Legislator Case Law & Legislation
562/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against death of defendant as inadmissible due to lack of heir proof and legal summons.

Case Number 562/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the appellant failed to prove the death of the deceased defendant or the identity of the sole heir. The court noted that while the appellant claimed the heir died before the appeal, no death certificate, will, or proof of service of summons was submitted. Consequently, the court ruled that the appeal must be directed at the heirs, and without establishing this prerequisite, the proceedings were invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Civil Code; Article 558 of the Code of Civil Procedure: When a party dies after a final judgment, an appeal must be filed against the universal successors; if the appellant fails to prove the death or the heir's identity and legal summons, the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal death of defendant universal successors heir identification legal summons Code of Civil Procedure Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35 of the Civil Code
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 562 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 562/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Β. Σ. - Κ., κατοίκου ..., ως μοναδικής κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 17-5-2014 Μ. Α. Ρ. (αρχικής διαδίκου), η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2007 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Μ. Α. Ρ. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4811/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4367/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2014 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 53/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη της συζήτηση ως προς την ήδη αποβιώσασα Μ. Α. Ρ., αναίρεσε δε ως προς τους λοιπούς εκεί αναιρεσιβλήτους την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση μόνο ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη με την από 7-7-2016 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 6-11-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4367/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατ' άρθρον 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.

κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ' αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου και πρέπει να επιδοθεί στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσομένης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης (20-11-2015) δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η έβδομη των αναιρεσιβλήτων, Μ.

Ρ., ενώ δεν προέκυπτε η νομότυπη κλήτευσή της. Έτσι με την 53/2016 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, ως προς την οποία χωρίσθηκε η υπόθεση ενόψει της απλής ομοδικίας των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως ως προς τους λοιπούς τούτων προχώρησε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία και έγινε δεκτή κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου, που στηρίζει πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ακολούθως η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2016 κλήση της, απευθυνόμενη κατά της Β. Σ. - Κ., φερομένης κατ' αυτήν ως μοναδικής κληρονόμου της προαναφερομένης αναιρεσίβλητης Μ. Ρ., επανέφερε προς συζήτηση την αίτηση αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επικαλούμενη ότι η τελευταία, απεβίωσε την 17-5-2014 δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, γεγονός το οποίο όπως ισχυρίζεται πληροφορήθηκε την 1-4-2015 με την επίδοση προς αυτήν από τους πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων και την παραπάνω φερόμενη ως κληρονόμο της αναιρεσιβλήτου Μ.

Ρ., εγγράφου περί εκχώρησης απαίτησής τους, που αφορά την ένδικη υπόθεση και θεωρώντας διακοπείσα τη δίκη, επέσπευσε με σχετική κλήση την επανάληψή της, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως. Πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσον προκύπτει ο θάνατος και ο χρόνος θανάτου της παραπάνω αναιρεσίβλητης, καθώς και η ιδιότητα της καθ' ής η κλήση ως μοναδικής κληρονόμου αυτής και ο τρόπος κληρονομικής διαδοχής (εκ διαθήκης η εξ αδιαθέτου), αφού δεν προσκομίζονται ούτε η ληξιαρχική πράξη θανάτου, ούτε πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, ή μη δημοσιεύσεως διαθήκης ή η διαθήκη της.

Εξάλλου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκε η παραπάνω φερομένη ως κληρονόμος της αναιρεσίβλητης και δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επίδοσης της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-8-2014 αιτήσεως περί αναιρέσεως της 4367/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς την αναφερομένη στο σκεπτικό καθ' ής η κλήση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ