Supreme Court partially allows appeal regarding liability for pressure pipe rupture in truck accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment in a truck accident case involving pressure pipe ruptures. While dismissing the appeal for the first four appellants due to lack of evidence regarding the driver's presence in the cab, the court found the lower court erred in its legal reasoning for the fifth and sixth appellants. Consequently, the case was remitted for retrial specifically concerning these two parties, with the opposing defendants ordered to pay the associated legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's factual findings are sufficient for some appellants but legally erroneous for others, remitting the specific portion for retrial while dismissing the remainder.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 562 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 562/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χας Α. Α., το γένος Ά. Γ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ι. Α. του Α. και Ε. Α. του Α., 2) Γ. Α. του Ι., 3) Ι. Α. του Γ., 4) Μ. συζ. Ι. Α., κατοίκων ..., 5) Ά. Γ. του Σ. και 6) Ε. συζ. Ά. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Αμπατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΛΩΣΙΜΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ - ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΩΝ - ΔΙΑΝΟΜΩΝ - ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ - ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ - ΕΞΑΓΩΓΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπεσίρη και η 3η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2014 μη οριστική και 129/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-2-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ναυσικά Φράγκου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στην μείζονα πρόταση.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ., σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στην διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.
Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών περιλαμβάνονται οι γονείς, τα τέκνα, οι αδελφοί, αμφιθαλείς και ετεροθαλείς, ο σύζυγος ή η σύζυγος και, από δε τους αγχιστείς μόνο οι του πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός από θυγατέρα, νύφη από γιό). Η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 του Α.Κ. προβλεπομένης χρηματικής ικανοποιήσεως στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της υπάρξεως, κατ’ εκτίμηση του δικαστού της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ορθώς εκτιμώμενο σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και όχι 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πέμπτος και έκτη, πενθερός και πενθερά αντίστοιχα του θανασίμως τραυματισθέντος Α. Α., κατά το ένδικο ατύχημα από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, που έλαβε χώρα στο ..., στις 24-4- 2013, αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση, για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ διότι το Εφετείο, αφού έκρινε βάσιμο τον σχετικό λόγο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 129/2014 οριστική απόφαση, καθώς και την συνεκκαλουμένη 82/2014 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά το μέρος που ασκείται από τους πέμπτο και έκτη ενάγοντες πενθερό και πενθερά του θανάσιμα τραυματισθέντος Α. Α., με την αιτιολογία ότι στην οικογένεια του θύματος δεν υπάγονται ο πενθερός και η πενθερά.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, με την αιτιολογία ότι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., διότι σύμφωνα με όσα προαναφερθήκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, στην οικογένεια του θανατωθέντος, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, περιλαμβάνονται ο πενθερός και η πενθερά του θύματος και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Με τον δεύτερο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ένεκα ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του θανασίμως τραυματισθέντος Α.
Α., συγγενούς των εναγόντων - νυν αναιρεσειόντων, τον οποίο, το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε συνυπαίτιο (κατά ποσοστό 40%), για την επέλευση του τροχαίου ενδίκου ατυχήματος.
Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με έδρα το ... διατηρεί και εκμεταλλεύεται καταστήματα (...) σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων, και στο ... επί της ΠΕΟ Πατρών - Αθηνών. Ο θανών Α. Α., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των δύο ανηλίκων τέκνων της, των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα και εκπροσωπεί, είχε προσληφθεί στις 20-1-2003 από την ανωτέρω εναγομένη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε εργαζόταν με την ειδικότητα του εργάτη αποθήκης στο υποκατάστημα της τελευταίας στο ....
Στις 24-4-2013 και περί ώρα 07.30’ , ο πρώτος εναγόμενος, επίσης εργαζόμενος στην ανωτέρω εταιρία με την ειδικότητα του οδηγού που εκτελεί με τα φορτηγά οχήματα της εν λόγω εταιρίας μεταφορές εμπορευμάτων από τις κεντρικές αποθήκες στα Υποκαταστήματα (...) σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
φορτηγό αυτοκίνητο, της αποκλειστικής κυριότητας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από ζημίες, τις οποίες θα προκαλούσε σε τρίτους κατά τη λειτουργία του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, και στάθμευσε αυτό στο χώρο στάθμευσης έξωθεν του καταστήματος στο ..., προκειμένου να λάβει χώρα η εκφόρτωση των εμπορευμάτων από τον αρμόδιο υπάλληλο (θανόντα).
Σημειωτέον ότι το παραπάνω φορτηγό αυτοκίνητο είναι ένας συρμός, αποτελούμενος από ένα ρυμουλκό φορτηγό ψυγείο τριών (3) αξόνων, μικτού βάρους 26.0.00 kg, εργοστασίου κατασκευής VOLVO και ένα ρυμουλκούμενο ψυγείο δύο (2) αξόνων, μικτού βάρους 14.000 kg, εργοστασίου κατασκευής SAMRO. Ειδικοί ράβδοι (τρίγωνα έλξης) συνδέουν τα δύο οχήματα για να διατηρούν τους άξονες ευθυγραμμισμένους και ταυτόχρονα για να μεταδίδουν την ενέργεια πέδησης και έλξης μεταξύ του άξονα του ρυμουλκούμενου και του πλαισίου του.
Το σύστημα πέδησης λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα (αερόφρενα) με υποπίεση και συνδέεται με το αντίστοιχο σύστημα του ρυμουλκού με εύκαμπτους ελαστικούς σωλήνες και καλώδια (συζευκτήρες). Το σύστημα αυτό είναι σχεδιασμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν αποσυνδεθούν οι συζευκτήρες, τα φρένα να ενεργοποιούνται και να κρατούν το ρυμουλκούμενο όχημα ακινητοποιημένο.
Επίσης, επειδή το ρυμουλκούμενο διαθέτει σύστημα πέδησης με κυλίνδρους διπλής ενέργειας, κατά την απόζευξη, διακόπτεται αυτόματα η παροχή πεπιεσμένου αέρα μέσω των ταχυσυνδέσμων των σωληνώσεων παροχής πεπιεσμένου αέρα και οι αντίστοιχοι τροχοί "μπλοκάρουν". Αντίστοιχο, κατά τη διαδικασία σύζευξης τοποθετείται πρώτα το "τρίγωνο έλξης" ή η "ράβδος έλξης" του ρυμουλκούμενου στην τερματική θέση στον κοτσαδόρο του ρυμουλκού και στη συνέχεια συνδέονται οι σωλήνες παροχής πεπιεσμένου αέρα με τους αντίστοιχους ταχυσυνδέσμους.
Κατά την ημέρα εκείνη, ο πρώτος εναγόμενος, αφού στάθμευσε το παραπάνω φορτηγό αυτοκίνητο στο χώρο εκφόρτωσης, πραγματοποίησε απόζευξη του ρυμουλκούμενου (το οποίο θα παρέμενε στο χώρο για εκφόρτωση). Στη συνέχεια στάθμευσε και το ρυμουλκό παράπλευρα με το ακινητοποιημένο ρυμουλκούμενο για την εκφόρτωση των εμπορευμάτων που μετέφεραν αυτά.
Κατά την άνω διαδικασία απόζευξης του ρυμουλκούμενου από το ρυμουλκό ο πρώτος εναγόμενος δεν ασφάλισε το ρυμουλκούμενο, όπως επιβάλλεται από τους κανονισμούς ασφαλείας, τοποθετώντας σφήνες αναστολής κύλισης (τάκους) στους τροχούς του τελευταίου οπίσθιου άξονα αυτού. Ο Α. Α., ως εργάτης αποθήκης, εκτελούσε την εκφόρτωση των εμπορευμάτων και, μετά την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης του ρυμουλκού, ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να βελτιώσει τη θέση του ρυμουλκούμενου, που παρουσίαζε κλίση εξαιτίας της κλίσης του εδάφους στο σημείο στάθμευσης, ώστε να βρεθεί αυτό σε οριζόντια θέση και να καταστεί έτσι ευκολότερη η εκφόρτωση των εμπορευμάτων και από το όχημα αυτό.
Για το λόγο αυτό ο πρώτος εναγόμενος επανέφερε το ρυμουλκό όχημα, με τη βοήθεια των σημάτων του παθόντος, σε θέση ζεύξης, σε απόσταση δηλαδή που να προσαρμόζεται ο σωλήνας τροφοδοσίας με αέρα στο ρυμουλκούμενο. Όταν το ρυμουλκό ακινητοποιήθηκε και προτού εξέλθει από αυτό ο οδηγός, ο οποίος ήταν και ο μόνος υπεύθυνος για τους όλους χειρισμούς του οχήματος, ο Α.
Α. με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να έχει λάβει σχετική εντολή από την εργοδότρια εταιρία, επιχείρησε να συνδέσει τους σωλήνες παροχής πεπιεσμένου αέρα του ρυμουλκού με τους αντίστοιχους ταχυσυνδέσμους του ρυμουλκούμενου, προτού όμως τοποθετηθεί το "τρίγωνο έλξης" του ρυμουλκούμενου στην τερματική θέση του κοτσαδόρου του ρυμουλκού, ενέργεια, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, προηγείται της σύνδεσης των σωλήνων παροχής πεπιεσμένου αέρα με τους αντίστοιχους ταχυσυνδέσμους.
Όμως ο παθών, ο οποίος προφανώς δεν είχε γνώση αναφορικά με τους χειρισμούς του οχήματος μεταφοράς του φορτίου, για τους οποίους μόνος υπεύθυνος είναι ο οδηγός του οχήματος, δεν προέβη στην πραγματοποίηση της παραπάνω ενέργειας, με αποτέλεσμα, με την σύνδεση και την παροχή αέρος να ελευθερωθούν οι μπλοκαρισμένοι τροχοί του ακινητοποιημένου ρυμουλκούμενου, το οποίο έχασε απότομα την συγκράτησή του, αφού δεν είχε άλλη διασφάλιση (τοποθέτηση τάκων), και, λόγω της σχετικής κλίσης του εδάφους, μετακινήθηκε προς το πίσω μέρος του ρυμουλκού και συγκρούστηκε με αυτό, παγιδεύοντας ανάμεσα τον Α.
Α., που δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί, με συνέπεια αυτός να τραυματιστεί βαρύτατα στο κεφάλι. Αμέσως μετά τον τραυματισμό του ο παθών μεταφέρθηκε στο Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου Πατρών, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί "εκτεταμένη αιμορραγία (υπαραχνοειδή) ημισφαιρίων και τμήματος της παρεγκεφαλίδος", εκ της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του στις 30-4-2013.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για τον απεγκλωβισμό του παθόντος ο πρώτος εναγόμενος κίνησε μπροστά το ρυμουλκό, αφού πρώτα τοποθέτησε μία ξύλινη παλέτα στους τροχούς του ρυμουλκούμενου για τη σταθεροποίησή του. Το ανωτέρω ατύχημα είναι εργατικό, καθόσον ο παθών ήταν υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης εταιρίας και έλαβε χώρα κατά το χρόνο εκτέλεσης και με αφορμή την εργασία του και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ.
Φέρει όμως αυτό και το χαρακτήρα του αυτοκινητικού ατυχήματος, καθόσον ο θάνατος του εκτελούντος εργασία, που προκλήθηκε, επήλθε κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου, αφού "εν λειτουργία" είναι το ρυμουλκό αυτοκίνητο όταν το ρυμουλκούμενο για τη μεταφορά αγαθών τμήμα του αποσυνδέεται από το ρυμουλκό όχι κατά τρόπο οριστικό (βλ.
Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά ατυχήματα, εκδ. 2008, σελ. 153 παρ. 22) και στην προκείμενη περίπτωση το ρυμουλκούμενο όχημα είχε αποσυνδεθεί προσωρινώς από το ρυμουλκό προς εκφόρτωση εμπορευμάτων και ήταν ακινητοποιημένο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν ο ισχυρισμός της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία είχε αναλάβει την κάλυψη της αστικής ευθύνης της ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου (δεύτερης εναγομένης) έναντι των τρίτων, δυνάμει έγκυρης συμβάσεως ασφαλίσεως με αυτήν, περί απαλλαγής της, για το λόγο ότι οι ζημίες των εναγόντων προέκυψαν από εργατικό ατύχημα, το οποίο δεν έφερε και το χαρακτήρα του αυτοκινητικού ατυχήματος και ως εκ τούτου περί ελλείψεως παθητικής της νομιμοποίησης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε, έστω και σιωπηρά, τον προαναφερθέντα ισχυρισμό, που η τρίτη εναγομένη παραδεκτά προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει στο Δικαστήριο τούτο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της εφέσεως της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας.
Περαιτέρω το ένδικο ατύχημα οφείλεται, κατά μερική παραδοχή της ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας του θανόντος, που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στο Δικαστήριο τούτο, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ αυτοκινήτου, και του θανόντος, που κατανέμεται σε ποσοστό 60% στον πρώτο εναγόμενο και 40% στον θανόντα, η οποία συνίσταται σε αμέλειά τους, δηλαδή στη μη καταβολή από αυτούς της επιμέλειας και προσοχής που ο μετρίως συνετός και ευσυνείδητος επαγγελματίας οδηγός και εργαζόμενος, επιφορτισμένος με την εκφόρτωση εμπορευμάτων από φορτηγά οχήματα, αντίστοιχα, θα κατέβαλαν κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες και εκείνους της κοινής πείρας και λογικής.
Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι αυτός, καίτοι όφειλε ως επαγγελματίας οδηγός βαρέος οχήματος να λάβει τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα για την ασφαλή ακινητοποίηση του ρυμουλκούμενου οχήματος μετά την απόζευξή του, με την τοποθέτηση σφηνών αναστολής κύλισης (τάκων) στους τροχούς του τελευταίου οπίσθιου άξονα, σε θέσεις επί των τροχών, ανάλογα με την κλίση του εδάφους, με τις οποίες (σφήνες αναστολής κύλισης) όφειλε να είναι εφοδιασμένος (άρθρ. 81 ΚΟΚ), ώστε να διασφαλιστεί πλήρως η ακινητοποίησή του, όπως επιβάλλεται από τους κανονισμούς ασφαλείας, ουδόλως έπραξε τούτο, αλλά αντίθετα, ενώ είχε διαπιστώσει την κατωφέρεια του εδάφους στο σημείο εκείνο, που είχε σταθμεύσει το φορτηγό αυτοκίνητο, δεν έλαβε, όπως υποχρεούτο, κανένα μέτρο πρόληψης του κινδύνου κύλισης του ρυμουλκούμενου οχήματος.
Συνυπαίτιος όμως κατά το προαναφερθέν ποσοστό είναι και ο θανών Α. Α., ο οποίος με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να έχει λάβει εντολή από την εργοδότρια εταιρία επιχείρησε να εκτελέσει εργασία που δεν αναγόταν στα καθήκοντά του και μάλιστα μία άκρως επικίνδυνη εργασία την οποία ουδόλως γνώριζε, αφού δεν είχε λάβει οποιαδήποτε κατάρτιση ή ενημέρωση αναφορικά με τους χειρισμούς και τις λειτουργίες του παραπάνω οχήματος καθώς και για τους ενδεχόμενους κινδύνους από τη μη ασφαλή χρήση και κίνηση των φορτηγών οχημάτων στη ζώνη ελεγχόμενης πρόσβασης κατά την εκφόρτωσή τους, αφού η μόνη επιμόρφωση που αυτός ελάμβανε κατά καιρούς αφορούσε αποκλειστικά το αντικείμενο της εργασίας του, το οποίο, μεταξύ άλλων, ήταν η εκφόρτωση του φορτίου στο σημείο παράδοσης αυτού και σε καμία περίπτωση οι χειρισμοί του φορτηγού οχήματος μεταφοράς του φορτίου, για τους οποίους υπεύθυνος ήταν ο οδηγός του οχήματος.
Έτσι ο παθών τοποθετώντας μόνος του το σωλήνα του πεπιεσμένου αέρα στην αντίστοιχη θέση του ρυμουλκούμενου, προτού συνδέσει το τρίγωνο έλξης, με την παροχή αέρα ελευθερώθηκαν οι μπλοκαρισμένοι τροχοί και με τον τρόπο αυτό προκάλεσε ο ίδιος την κίνηση του μέχρι τότε ακινητοποιημένου ρυμουλκούμενου οχήματος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του Α. Α. οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ένδικο ατύχημα και το θανάσιμο τραυματισμό του, που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στον Δικαστήριο τούτο, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους σχετικούς περί τούτου λόγους της εφέσεως".
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα της συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος και η οποία συνίσταται στο ότι ενώ το αντικείμενο της εργασίας του σύμφωνα με την ειδικότητά του ως εργάτη αποθήκης, ήταν η εκφόρτωση του φορτίου στο σημείο παραδόσεως αυτού και όχι οι χειρισμοί του φορτηγού οχήματος μεταφοράς του φορτίου για τους οποίους ήταν υπεύθυνος ο οδηγός του, από δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία, επιχείρησε μία λίαν επικίνδυνη εργασία για την οποία ουδεμία εκπαίδευση είχε.
Ειδικότερα, κατά την ημέρα του ατυχήματος ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οδηγός, αφού στάθμευσε το φορτηγό αυτοκίνητο στον χώρο εκφορτώσεως πραγματοποίησε απόζευξη του ρυμουλκούμενου από το ρυμουλκό χωρίς να ασφαλίσει το ρυμουλκούμενο, όπως επιβάλλεται από τους κανονισμούς ασφαλείας τοποθετώντας σφήνες αναστολής κυλίσεως στους τροχούς του τελευταίου οπισθίου άξονα αυτού και στη συνέχεια στάθμευσε το ρυμουλκό παράπλευρα με το ρυμουλκούμενο.
Κατόπιν ο οδηγός στα πλαίσια βελτιώσεως της θέσεως του ρυμουλκούμενου επανέφερε το ρυμουλκό όχημα με τη βοήθεια των σημάτων του παθόντος σε θέση ζεύξης, σε απόσταση δηλαδή που να προσαρμόζεται ο σωλήνας τροφοδοσίας με αέρα στο ρυμουλκούμενο και ενώ το ρυμουλκό είχε ακινητοποιηθεί και ο οδηγός δεν είχε εξέλθει από αυτό, ο θανών Α.
Α. συνέδεσε τους σωλήνες παροχής πεπιεσμένου αέρα του ρυμουλκού με τους αντιστοίχους ταχυσυνδέσμους του ρυμουλκούμενου, προτού τοποθετηθεί το τρίγωνο έλξης του ρυμουλκούμενου στην τερματική θέση του κοτσαδόρου του ρυμουλκού, ενέργεια η οποία προηγείται της συνδέσεως των σωλήνων παροχής πεπιεσμένου αέρα με τους αντιστοίχους ταχυσυνδέσμους, με αποτέλεσμα με την σύνδεση και την παροχή αέρος να ελευθερωθούν οι μπλοκαρισμένοι τροχοί του ακινητοποιημένου ρυμουλκούμενου, το οποίο έχασε απότομα την συγκράτησή του, και επειδή ο οδηγός, μετά την απόζευξη του ρυμουλκούμενου, και ενώ είχε διαπιστώσει την κατωφέρεια του εδάφους δεν τοποθέτησε, όπως υποχρεούτο, στους τροχούς του οπισθίου άξονα σφήνες αναστολής κυλίσεως, ώστε να διασφαλιστεί πλήρως η ακινητοποίησή του, μετακινήθηκε προς το πίσω μέρος του ρυμουλκού και συγκρούστηκε με αυτό, παγιδεύοντας τον Α.
Α., και τραυματίζοντας αυτόν θανάσιμα. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Οι επικαλούμενες στον αυτό ως άνω λόγο αιτιάσεις, περί του ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 8 και 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ γιατί δέχθηκε ότι ο θανών επιχείρησε να συνδέσει τους αγωγούς μεταφοράς πίεσης στα φρένα του ρυμουλκούμενου, καθ’ ον χρόνο ο οδηγός αυτού, πρώτος αναιρεσίβλητος, βρισκόταν στην καμπίνα οδήγησης, ενώ περί αυτού κανένα αποδεικτικό στοιχείο υπήρξε, ενώ αντίθετα ο αυτόπτης μάρτυς κατέθεσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ήταν δίπλα στο θύμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίκληση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, κατά τις παραδοχές του οποίου ο οδηγός δεν είχε εξέλθει από το όχημα.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης των πρώτης έως και τετάρτης των αναιρεσειόντων ν’ απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που αυτοί κατέθεσαν για την άσκηση της αναίρεσης (κατά την αναλογία τους) στο Δημόσιο Ταμείο, και να μην καταδικαστούν αυτοί, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, αφού οι τελευταίοι δεν υποβλήθηκαν σε ιδιαίτερη δαπάνη ως προς αυτούς (1η έως και 4η), πέραν της δαπάνης που υποβλήθηκαν για τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της αγωγής και μόνο κατά τους πέμπτο και έκτη εκ των αναιρεσειόντων. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί κατά το κεφάλαιο τούτο και μόνο κατά τους πέμπτο και έκτη εκ των αναιρεσειόντων η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των 5ου και 6ης των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους παραπάνω αναιρεσείοντες 5ο και 6η του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 216/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της αγωγής, μόνο ως προς τους πέμπτο και έκτη των αναιρεσειόντων, ενώ απορρίπτει την αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της και μόνο κατά τους πέμπτο και έκτη εκ των αναιρεσειόντων για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην δικαστική δαπάνη των πέμπτου και έκτης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και
Διατάζει να επιστραφεί στους παραπάνω πέμπτο και έκτη αναιρεσείοντες το καταβληθέν από αυτούς παράβολο, ενώ διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου που οι λοιποί αναιρεσείοντες (πρώτη έως και τέταρτη) κατέθεσαν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ