαφέρον... για την υπό στοιχείο γ υπηρεσία οι δύο ενάγοντες... καθώς και οι εταιρείες "ΕΛΛΗΝΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." - "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ Ε.Ε." και "ΣΤΑΔΙΟΝ Α.Ε.", οι οποίες σχημάτισαν δύο ομίλους Τεχνικών Υπευθύνων Έργου..., που θα υποκαθιστούσαν την ανωτέρω ανεπαρκή τεχνική υπηρεσία του εναγομένου Οργανισμού, αποτελούμενη η μία ομάδα από τους ενάγοντες και η άλλη από τις τρεις προαναφερθείσες εταιρείες...

Σε εκτέλεση των προβλέψεων αυτού του Κανονισμού, μεταξύ των δύο ομίλων Τ.Υ.Ε. και του εναγόμενου Οργανισμού καταρτίστηκε στη συνέχεια η από 8-3-1995 έγγραφη σύμβαση παροχής των υπό στοιχείο γ υπηρεσιών, ενώ οι δύο όμιλοι, με εσωτερική συμφωνία τους, την οποία αποδέχθηκε ο εναγόμενος Οργανισμός, κατένειμαν μεταξύ τους τα έργα...

Ειδικότερα... συνάγεται ότι στα καθήκοντα του Τ.Υ.Ε., δηλαδή (και) των εναγόντων: 1) στα πλαίσια του προγραμματισμού των έργων, εντάσσονταν (μεταξύ άλλων) η κατάρτιση προκαταρκτικών μελετών... και η εκπόνηση μελετών σκοπιμότητας..., δηλαδή στα συμβατικά τους καθήκοντα υπάγονταν η εκπόνηση προκαταρκτικών μελετών και η ετοιμασία των τεχνικών φακέλων των έργων, 2) στα πλαίσια των υπηρεσιών διοίκησης, εντάσσονταν (μεταξύ άλλων) η διατύπωση των όρων των προκηρύξεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος ή των όρων δημοπρατήσεων για την επιλογή τυχόν ειδικών μελετητών, εργολάβων ή προμηθευτών που θα αναλάμβαναν αντίστοιχα τη σύνταξη μελέτης, την κατασκευή του έργου ή την προμήθεια υλικών ή εγκαταστάσεων, η διατύπωση σχετικών εισηγήσεων προς το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου Οργανισμού, ύστερα από την αξιολόγηση των προσφορών, για την επιλογή του καταλληλότερου μελετητή, κατασκευαστή ή προμηθευτή..., η κατάρτιση των σχεδίων των συμβάσεων που θα καταρτίζονταν μεταξύ του Οργανισμού και των μελετητών, εργολάβων και προμηθευτών των έργων ή άλλων τρίτων και τα οποία θα υποβάλλονταν στον πρώτο προς έγκριση..., 3) στα πλαίσια του ελέγχου των μελετών...

εντάσσονταν ο έλεγχος των μελετών που θα υπέβαλαν οι αναδειχθέντες μελετητές... , έτσι ώστε αυτές να είναι πλήρεις καθώς και η εισήγηση για την παραλαβή των μελετών... Είναι πρόδηλο επομένως από τις παραπάνω διατάξεις της επίμαχης από 8-3-1995 μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και του ανωτέρω κανονισμού, πλήρη γνώση των όρων του οποίου είχαν οι ενάγοντες, αφού αυτός ρητά αναγράφεται στην ίδια σύμβαση στον όρο 1γ, ότι εντός των συμβατικών υποχρεώσεων των τελευταίων, ως Τ.Υ.Ε., δεν εντάσσονταν η σύνταξη οποιωνδήποτε μελετών κτιριακών έργων (είτε προμελετών, είτε οριστικών είτε μελετών εφαρμογής), αλλά μόνο η παρακολούθηση σύνταξής τους από τους τρίτους μελετητές...

στους οποίους θα γινόταν η ανάθεσή τους από τα ανωτέρω αρμόδια όργανα του αρχικά εναγόμενου Οργανισμού, ανάλογα με το ύψος της οικείας δαπάνης, καθώς και ο έλεγχος και η παραλαβή των μελετών... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταγενέστερα της ανωτέρω από 8-3-1995 σύμβασης που είχε συναφθεί μεταξύ και των εναγόντων ως Τ.Υ.Ε.

και του εναγομένου Οργανισμού, καταρτίστηκε... η από 19-10-1995 συμφωνία μεταξύ του Οργανισμού Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης, που είχε αναλάβει, μετά από σχετική απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ και με χρηματοδότησή του, την υποχρέωση προετοιμασίας, μελέτης και εποπτείας του έργου "Ανάπλαση Τμήματος του Λιμένα Θεσσαλονίκης", του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ), ιδιοκτήτη των υφιστάμενων εντός του Λιμένα κτιρίων και εγκαταστάσεων και του εναγομένου Οργανισμού...

Το συγκεκριμένο έργο περιλάμβανε 9 υποέργα, στα οποία συγκαταλέγονται αυτά που ενδιαφέρουν και αποτελούν αντικείμενο της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα: 1. Αποκατάσταση Αποθήκης 1 και διαμόρφωσής της σε αίθουσα παραστάσεων - προβολών, 2. Αποκατάσταση Αποθήκης Α και διαμόρφωσή της σε χώρο εκθέσεων και εξυπηρέτησης κοινόχρηστων λειτουργιών, 3.

Αποκατάσταση Αποθήκης Β και διαμόρφωσή της σε κέντρο εφαρμοσμένων τεχνών, 4. Αποκατάσταση Αποθήκης Γ και διαμόρφωσή της μουσείο πόλης και 5. Αποκατάσταση Αποθήκης Δ και διαμόρφωσή της σε αίθουσα χοροθεάτρου και διαφόρων εκδηλώσεων, η δημοπράτηση ανακατασκευής των οποίων είχε ήδη αποφασιστεί... ότι θα γινόταν με το σύστημα μελέτη - κατασκευή...

Στην τριμερή αυτή συμφωνία για το επίμαχο έργο ... των επίμαχων πέντε δηλαδή Αποθηκών, δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στην ανάθεση, έστω και δυνητικά, σε τρίτους ή στους ενάγοντες σύνταξης μελετών σε οποιοδήποτε επίπεδο (προμελέτης, οριστικής και μελέτης εφαρμογής), αφού είχε ήδη προεπιλεχθεί, ως σύστημα δημοπράτησης, το σύστημα "μελέτη - κατασκευή", κατά το οποίο...

τις οποιεσδήποτε μελέτες εκπονούν οι εργολάβοι - ανάδοχοι και η αμοιβή αυτών περιλαμβάνεται στο εργολαβικό αντάλλαγμα, που ορίζεται ως μία μονάδα... Με την 8/24-10-1995 απόφαση της Επιτροπής Έργων του αρχικά εναγόμενου Οργανισμού, αποφασίστηκε ομόφωνα, σε υλοποίηση της παραπάνω τριμερούς συμφωνίας, να δοθεί εντολή στους ενάγοντες ως Τ.Υ.Ε.

για τη σύνταξη Τεχνικού Φακέλου για το συγκεκριμένο έργο των αποθηκών, το δε έγγραφο αυτό υπογράφηκε από τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο στις 2-11-1995. Με την 115/2-11-1995 απόφαση του ίδιου Διευθύνοντος Συμβούλου, ανατέθηκε στους ενάγοντες, με βάση τους όρους της από 8-3-1995 ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και την ως άνω 8/24-10-1995 απόφαση της Επιτροπής Έργων, η σύνταξη της Προκαταρκτικής Μελέτης για το επίμαχο έργο 6.1, τόσο για τα έργα πρώτης προτεραιότητας, μεταξύ των οποίων και η αποκατάσταση των ως άνω πέντε Αποθηκών...

όσο και για τα λοιπά έργα αυτού. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες ως Τ.Υ.Ε. με το …/…-11-1995 έγγραφο του αρχικά εναγομένου Οργανισμού. Στο .../…-11-1995 έγγραφο των εναγόντων ως Τ.Υ.Ε., αυτοί, αφού αναφέρουν ότι δεν τους έχει κοινοποιηθεί απόφαση για τη σύνταξη τεχνικού φακέλου για το έργο, δηλώνουν προς τον εναγόμενο Οργανισμό ότι για το συγκεκριμένο έργο, τμήμα του οποίου αποτελούσε η κατά τα ανωτέρω αποκατάσταση των πέντε Αποθηκών..., που κατά τα ήδη λεχθέντα, είχε αποφασιστεί να γίνει με το σύστημα δημοπράτησης "μελέτη - κατασκευή", θα ετοιμαστούν οι σχετικές προκαταρκτικές μελέτες και οι τεχνικοί φάκελοι των έργων από τους ίδιους, κάτι που αποτελούσε, εξάλλου, και συμβατικό τους καθήκον κατά την από 8-3-1995 μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας σύμβασης και ζητούν, ενόψει του προβλεπόμενου σύντομου χρόνου για την έναρξη της διαδικασίας δημοπράτησης και του επιλεγέντος συστήματος "μελέτη - κατασκευή", να τους δοθεί άμεση εντολή σύνταξης των Τευχών Δημοπράτησης των Έργων, χωρίς να κάνουν καμία απολύτως μνεία για την ανάγκη σύνταξης, πολύ περισσότερο από τους ίδιους και προμελετών μαζί με τα Τεύχη Δημοπράτησης.

Στις 20-11-1995 ο εναγόμενος Οργανισμός, απαντώντας με το …. έγγραφό του, που υπογράφεται από τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο..., δηλώνει 1) ότι έχει κοινοποιηθεί με το ως άνω …/…-11-1995 έγγραφο, που παρελήφθη από εκπρόσωπο των εναγόντων την 3-11-1995, η ανωτέρω …/…-11-1995 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου για τη σύνταξη των προκαταρκτικών μελετών, 2) ότι οι επιμέρους προϋπολογισμοί των Έργων Ανάπλασης του Τμήματος Λιμένος Θεσσαλονίκης θα προκύψουν από τη σύνταξη του τεχνικού τους φακέλου και 3) ότι εντολή σύνταξης των Τευχών Δημοπράτησης θα δοθεί μετά την έγκριση του Τεχνικού Φακέλου του κάθε έργου.

Παρά την τελευταία ρητή δήλωση του Οργανισμού, επιμένοντας οι ενάγοντες να τους δοθεί άμεση εντολή για τη σύνταξη Τευχών Δημοπράτησης του συγκεκριμένου έργου της αποκατάστασης των συγκεκριμένων πέντε Αποθηκών, αποστέλλουν στον αντισυμβαλλόμενό τους Οργανισμό το …/…-12-1995 έγγραφό τους, με το οποίο δηλώνουν ότι αφού η εντολή για τη σύνταξη των προκαταρκτικών μελετών τους δόθηκε (κατά τους ισχυρισμούς τους) με το …/…-11-1995 έγγραφο του τελευταίου (παρά την αντίθετη δήλωση αυτού ότι τούτο έγινε στις 3-11-1995), πρέπει να αναθεωρηθεί ο χρόνος σύνταξης του Τευχών Δημοπράτησης...

Το έγγραφο αυτό καταδεικνύει την πρώτη απόπειρα αυθαίρετης και πέραν των συμβατικών αρμοδιοτήτων τους ενέργειες των εναγόντων να προβούν, πριν τη σύνταξη των Τεχνικών Φακέλων, από όπου θα προκύψουν οι σχετικοί προϋπολογισμοί, στη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης για τις επίδικες πέντε Αποθήκες, χωρίς να τους έχει δοθεί ακόμη εντολή, η αμοιβή για τα οποία (τα τεύχη δημοπράτησης) συναρτάται ακριβώς με τον προϋπολογισμό.

Υπαναχωρούν, όμως, με το …/…-12-1995 έγγραφό τους, όπου δηλώνουν προς τον Οργανισμό ότι αφού δεν έχουν λάβει απάντηση στο ανωτέρω …/…-12-1995 έγγραφό τους, δεν θα 'ενεργοποιήσουν' τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης. Εν συνεχεία, με το …/…-2-1996 έγγραφό τους οι ενάγοντες - Τ.Υ.Ε. υποβάλλουν προς τον Οργανισμό τους Τεχνικούς Φακέλους των επίμαχων έργων...

και με το …/…-2-1996 έγγραφό τους ενημερώνουν τον Οργανισμό ότι μετά την υποβολή των Τεχνικών Φακέλων αναμένουν την εντολή για τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης καθώς και για προβλήματα καθυστέρησης στο χρονοδιάγραμμα του έργου. Ο Οργανισμός, με την …/…-2-1996 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, εγκρίνει τους υποβληθέντες τεχνικούς φακέλους των ως άνω Αποθηκών...

αποφασίζει να εγκρίνει τη δημοπράτηση των Αποθηκών με το σύστημα 'μελέτη - κατασκευή', να αναθέσει τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης στον Τ.Υ.Ε. (στους ενάγοντες), ορίζοντας ότι πριν την έναρξη της σύνταξης αυτών των τευχών ο Τ.Υ.Ε. οφείλει να υποβάλει προς έγκριση το ύψος της αμοιβής που απαιτείται για την εργασία αυτή...

Οι ενάγοντες... αν και τους είχε τεθεί ως όρος για την ανάθεση της σύνταξης των Τευχών Δημοπράτησης η υποβολή προς έγκριση του ύψους της αμοιβής που απαιτούνταν για την εργασία αυτή, με το …./…-3-1996 έγγραφό τους αρκούνται να υποβάλλουν την 'εκτίμησή' τους για το ύψος της αμοιβής τους για τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης για τις συγκεκριμένες πέντε Αποθήκες,...

εκτιμώντας... τη συνολική αμοιβή σε 77.226.000 δρχ. Σπεύδουν δε με το …/…-3-1996 έγγραφό τους να διευκρινίσουν προς τον Οργανισμό ότι η 'προεκτίμηση' αμοιβής τους έχει 'χαρακτήρα τελείως προσωρινό και ενδεικτικό, αφού δεν είναι ακόμα γνωστά τα τεχνικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του έργου, όπως και η οριστικοποίηση του προϋπολογισμού του'.

Προηγουμένως, με το …./…-3-1996 έγγραφό τους... δέχονται ότι 'μετά την έγκριση των τεχνικών φακέλων έχει δοθεί εντολή σύνταξης τευχών δημοπράτησης' και στη συνέχεια εισηγούνται για τη διαδικασία δημοπράτησης των έργων και το είδος του διαγωνισμού, χωρίς να κάνουν καμία μνεία ότι, παρά το επιλεγέν σύστημα δημοπράτησης 'μελέτη - κατασκευή', υφίσταται ανάγκη ή συγκεκριμένοι λόγοι που θα πρέπει να εκπονηθούν, και μάλιστα από τους ίδιους, πράγμα αντίθετο με τα συμβατικά τους καθήκοντα...

μαζί με τα Τεύχη Δημοπράτησης και προμελέτες των ως άνω Αποθηκών. Μετά την από 19-3-1996 εισήγηση του Διευθυντή των Έργων του εναγόμενου Οργανισμού προς την Επιτροπή Έργων... η τελευταία, στη συνεδρίαση της 20ης Μαρτίου 1996, με την απόφασή της με αριθμό …, αποφασίζει ομόφωνα τη σύνταξη από τον Τ.Υ.Ε. των Τευχών Δημοπράτησης του επίμαχου έργου...

και σχετικά με την αμοιβή του αποφασίζει ότι αυτή θα καθοριστεί... 'μετά από κοινή σύσκεψη μεταξύ των Νομικών Συμβούλων του Οργανισμού... με τον Διευθυντή Έργων και εκπροσώπους των Τ.Υ.Ε., όπου θα συζητηθούν συνολικά τα θέματα αμοιβών των Τ.Υ.Ε. για την παροχή Υπηρεσιών Διοίκησης Έργου στον Οργανισμό 'Θεσσαλονίκη '97'.

Επακολουθεί το …./…-3-1996 έγγραφο των εναγόντων, με το οποίο, παρά τα όσα ανέφεραν στο προαναφερθέν …/…-3-1996 έγγραφό τους... , στο οποίο αποδέχονταν ότι 'μετά την έγκριση των τεχνικών φακέλων έχει δοθεί εντολή σύνταξης τευχών δημοπράτησης', δηλώνουν προς τον Οργανισμό ότι 'η εργασία σύνταξης των τευχών δημοπράτησης δεν έχει ακόμα αρχίσει επειδή θεωρούμε ότι δεν μας έχει ανατεθεί όπως επισημαίνουμε και στην επιστολή μας με αρ.

πρωτ. …/…-3-1996'. Εν τω μεταξύ, την 10-5-1996... υπογράφεται η Ειδική Προγραμματική Σύμβαση μεταξύ του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Προστασίας Περιβάλλοντος Θεσσαλονίκης του εναγόμενου Οργανισμού και του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης, που είχαν υπογράψει και την από 19-10-1995 τριμερή συμφωνία, το κείμενο της οποίας επιμελήθηκαν οι ενάγοντες, αφού η κατάρτιση των κειμένων των συμβάσεων ανήκε στα συμβατικά τους καθήκοντα.

Με την Ειδική αυτή Προγραμματική Σύμβαση καθορίζονται επακριβώς οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες των συμβαλλομένων σε σχέση με το επίδικο έργο της Ανάπλασης και Ανακατασκευής των Αποθηκών Α, Β, Γ, Δ και 1 στον Α Προβλήτα του Λιμένα Θεσσαλονίκης και του υπαίθριου χώρου αυτών... Από το περιεχόμενο των παραπάνω άρθρων της από 10-5-1996 Ειδικής Προγραμματικής Σύμβασης παρατηρείται ότι υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ των τμημάτων του έργου 6.1, δηλαδή αυτό διαχωρίζεται στο έργο της 'Ανάπλασης - Ανακατασκευής των Αποθηκών Α, Β, Γ, Δ και 1 του 1ου Προβλήτα, με το οποίο και μόνο σχετίζεται η παρούσα αντιδικία και το έργο της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου καθώς και ότι στο πρώτο έργο δεν προβλέπεται η εκπόνηση μελετών οποιουδήποτε σταδίου, σε αντίθεση με το δεύτερο, στο οποίο προβλέπεται ρητά 'η ανάθεση και υπογραφή σύμβασης μελέτης'.

Και πράγματι για το τμήμα αυτό, της διαμόρφωσης δηλαδή του περιβάλλοντος χώρου, με την 115/2-4-1996 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου Οργανισμού, ανατίθεται στους ενάγοντες να προβούν στην ανάθεση σε μελετητές της σχετικής μελέτης μέχρι του σταδίου της Οριστικής Μελέτης και στις 14-10-1996 υπογράφεται η σχετική σύμβαση...

Αυτό που πρέπει με ιδιαίτερη έμφαση να παρατηρηθεί στο σημείο αυτό είναι ότι σε όλα τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν οι ενάγοντες, ως Τ.Υ.Ε., δεν κάνουν απολύτως καμία μνεία ούτε ανάγκη σύνταξης προμελετών για το συγκεκριμένο έργο της Ανάπλασης - Αποκατάστασης των 5 Αποθηκών, για τις οποίες ως σύστημα δημοπράτησης έχει αποφασισθεί το σύστημα 'μελέτη - κατασκευή', κατά το οποίο όλες οι μελέτες επιβαρύνουν τους αναδόχους, ούτε, πολύ περισσότερο, στη σύνταξη προμελετών από τους ίδιους, ενέργεια, που, ούτως ή άλλως, εξέρχεται των συμβατικών τους καθηκόντων, όπως περιγράφονται στην από 8-3-1995 σύμβαση παροχής υπηρεσιών που συνήψαν με τον εναγόμενο Οργανισμό και ιδίως στο κεφάλαιο 2.4 αυτής..., στα πλαίσια του οποίου τους ανατίθεται η επίβλεψη των εκπονούμενων από τρίτους μελετών και όχι η σύνταξη αυτών.

Υπενθυμίζεται ότι, όπως ήδη λέχθηκε, κάθε είδους μελέτη όχι μόνο για το συγκεκριμένο έργο, αλλά για όλα τα έργα που υλοποιούσε ο εναγόμενος Οργανισμός, η ανάθεσή της, εφόσον υπήρχε ανάγκη σύνταξής της, θα ανατίθετο σε μελετητές που είχαν εγγραφεί στο Μητρώο Μελετητών με τη διαδικασία που προβλέπονταν.

Η ανάθεση γινόταν κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 6 του προαναφερθέντος 'ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΜΗΤΡΩΟΥ ΑΝΑΔΟΧΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΥΤΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ', από τα αρμόδια, ανάλογα με το ύψος της δαπάνης, όργανα του Οργανισμού...

Εξάλλου, ακριβώς για την ανάθεση μελετών είχε συσταθεί η Συμβουλευτική Επιτροπή Εισήγησης για την ανάθεση μελετών με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου Οργανισμού της συνεδρίασης …/….-7-1995... Ακόμη και στα παραπάνω έγγραφα υποβολής, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι θέμα αυτών είναι η υποβολή των Τευχών Δημοπράτησης των Αποθηκών 1, Α, Β, Γ, Δ του 1ου Προβλήτα, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη 'προμελέτη' δεν εμφανίζεται ούτε σε κανένα από αυτά τα έγγραφα ούτε στα επιμέρους έγγραφα που συνυποβάλλονται...

Οι ενάγοντες για την πληρωμή τους για τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης υποβάλλουν, με το …/…-1-1997 έγγραφό τους, το 24ο πινάκιο αμοιβής, με το οποίο ζητούν... συνολικά το ποσό των 73.781.850 δρχ. Μετά από το παραπάνω έγγραφο ο εναγόμενος Οργανισμός εκδίδει, δια του διευθύνοντος συμβούλου, τη …/…-2-1997 εντολή πληρωμής, με την οποία, αφού εγκρίνει ως οριστικό το ως άνω πινάκιο αμοιβής, εντέλει το λογιστήριο για πληρωμή στους ενάγοντες (Τ.Υ.Ε.) ποσού 61.213.494 δρχ...

Πριν όμως την έκδοση της ανωτέρω εντολής πληρωμής, ενώ έχουν υποβληθεί προς έγκριση τα Τεύχη Δημοπράτησης για τις Αποθήκες 1, Δ και Α... και ενώ η ημερομηνία διεξαγωγής του σχετικού διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου για ανακατασκευή της Αποθήκης 1 έχει οριστεί για την 17-10-1996, οι ενάγοντες θέτουν, για πρώτη φορά, θέμα αμοιβής για προμελέτες για την αυτή Αποθήκη 1, υποβάλλοντας, την 19-9-1996, το 19ο πινάκιο αμοιβής.

Σ' αυτό, αφού προσδιορίζουν την αιτούμενη αμοιβή για τη σύνταξη του οικείου Τεύχους Δημοπράτησης της συγκεκριμένης Αποθήκης 1 στο συνολικό ποσό των 18.282.140 δρχ., αναφέρουν ότι το πινάκιο αφορά και τον υπολογισμό της αμοιβής τους για την εκπόνηση Προμελέτης για τη συγκεκριμένη Αποθήκη 1... Στο εν λόγω πινάκιο δεν κάνουν καμία απολύτως μνεία για τις συνθήκες ανάθεσης της εκπόνησης των προμελετών για την Αποθήκη 1.

Στο έγγραφο αυτό των εναγόντων ο εναγόμενος Οργανισμός τοποθετείται με το …/…-10-1996 έγγραφο του Διευθυντή Έργων που απευθύνεται στο Διευθύνοντα Σύμβουλο. Σ' αυτό ο τελευταίος απαριθμεί, κατά τον αριθμό και το περιεχόμενό τους, όλα τα συμβατικά στοιχεία για τη συγκεκριμένη Αποθήκη 1, που ήδη αναφέρθηκαν, δηλαδή την απόφαση της …./…-2-1996 Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου, όπου αποφασίστηκε...

η ανάθεση των Τευχών Δημοπράτησης στους ενάγοντες, με την προϋπόθεση, πριν την έναρξη της σύνταξής τους, να υποβάλλουν προς έγκριση το ύψος της αμοιβής τους, το …/…-3-1996 έγγραφο των εναγόντων - Τ.Υ.Ε. που προσδιορίζουν τη συγκεκριμένη αμοιβή τους για τη συγκεκριμένη Αποθήκη... χωρίς να κάνουν οποιαδήποτε μνεία για την εκπόνηση προμελετών και για το ύψος των αμοιβών αυτών και, τέλος, την 125/11-6-1996 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την ανάθεση της σύνταξης των Τευχών Δημοπράτησης των εν λόγω Αποθηκών στους ενάγοντες.

Εν συνεχεία, ρητά αναφέρει ότι δεν υπάρχει ούτε έγγραφο ούτε εισήγηση των εναγόντων για το απαραίτητο - αναγκαίο της σύνταξης προμελέτης για τη δημοπράτηση των Αποθηκών, ότι για συγκεκριμένη Αποθήκη 1, ο Τ.Υ.Ε. υπέβαλε προς έγκριση τα Τεύχη Δημοπράτησης, χωρίς καμία αναφορά σε υποβολή προμελέτης και δαπάνης αυτής, ότι η Εκτελεστική Επιτροπή ενέκρινε αποκλειστικά και μόνο τα Τεύχη Δημοπράτησης, θεωρώντας εύλογα, ενόψει της έλλειψης εντολής εκπόνησης προμελετών, ότι μόνο αυτά υποβάλλονται, αφού μόνο για αυτά είχε δοθεί, την 11-6-1996, εντολή σύνταξής τους από το Διοικητικό Συμβούλιο και, τέλος, ότι όταν ανετέθη, την 11-6-1996, η σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης δεν προβλέπονταν νομοθετικά, για το σύστημα δημοπράτησης 'μελέτη- κατασκευή'...

η χορήγηση προμελέτης στους διαγωνιζόμενους αναδόχους. Στο πλήρως αιτιολογημένο αυτό έγγραφο του Διευθυντή Έργων, οι ενάγοντες δεν αντιδρούν... Στο σημείο αυτό θα πρέπει καταρχήν να ελεγχθεί αν μαζί με τα υποβληθέντα Τεύχη Δημοπράτησης... υποβλήθηκαν στοιχεία αρχιτεκτονικής προμελέτης, προμελέτης φέρουσας κατασκευής (Στατικών) Κτιριακών Έργων και προμελέτης εγκαταστάσεων κτιριακών έργων, όπως το περιεχόμενο αυτών προβλέπεται αντίστοιχα στα άρθρα 229, 238 και 247 του ΠΔ 696/1974, αφού αυτές αφορά η ασκούμενη δια της ένδικης αγωγής αξίωση των εναγόντων για λήψη αμοιβής τους ισόποσης με τη φερόμενη ωφέλεια του εναγόμενου Οργανισμού.

Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι καταφατική... αφού, όπως προκύπτει από την από Σεπτεμβρίου 2016 τεχνική έκθεση... του πολιτικού μηχανικού Κ. Ν. και την από 7-3-2016 τεχνική έκθεση του Κ. Λ., που προσκομίζουν οι ενάγοντες, μαζί με τα Τεύχη Δημοπράτησης, για κάθε αποθήκη υπέβαλαν τεύχη, τα οποία, αν και δεν φέρουν τον τίτλο 'προμελέτη', εν τούτοις φέρουν τα εκ του ως άνω ΠΔ στοιχεία προμελετών και αποτελούν τέτοιες....

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από επιστολές κάποιων εκ των αναδόχων των επίμαχων αποθηκών, όπου γίνεται αναφορά σε εκπόνηση προμελέτης που τους παραδόθηκε... Κύριο, όμως, θέμα επί της προκείμενης διαφοράς δεν είναι αν μαζί με τα τεύχη δημοπράτησης για την αποκατάσταση των πέντε Αποθηκών..., των οποίων είχε πράγματι ανατεθεί η εκπόνηση στους ενάγοντες ως Τ.Υ.Ε...., αλλά οι συνθήκες, υπό τις οποίες εκπονήθηκαν από τους ενάγοντες και αν δικαιούνται σχετικώς αμοιβής, ενόψει των ισχυρισμών του εναγόμενου Οργανισμού περί ανυπαρξίας εντολής, περί επιβαλλόμενου πλουτισμού και ανυπαρξίας εν τέλει πραγματικού πλουτισμού...

Μετά την υποβολή την 19-9-1996 του προαναφερθέντος 19ου πινακίου αμοιβής από τους ενάγοντες, όπου για πρώτη φορά αξιώνουν αμοιβή για προμελέτες για την Αποθήκη 1... οι εν λόγω διάδικοι επανέρχονται στο επίμαχο θέμα της αμοιβής των προμελετών των Αποθηκών με το …/…-12-1996 έγγραφό τους. Στο έγγραφο αυτό... επιχειρούν να δικαιολογήσουν την απόφασή τους να εκπονήσουν οι ίδιοι τις επίμαχες προμελέτες, χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση του Οργανισμού ότι για τη δημοπράτηση της κατασκευής των αποθηκών, παρά το επιλεγέν σύστημα 'μελέτη - κατασκευή' ήταν αναγκαία η σύνταξη των επίμαχων προμελετών και παρακάμπτοντας κάθε διαδικασία ανάθεσης μελετών σε τρίτους μελετητές...

Στο έγγραφο αυτό οι ενάγοντες δεν κάνουν καμία απολύτως αναφορά για προφορική εντολή για τη σύνταξη των επίμαχων προμελετών, δοθείσα, κατά τους ισχυρισμούς τους, το καλοκαίρι του 1996 από τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο του Οργανισμού... και συναφθείσας έτσι άκυρης σύμβασης (ενόψει της αναρμοδιότητας του οργάνου) ισχυρισμό, στον οποίο επιχειρούν να θεμελιώσουν την ένδικη αγωγή τους...

Η ενέργεια των εναγόντων να εκπονήσουν, χωρίς να διαθέτουν εντολή προς τούτο, έστω και προφορική, τις επίμαχες προμελέτες, ασχέτως του αν αυτές ήταν πλήρεις καθώς και αν στηρίχθηκαν..., εν πολλοίς, στα σχέδια και τις τεχνικές εκθέσεις της Πολεοδομικής Μελέτης... που εκπονήθηκε από το ΥΠΕΧΩΔΕ σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πρώτον εξέρχεται των συμβατικών τους καθηκόντων και υποχρεώσεων και αποτελεί σαφή παραβίαση αυτών...

Δεύτερον, όπως προαναφέρθηκε, για την ανάθεση σύνταξης μελετών των έργων που υλοποιούσε ο εναγόμενος Οργανισμός, είχε συγκροτηθεί το προαναφερθέν ΜΗΤΡΩΟ ΜΕΛΕΤΗΤΩΝ, είχε οριστεί 5μελής Επιτροπή Αξιολόγησης Μελετών και η οποιαδήποτε μελέτη ανατίθετο, κατά το άρθρο 6 του 'ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΜΗΤΡΩΟΥ ΑΝΑΔΟΧΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΥΤΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ', από το αρμόδιο, ανάλογα με το ύψος της δαπάνης, όργανο του εναγόμενου Οργανισμού...

μετά τη γνώμη ή εισήγηση άλλων οργάνων, διαδικασία απολύτως γνωστή στου ενάγοντες... Τρίτον, η σύνταξη τέτοιων προμελετών δεν αποτελούσε ούτε συμβατική υποχρέωση του εναγόμενου Οργανισμού απορρέουσα είτε από την 19-10-1995 τριμερή σύμβαση μεταξύ του ίδιου, του Οργανισμού Ρυθμιστικού της Θεσσαλονίκης και ΟΛΘ, είτε από την επίσης τριμερή, από 10-5-1996, Ειδική Προγραμματική Σύμβαση, που υπογράφηκε μεταξύ των ίδιων φορέων και αφορούσαν το επίμαχο έργο της Ανάπλασης - Αποκατάστασης των πέντε ως άνω Αποθηκών, αλλά ούτε και νόμιμη υποχρέωσή του, αφού...

στο σύστημα 'μελέτη - κατασκευή', που επιλέχθηκε... δεν προβλεπόταν, ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιλογή του συστήματος αυτού, η σύνταξη προμελετών από τον κύριο του έργου. Τέταρτον, μέχρι την υποβολή, την 19-9-1996, του 19ου πινακίου για την Αποθήκη 1, στο οποίο οι ενάγοντες ζητούσαν αμοιβή και για προμελέτες, πλην αυτής για τα Τεύχη Δημοπράτησης, η σύνταξη των οποίων νομίμως τους είχε ανατεθεί 1) ουδέποτε ενημερώνουν τα αρμόδια όργανα του αντιδίκου τους για το θέμα εκπόνησης προμελετών από τους ίδιους για τη δημοπράτηση των επίμαχων πέντε Αποθηκών και, το κυριότερο, για το θέμα του κόστους τους..., 2) σε όλα τα έγγραφα, που ανταλλάχθηκαν μέχρι τότε μεταξύ των διαδίκων...

δεν αναφέρουν καν τη λέξη 'προμελέτη'... 3) ουδέποτε προβαίνουν σε σχετική εισήγηση προς το αρμόδιο να αποφασίσει Διοικητικό Συμβούλιο, η οποία, για να είναι σε αρμονία με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους ως Τ.Υ.Ε., θα έπρεπε να εξηγεί με σαφήνεια το μεν για λόγους αναγκαιότητας εκπόνησης τέτοιων προμελετών, ενώ έχει επιλεγεί, ως σύστημα δημοπράτησης το σύστημα 'μελέτη - κατασκευή'..., το δε το λόγο αναγκαιότητας εκπόνησής τους από τους ίδιους.

Τούτο δεν αναιρείται από το από ήδη αναφερθέν …/…-3-1996 έγγραφο που οι ενάγοντες απευθύνουν προς το... Διευθυντή Έργων του εναγόμενου Οργανισμού. Με το έγγραφο αυτό... εκθέτουν την πρότασή τους για τη διαδικασία δημοπράτησης του έργου των επίμαχων Αποθηκών, για το είδος του διαγωνισμού... για το αντικείμενο της σύμβασης που συναφθεί με τους αναδειχθέντες μειοδότες αναδόχους..., για τη διαδικασία διεξαγωγής του διαγωνισμού σε δύο φάσεις...

Πέμπτον, στο... …/…-12-1996 έγγραφό τους... όπου δεν κάνουν καμία αναφορά... σε οποιαδήποτε 'προφορική εντολή' του Διευθύνοντος Συμβούλου για την ανάθεση της εκπόνησης προμελετών, επιχειρούν να δικαιολογήσουν την αυθαίρετη και αντισυμβατική τους ενέργεια, από την οποία επιδιώκουν να αποκομίσουν όφελος 266.724.768 δρχ.

και ήδη 782.757,94 ευρώ... Τα παραπάνω θέματα που επικαλούνται προς δικαιολόγηση της αυτόβουλης ενέργειάς τους ήταν θέματα, για τα οποία μόνον ο εναγόμενος Οργανισμός, δια των αρμόδιων οργάνων του, είχε την αρμοδιότητα να αποφασίσει και οι ίδιοι είχαν τη συμβατική υποχρέωση να τα θέσουν υπόψη του, όπως και του διόλου ευκαταφρόνητου κόστους των προμελετών και όχι να υποκαταστήσουν αυθαίρετα τον αντισυμβαλλόμενό τους και να προβούν, κατά παράβαση όχι μόνο των συμβατικών τους υποχρεώσεων, αλλά και κατά παράβαση των υποχρεώσεων του Οργανισμού...

Για το επίμαχο θέμα της δαπάνης των προμελετών αναλυτικά τοποθετείται ο Διευθυντής των Έργων στην εισήγησή του στη συνεδρίαση της Επιτροπής Έργων της 5-2-1997, όπου καταλήγει ότι οι ενέργειες του Τ.Υ.Ε. υπερβαίνουν αυθαίρετα τα θεσμικά πλαίσια του Οργανισμού και κατατείνουν στην αύξηση της αμοιβής τους..., ενώ για την ωφέλεια ή μη του Οργανισμού, υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε, αφού 1) ήταν αντίθετο με την έξωθεν καλή μαρτυρία του Οργανισμού 'να αναθέτει μελέτες των Έργων...

με αμοιβές 10.000.000 δρχ. και 15.000.000 δρχ. τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια το θεσμικό πλαίσιο για να μη γίνει στόχος επικρίσεων και να εξαναγκάζεται να αναθέτει Μελέτες με Αμοιβές άνω των 50.000.000 δρχ. με απ' ευθείας ανάθεση στους Τ.Υ.Ε. που ούτε καν νομιμοποιούνται να συντάσσουν μελέτες, 2) δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι κανένα μελετητικό γραφείο από το ΜΗΤΡΩΟ ΜΕΛΕΤΗΤΩΝ δεν μπορούσε να φέρει σε πέρας τις όποιες μελέτες, αν απαιτούνταν, αλλά μόνο ο Τ.Υ.Ε. (δηλαδή οι ενάγοντες), 3) ότι δεν υπήρξε εξοικονόμηση χρόνου και 4) ότι δεν υπήρξε περιορισμένη συμμετοχή διαγωνιζομένων που υπέβαλαν προσφορές.

Στην ίδια συνεδρίαση... ο Διευθύνων Σύμβουλος Κ. Λ., σε προφορική εντολή του οποίου φέρεται ότι στηρίζεται η ένδικη αγωγή, στην εισήγησή του, παραδέχεται ότι από την ανάληψη των καθηκόντων εκκρεμούσε το θέμα της δημοπράτησης των επίμαχων Αποθηκών στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης με κύριο στοιχείο διαφωνίας την αμοιβή των τευχών δημοπράτησης του έργου και ότι 'Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο του το καλοκαίρι του 96 με τον κ.

Σ. (πρώτο των εναγόντων) με θέμα την ταχύτερη δυνατή προώθηση των έργων, ο κ. Σ.ς διατύπωσε την άποψη ότι για τη σύνταξη των τευχών δημοπράτησης του έργου στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης θα έπρεπε να συνταχθούν προμελέτες ώστε να συντομευθεί ο χρόνος δημοπράτησης. Λόγω της μεγάλης σημασίας του έργου για τον Οργανισμό και την πόλη μας αλλά και της μεγάλης καθυστέρησης που σημειώθηκε στην πρόοδό του τού ζήτησα να προχωρήσει το ταχύτερο δυνατό σε ό,τι ήταν απαραίτητο.

Δεν ακολούθησε καμία οικονομική συζήτηση επί του θέματος ούτε υποβλήθηκε καμία εισήγηση από τον κ. Σ. προς έγκριση'. Από τη διατύπωση της θέσης του Διευθύνοντος Συμβούλου... προδήλως συνάγεται ότι καμία απολύτως εντολή δεν δόθηκε από τον ίδιο για την εκπόνηση των επίμαχων προμελετών είτε σε τρίτους είτε στους ενάγοντες...

Εξάλλου, οι ενάγοντες, ως Τ.Υ.Ε., γνώριζαν άριστα όλες τις διαδικασίες ανάθεσης και υλοποίησης των έργων του Οργανισμού και τα αρμόδια όργανα για τη λήψη κάθε απόφασης, οπότε δεν αντέχει ούτε καν στην κοινή λογική ο προβαλλόμενος ισχυρισμός τους ότι για ένα θέμα οικονομικής αξίας 782.757,94 ευρώ... επαφίενται σε μια συζήτηση με έναν Διευθύνοντα Σύμβουλο και δεν απευθύνονται σε καμία χρονική στιγμή προς το μόνο αρμόδιο όργανο του αντιδίκου τους, το Διοικητικό Συμβούλιο...

Τελικά το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει την καταβολή στους ενάγοντες μόνο της αμοιβής των τευχών δημοπράτησης και την παραπομπή του θέματος της καταβολής της αιτούμενης αμοιβής για τη σύνταξη προμελετών σε Επιτροπή..., η οποία όμως ουδέποτε κατέληξε σε οποιοδήποτε πόρισμα... Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι πράγματι...

εγκρίθηκαν τα ως άνω τεύχη, που μαζί με τα Τεύχη Δημοπράτησης και υπό διάφορους τίτλους... υποβάλλονταν στον εναγόμενο, αφού οι αρμόδιοι προς τούτο υπάλληλοι είχαν την ορθή πεποίθηση ότι αυτό που εγκρίνουν είναι τα Τεύχη Δημοπράτησης. Και τούτο διότι μόνο η εκπόνηση των τελευταίων είχε ανατεθεί στους ενάγοντες, μόνο η εκπόνηση αυτών αποτελούσε συμβατική υποχρέωση του εναγομένου με τις δύο τριμερείς συμβάσεις που είχε υπογράψει με τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης και τον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης κατά τον επίμαχο χρόνο του 1996, υπό το επιλεγέν για το συγκεκριμένο έργο σύστημα δημοπράτησης 'μελέτη - κατασκευή', η σύνταξη μελετών, σε οποιοδήποτε επίπεδο, ενέπιπτε στο πεδίο ευθύνης του αναδόχου.

Εξάλλου, οι ενάγοντες, ως επιχείρημα για να πείσουν τον εναγόμενο Οργανισμό για το θέμα να λάβουν αμοιβή για τις προμελέτες, του αποστέλλουν, με το …/…/….-10-1997 έγγραφό τους, σχέδιο εγκυκλίου του ΥΠΕΧΩΔΕ με αριθμό πρωτ. ΔΜΕΟ/27/2-10-1997... όπου γίνεται αναφορά... ότι στο σύστημα 'μελέτη - κατασκευή' θα πρέπει να υφίσταται προμελέτη από την Υπηρεσία, χωρίς, όμως, αυτό να έχει καμία έννομη επιρροή και να μπορεί αν δικαιολογήσει την αντισυμβατική, εν κρυπτώ και 'εξαναγκαστική' ενέργεια των εναγόντων να λάβουν κατ' ουσίαν αμοιβή..., κυρίως διότι οι εγκύκλιοι δεν αποτελούν νόμο, δευτερευόντως δε γιατί και αυτή είναι μετά τον κρίσιμο χρόνο του 1996, που οι ενάγοντες ενήργησαν όπως προαναφέρθηκε.

Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε πράγματι πλουτισμός του φερόμενου ως ωφεληθέντος από την εκπόνηση των προμελετών εναγόμενου Οργανισμού. Ειδικότερα, εφόσον ούτε έστω άκυρη σύμβαση υπήρξε μεταξύ των διαδίκων για τη σύνταξη από τους ενάγοντες των επίμαχων προμελετών και κατ' ουσίαν η σύνταξή τους 'επιβλήθηκε', αυτοβούλως και μονομερώς, από τους ενάγοντες στον αντίδικό τους, αφού ούτε αναγκαιότητα σύνταξή τους υπήρχε από το σύστημα 'μελέτη - κατασκευή', ούτε συμβατική, ούτε νόμιμη υποχρέωση σύνταξή τους εκ μέρους του εναγόμενου Οργανισμού υπήρχε, οπότε υπόκειται περίπτωση επιβαλλόμενου πλουτισμού...

θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι οι αναδειχθέντες ανάδοχοι για το έργο των επίμαχων της ανάπλασης των πέντε Αποθηκών... δεν υπέβαλαν οι ίδιοι προμελέτες, χρησιμοποίησαν για την υποβολή των δικών τους μελετών, οριστικών και μελετών εφαρμογής, συγκεκριμένα στοιχεία από τις προμελέτες που συνέταξαν οι ενάγοντες και, ακριβώς για το λόγο αυτό, κατά τη συμμετοχή τους στους αντίστοιχους διαγωνισμούς, υπέβαλαν χρηματική προσφορά μικρότερη από αυτήν που θα υπέβαλαν αν οι ίδιοι είχαν συντάξει και προμελέτες, οπότε η διαφορά θα αποτελούσε τη φερόμενη ωφέλεια του εναγόμενου Οργανισμού, δυναμένη η διαφορά να συνίσταται στη νόμιμη αμοιβή των προμελετών, όπως υπολογίζεται κατά το ΠΔ 696/1974.

Τέτοια όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν προσκομίζουν οι ενάγοντες, που επικαλούνται και αξιώνουν την απόδοση του φερόμενου πλουτισμού του αντιδίκου τους, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ούτε η αναγκαία για την κατάφαση της αξίωσης απόδοσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, προϋπόθεση ύπαρξης συγκεκριμένου πλουτισμού...

τέλος, δεν αποδεικνύεται, ακόμη και από την παραδοχή χρησιμοποίησης στοιχείων των προμελετών από τους αναδόχους των επίμαχων Αποθηκών, ότι υπήρξε συγκεκριμένος πλουτισμός του εναγόμενου, συνισταμένου στη διαφορά μεταξύ της χαμηλότερης χρηματικής προσφοράς που υπέβαλαν και του χαμηλότερου κατ' αποκοπήν εργολαβικού ανταλλάγματος που έλαβαν οι αναδειχθέντες ανάδοχοι και της υπέρτερης χρηματικής προσφοράς που θα υπέβαλαν και του υπέρτερου χρηματικού ανταλλάγματος που θα λάμβαναν αυτοί, αν είχαν συντάξει οι ίδιοι προμελέτες.

Ιδιαίτερα δε θα πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι διαγωνιζόμενοι ήταν οπωσδήποτε υποχρεωμένοι να συντάξουν προμελέτες έτσι ώστε να δύνανται να συμμετέχουν στους επίμαχους διαγωνισμούς, ή αν θα μπορούσαν να μετέχουν σ' αυτούς μόνο με τη σύνταξη οριστικών μελετών (οι οποίες αναγκαίως, εφόσον αποτελούν το επόμενο στάδιο, επικαλύπτουν τις προμελέτες) και μελετών εφαρμογής, που αφορούν την κατασκευή...".

Έτσι, με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, το οποίο δίκασε την αγωγή των αναιρεσειόντων, κατ' άρθρο 535 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. και την απέρριψε κατ' ουσία, διέλαβε τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, ενεργώντας μονομερώς και αυτοβούλως, προέβησαν στην εκπόνηση των επίδικων προμελετών, χωρίς να έχουν συμβατική υποχρέωση ή να διαθέτουν σχετική προς τούτο εντολή, έστω και ακύρως δοθείσα, του αρχικώς εναγομένου Οργανισμού.

Ότι συνυπέβαλαν τις σχετικές αξιώσεις τους για αμοιβή από την εκπόνηση των προμελετών στο πινάκιο της αμοιβής τους για τη σύνταξη του τεύχους δημοπράτησης, που είχαν αναλάβει, δυνάμει έγκυρης σύμβασης, χωρίς, όμως, να παραθέτουν τις συνθήκες, υπό τις οποίες ενήργησαν. Ότι, παρά την αντίδραση των αρμόδιων οργάνων του αρχικώς εναγόμενου Οργανισμού και την ανταλλαγή εγγράφων από τα διάδικα μέρη, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν, ευθύς εξαρχής, προφορική εντολή του αναρμόδιου, ούτως ή άλλως, διευθύνοντος συμβούλου του αρχικώς εναγόμενου Οργανισμού για την κατάρτιση των επίμαχων προμελετών, όπως ισχυρίζονται με την αγωγή τους, προκειμένου να θεμελιώσουν την επίδικη αξίωσή τους.

Ότι η συνομιλία του πρώτου εξ αυτών (Γ. Σ.υ) με τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο του Οργανισμού, υπό το κράτος της έντασης και του άγχους για την πορεία των εργασιών και την ολοκλήρωσή τους, δεν εκτιμάται ως προφορική εντολή προς αυτούς για σύνταξη προμελετών, ώστε να είναι δυνατό να γίνει λόγος περί ακύρως συναφθείσας σύμβασης, ως στοιχείο του πραγματικού της επίδικης αξίωσης, με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις.

Ότι η σύνταξη προμελετών για το επίμαχο έργο δεν εντασσόταν στις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του Οργανισμού, δεδομένου ότι είχε επιλεγεί από τα αρμόδια όργανα τούτου, ως σύστημα δημοπράτησης τούτου, το σύστημα 'μελέτη - κατασκευή', στο οποίο δεν προβλεπόταν, κατά τις ισχύουσες, τον κρίσιμο χρόνο, διατάξεις, ως προϋπόθεση, η σύνταξη προμελετών από τον κύριο του έργου.

Ότι, συνεπώς, συντρέχει περίπτωση επιβαλλόμενου πλουτισμού σε βάρος του αρχικώς εναγομένου από τους μονομερώς και οικεία βουλήσει ενεργήσαντες αναιρεσείοντες, με μοναδικό σκοπό τους να αποκομίσουν το ποσό των 782.757,94 ευρώ. Ότι, παρά το γεγονός ότι οι επίμαχες προμελέτες παραδόθηκαν στον αρχικώς εναγόμενο Οργανισμό, ο τελευταίος δεν ωφελήθηκε εξ αυτού, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε διαφορά μεταξύ της χρηματικής προσφοράς που υπέβαλαν οι διαγωνιζόμενοι και του εργολαβικού ανταλλάγματος που έλαβαν οι αναδειχθέντες ως ανάδοχοι του έργου και της τυχόν υπέρτερης που θα υπέβαλαν καθώς και του υπέρτερου εργολαβικού ανταλλάγματος που θα λάμβαναν αυτοί, αν είχαν συντάξει προμελέτες, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διαγωνιζόμενοι δεν είχαν υποχρέωση να συντάξουν προμελέτες, προκειμένου να συμμετάσχουν στους συγκεκριμένους διαγωνισμούς και για τη συμμετοχή τους, αρκούσε η σύνταξη των οριστικών μελετών, οι οποίες επικάλυπταν τις προμελέτες.

Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, η απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης πλήρως αιτιολογείται από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 739 και 904 επ. του Α.Κ., όπως η αληθής έννοιά τους αναπτύσσεται στην μείζονα σκέψη, οι οποίες παραδεκτά συμπληρώνονται από το Δικαστήριο τούτο, στα πλαίσια της αναιρετικής δίκης, κατ' άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.

Και τούτο διότι, από τα πραγματικά περιστατικά, που, ανέλεγκτα, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, σαφώς προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκπόνησαν, με δική τους βούληση, χωρίς να συντρέχει υποχρέωσή τους από προηγούμενη, έστω και άκυρη, σύμβαση με τον αρχικώς εναγόμενο Οργανισμό, δηλαδή, ανέλαβαν και διαχειρίστηκαν ξένη υπόθεση, έχοντας συνείδηση και επίγνωση ότι πρόκειται για τέτοια.

Ότι η ενέργεια αυτή, υπό τις εν λόγω συγκεκριμένες περιστάσεις, αντικειμενικώς ερευνώμενη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ερείδεται στην πραγματική ή ακόμη και στην εικαζόμενη βούληση του εναγόμενου Οργανισμού, ο οποίος είχε ρητώς εκφράσει, εν γνώσει των εναγόντων - αναιρεσειόντων, την επιλογή του συστήματος "μελέτη - κατασκευή" για τη δημοπράτηση του έργου, σύμφωνα με το οποίο, ως κύριος του έργου, δεν είχε υποχρέωση σύνταξης προμελέτης, ενώ, σύμφωνα με την απαρέγκλιτη πρακτική του, όπως παρατίθεται στα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλομένη, η εκτέλεση οποιουδήποτε επιμέρους έργου ή εργασίας από τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες, σε εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεών τους, διενεργείτο, δυνάμει αντίστοιχης απόφασης των αρμόδιων οργάνων του.

Επομένως, η αυτόβουλη ενέργεια των εναγόντων - αναιρεσειόντων, κατά την κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου και με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, δεν ήταν προς το συμφέρον του αρχικώς εναγόμενου Οργανισμού, ο οποίος δεν είχε νομική ή συμβατική υποχρέωση να προβεί στην κατάρτιση των προμελετών και να επιβαρυνθεί με σοβαρό οικονομικό κόστος, αφού το ίδιο έργο όφειλε να εκτελέσει ο εργολάβος που θα αναδεικνυόταν μετά το διενεργηθησόμενο μειοδοτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με το επιλεγέν σύστημα δημοπράτησης.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν προέκυψε πραγματικός πλουτισμός του αρχικώς εναγομένου Οργανισμού.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 904 του Α.Κ. και δη της έννοιας του επιβαλλόμενου πλουτισμού, για το λόγο ότι απέρριψε την αγωγή τους, παρότι δέχθηκε ότι τα υποβληθέντα υπό των αναιρεσειόντων τεύχη δημοπράτησης και σχέδια μελετών εμπεριέχουν στοιχεία προμελετών, που πληρούν τις προϋποθέσεις του Π.Δ. 696/1974.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν στον εν λόγω αναιρετικό έλεγχο -παρά μόνο, επιλεκτικά, ένα χωρίο αυτής- αφού, μόνο βάσει αυτών των παραδοχών μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια που της αποδίδεται, οδήγησε σε εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες, διατακτικό.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, από τις παραδοχές που προεκτίθενται, προκύπτει ότι έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, ορθώς, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε στις προαναφερόμενες διατάξεις και διαμόρφωσε τη δικανική πεποίθηση ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ενήργησαν οικεία βουλήσει, εκμεταλλευόμενοι τη συνεργασία τους με τον Οργανισμό και την ιδιότητά τους ως Τεχνικών Υπεύθυνων Έργου, την ανάγκη ταχείας αποπεράτωσης των έργων καθώς και την υποστελέχωση των τεχνικών υπηρεσιών τούτου και, αφού συνέταξαν τις επίμαχες προμελέτες, τις παρέδωσαν στον Οργανισμό, προκειμένου να αποκομίσουν την αιτούμενη αμοιβή των 782.757,94 ευρώ.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δη κατά το πρώτο σκέλος τούτου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 και 905 του Α.Κ., δέχθηκε ότι δεν υπήρξε πλουτισμός του αναιρεσιβλήτου, "συνισταμένου στη διαφορά μεταξύ της χαμηλότερης χρηματικής προσφοράς που υπέβαλαν και του χαμηλότερου κατ' αποκοπήν εργολαβικού ανταλλάγματος που έλαβαν οι αναδειχθέντες ανάδοχοι και της υπέρτερης χρηματικής προσφοράς που θα υπέβαλαν και του υπέρτερου εργολαβικού ανταλλάγματος που θα λάμβαναν αυτοί, αν είχαν συντάξει οι ίδιοι της προμελέτες" καθώς και ότι "δεν αποδείχθηκε ότι οι διαγωνιζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι οπωσδήποτε να συντάξουν προμελέτες έτσι ώστε να δύνανται να συμμετέχουν στους επίμαχους διαγωνισμούς ή αν θα μπορούσαν να μετέχουν σ' αυτούς μόνο με τη σύνταξη οριστικών μελετών (οι οποίες αναγκαίως, εφόσον αποτελούν το επόμενο στάδιο, επικαλύπτουν τις προμελέτες) και μελετών εφαρμογής, που αφορούν την κατασκευή" και, συνεπώς, έκρινε επί της ενστάσεως του άρθρου 909 του Α.Κ., δηλαδή ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος δεν προβλήθηκε από τον αντίδικο, τόσον πρωτοδίκως όσον και στην κατ' έφεση δίκη.

Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες, αληθώς, αφορούν στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι στην επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Και τούτο διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτίθενται, προκύπτει ότι το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρξε πραγματικός πλουτισμός του αρχικώς εναγομένου Οργανισμού, στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση της αξίωσης των αναιρεσειόντων, κατ' άρθρο 904 του Α.Κ.

και όχι ότι ο πορισθείς πλουτισμός δεν σώζεται, ισχυρισμός, ο οποίος, άλλωστε, δεν προβλήθηκε από τον εναγόμενο. Στο δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, οι αναιρεσείοντες πλήττουν, απαραδέκτως, τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης σχετικά με τα ζητήματα της αυθαίρετης και μονομερούς ενέργειάς τους να εκπονήσουν τις επίμαχες προμελέτες, την αναγκαιότητα εκπονήσεως αυτών, σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης, την παράδοση των προμελετών στον εναγόμενο Οργανισμό και την έλλειψη εντολής εκ μέρους του διευθύνοντος συμβούλου, αιτιάσεις, τις οποίες διατυπώνουν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που αυτοί θεωρούν ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και με επιχειρήματα, που παραθέτουν και αφορούν, αποκλειστικά και μόνο, στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του.

Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, σχετικά με κρίσιμο ζήτημα, που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση του επίδικου δικαιώματος και ειδικότερα υποστηρίζουν ότι το Εφετείο α) παρότι διαλαμβάνει ότι υπήρξε προφορική εντολή του διευθύνοντος συμβούλου του Οργανισμού να πράξουν 'ό,τι είναι απαραίτητο', στη συνέχεια, δέχεται ότι δεν έλαβε χώρα άκυρη σύμβαση για την εκπόνηση των επίμαχων προμελετών καθώς και ότι, ενώ δέχθηκε ότι οι προμελέτες, που εκπόνησαν, παραδόθηκαν και εφαρμόστηκαν, απέδωσε την ενέργεια αυτή σε μονομερή πρωτοβουλία τούτων, παραγνωρίζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν, β) αμφισβητεί τη γνώση του αντιδίκου τους σχετικά με την εκπόνηση των επίδικων προμελετών, παρότι δέχεται ότι υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ των τότε συμβαλλομένων, όπως προέκυψε από τα ανεπίδεκτα αμφισβητήσεως έγγραφα, ενώ οι συνθήκες, υπό τις οποίες εκπονήθηκαν οι προμελέτες δικαιολογούνται από την ανάγκη άμεσης διεκπεραίωσης του έργου, γ) δέχεται αφενός μεν ότι δεν απευθύνθηκαν στο αρμόδιο όργανο, ήτοι το Δ.Σ.

του Οργανισμού, αφετέρου δε ότι τούτο παρέπεμψε το θέμα της καταβολής της αιτούμενης απ' αυτούς αμοιβής για τη σύνταξη των προμελετών σε Επιτροπή και δ) ενώ δέχεται ότι την εκπόνηση των επίμαχων προμελετών καθώς και ότι οι ανάδοχοι των έργων αναγνώρισαν ότι παραδόθηκαν σ' αυτούς, αφενός μεν υιοθετεί την κανονιστική πρόβλεψη για ανάθεση των προμελετών με τη διαδικασία του Μητρώου Μελετητών, αφετέρου δε αποδίδει την ευθύνη στους αναδόχους των έργων για την εκπόνηση των προμελετών.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, αόριστος, καθόσον αφενός μεν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου με τις αποδιδόμενες αντιφατικές αιτιολογίες, προκειμένου να ελεγχθεί αν συντρέχει, όντως, σχετικά με την εφαρμογή του, η επικαλούμενη αντίφαση, αφετέρου δε δεν παρατίθενται με πληρότητα οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης, από τις οποίες πρέπει να προκύπτουν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες, αλλά οι αναιρεσείοντες αρκούνται σε περιορισμένα, επιλεκτικά αποσπάσματα αυτής, χωρίς νοηματική συνέχεια.

Επιπροσθέτως, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, παραθέτουν επιχειρήματα και σχολιασμούς, που ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση και την ανάλυση των αποδείξεων, που δέχθηκε το Εφετείο. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004).

Για το ορισμένο του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, ποία επίδραση άσκησε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρεσείων δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αντιδίκου του, διότι, στην περίπτωση αυτή ελλείπει το έννομο συμφέρον που απαιτείται για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, εκτός αν αυτός (αναιρεσείων) επικαλείται ότι οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του αποτελούν δικαστική ομολογία τούτου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 3/2011, Α.Π. 2113/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8, άλλως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι ενώ δέχθηκε κατ' ουσία το δεύτερο λόγο της έφεσης του αντιδίκου του - αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο το τελευταίο υποστήριξε ότι δεν υπήρξε πλουτισμός του αρχικώς εναγόμενου Οργανισμού, αφού αυτός, ως φορέας του έργου δεν είχε συμβατική ή νόμιμη ή άλλη υποχρέωση για εκπόνηση προμελετών ούτε έλαβε σχετική χρηματοδότηση, δεν τον ερεύνησε, καθόσον δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι η έλλειψη του πλουτισμού οφείλεται στη μη χρηματοδότηση του Οργανισμού, β) ότι, ενώ δέχθηκε κατ' ουσία τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο αυτό υποστήριξε ότι στην επίδικη περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ανάθεσης μελετών του Δημοσίου και όχι αυτές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν τέλει εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και γ) ότι ενώ δέχθηκε κατ' ουσία το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, με το οποίο τούτο υποστήριξε ότι υφίσταται νόμιμη αιτία του τυχόν πλουτισμού, λόγω της έγκυρης εκπόνησης των τευχών δημοπράτησης, στα οποία ενσωματώθηκαν και οι επίμαχες προμελέτες, εν τέλει, δέχθηκε ότι αυτές εκπονήθηκαν αυθαίρετα, χωρίς την ύπαρξη άκυρης σύμβασης.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, καθόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αυτοί ψέγουν τον Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του αντιδίκου τους - αναιρεσιβλήτου, προβληθέντες στους λόγους της έφεσής του, χωρίς, όμως, να επικαλούνται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί εμπεριέχουν δικαστική ομολογία τούτου.

Περαιτέρω, καθόσον αφορούν στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., την οποία οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικουρικά, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, του συγκεκριμένου ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, στο οποίο, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, υπέπεσε το Εφετείο και την επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό.

Με τα δεδομένα αυτά, ο τέταρτος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επίσης, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-9-2019 (2616/294/19-9-2019) αίτηση 1) του Γ. Σ. του Ν. και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΧΙΤΕΧ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, για αναίρεση της 1635/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ