Legislator Case Law & Legislation
562/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance decision for insufficient reasoning on compensation period calculation.

Case Number 562/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance decision that rejected her compensation claim for unauthorized use of public property. The lower court accepted the lease date but incorrectly calculated the compensation period without explaining how it extended beyond the lease term. The Court ruled this lack of reasoning regarding the critical compensation period constituted a procedural defect under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561 of the Code of Civil Procedure; A decision is voidable if it accepts uncontested facts but fails to provide adequate reasoning for the resulting conclusion on a crucial issue affecting the case outcome.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning compensation period unauthorized use public property procedural defect appeal admissibility code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 405/2012
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 562 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 562/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζύγου Ν. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Σπυρίδωνος με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3107/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/4/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 5/12/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο δεύτερος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται προς εκδίκαση αίτηση αναίρεσης κατά της 3107/2010 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί της ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, της Σ. Σ. και της εταιρείας "... Ltd", κατά του υπ’ αριθ. …2002 πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση από τις ανακόπτουσες δημόσιου κτήματος, που εξέδωσε σε βάρος τους ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά για συνολικό ποσό 104.148 ευρώ.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτουσών, η ένδικη από 20.11.2002 ανακοπή τους απορρίφθηκε ως προς την αναιρεσείουσα και την Σ. Σ., ενώ έγινε δεκτή ως προς την ως άνω εταιρεία και ακυρώθηκε ως προς αυτή το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ.), είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§§1 και 3 Κ.Πολ.Δ.), αφού ναι μεν η διάταξη του άρθρ. 699 ΚΠολΔ απαγορεύει την άσκηση ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, όμως η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, όταν δεν πρόκειται πράγματι για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για αποφάσεις που λύνουν οριστικά τη διαφορά σε υποθέσεις που για λόγους ταχύτητας και μόνον παραπέμφθηκαν στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ.

Κ.Πολ.Δ.) προς οριστική επίλυση, όπως είναι και η παρούσα υπόθεση (Ολ ΑΠ 21, 22 και 38/2002,?ΑΠ 374/2012? 379/2013). Εξ άλλου, ναι μεν με το άρθρ. 326§3 του ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11.4.2012, αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση της άσκησης ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά των πρωτοκόλλων αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιων κτημάτων, όμως η σχετική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση, αφού κατά τη διάταξη του άρθρ. 24§1 του ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των ένδικων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δημοσιεύτηκε σε προηγούμενο χρόνο (ΑΠ 929/2014, 287/2016).

ΙΙ. Με τις διατάξεις του άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρ. 2 του ν. 4266/1929, όπως το άρθρ. 115 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 5 του ν. 5895/33 και ακολούθως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρ. 20 του α.ν. 1540/38, 10 του α.ν. 1919/39, 6§1 του α.ν. 1331/1949, 2 του α.ν. 1925/51, 1 του β.δ. 619/1965 και 5§4 του α.ν. 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων, οι οποίοι χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σύμβαση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο και ο οποίος δικαιούται να ασκήσει μέσα σε ένα μήνα ανακοπή στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση, η απόφασή τους, όμως, αν με την ανακοπή αμφισβητείται αυτό τούτο το δικαίωμα του Δημοσίου, δεν ασκεί καμία επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, που θα κινηθεί ενδεχομένως στο αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή η έκβαση της κύριας δίκης είναι ανεξάρτητη από την τύχη του πρωτοκόλλου, το οποίο, αν δεν ανακοπεί εμπρόθεσμα ή αν επικυρωθεί ή μεταρρυθμιστεί στη δίκη επί της ανακοπής, εκτελείται κατά τον ΚΕΔΕ.

Η αποζημίωση για την αυθαίρετη κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος ή κτήματος, που βρίσκεται στη νομή ή κατοχή του Δημοσίου με οποιαδήποτε σύμβαση έχει το χαρακτήρα ανταλλάγματος για την ωφέλεια που η αυθαίρετη κάρπωση ή χρήση του κτήματος αποφέρει σε εκείνον που την κάνει, δηλαδή ανταλλάγματος, που οφείλει να είναι ανάλογο μ’ αυτό που θα απέφερε η εκμίσθωση του κτήματος, νοείται δε ως χρήση του κτήματος, όχι η απλή κατοχή του, έστω και αν αυτή προσφέρει τη δυνατότητα κάρπωσης του κτήματος, αλλά η λήψη ωφελειών από την πραγματική κάρπωση και χρήση του κτήματος (ΑΠ 541/2006, 929/2014, 287/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρ. 34§2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285 Α/19.12.2001 (ΣτΕ 2859/2007), ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο και προστατεύεται και διαχειρίζεται απ’ αυτό, είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας.

Η ιδιότητα έτσι του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με τον καθορισμό της οριογραμμής του από την ως άνω επιτροπή, κατά τα οριζόμενα στα άρθρ. 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, αφού η διοικητική αυτή επιτροπή, που αρχικά είχε τη σύνθεση του άρθρ. 10 του ν.1540/1938, διαπιστώνει απλώς και χαράσσει τα όρια του αιγιαλού, όπως η φύση τον δημιούργησε (Ολ ΑΠ 24/2000).

Συνεπώς ο αιγιαλός, που χαρακτηρίζεται και από τις διατάξεις των άρθρ. 967 και 968 ΑΚ, ως κοινόχρηστο δημόσιο κτήμα, αποτελεί φυσική δημόσια, κτήση, δηλαδή σε αντίθεση με τα τεχνητά κατασκευάσματα, δεν απαιτείται για την ένταξή του στη δημόσια κτήση διοικητική πράξη, αλλά λόγω της ίδιας της φύσης του είναι δημόσιο κτήμα δυνάμει γενικής και αφηρημένης επιταγής του νόμου (ΑΠ 721/2001, ΑΠ 1522/2002, ΑΠ 573/2008, ΑΠ 1334/2010, 1441/2011).

Η κυριότητα του Δημοσίου στα κοινόχρηστα πράγματα εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά παύσουν να υπηρετούν την κοινή χρήση, οπότε κατά το άρθρ. 971 ΑΚ αποβάλλουν την ιδιότητα ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής. Παρέπεται έτσι, ότι η κυριότητα του Δημοσίου διατηρείται και επί του παλαιού αιγιαλού, δηλαδή επί του εδαφικού εκείνου τμήματος, το οποίο βρεχόταν στο παρελθόν από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, όμως με την πάροδο του χρόνου λόγω προσάμμωσης από φυσικά ή άλλα αίτια έπαυσε να βρέχεται από το κύμα.

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ’ επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 2/2013, ΑΠ 139/2006, 212/2006, 53/2007, 881/2010).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...

Με το υπ’ αριθμ. …29-10-2002 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, οι ανακόπτουσες αποβλήθηκαν από έκταση εμβαδού 375,93 τ.μ., που βρίσκεται στη ... Αττικής, επί της οδού ..., της περιφέρειας του Δήμου ..., απεικονιζόμενη με τα στοιχεία ... στο από μηνάς Νοεμβρίου 2001 απόσπασμα τοπογραφικού διαγράμματος των μηχανικών Χ.

Μ. και Γ. Α., με την αιτιολογία, ότι αυτό αποτελεί τμήμα του ... δημοσίου κτήματος, που βρίσκεται στον ίδιο Δήμο και εκτείνεται μεταξύ των οριογραμμών του παλαιού αιγιαλού και της γραμμής της σημερινής παραλίας, έχει δε συνολική έκταση 197,13 στρεμμάτων. Πρόκειται για έκταση, η οποία εμπίπτει εντός της ζώνης του παλαιού αιγιαλού, που προήλθε από επιχωματώσεις του παλαιού αιγιαλού και θαλάσσιας έκτασης, που πραγματοποιήθηκαν στην παραλία ...ς.

Επακολούθησε ο καθορισμός των ορίων παλαιού και νέου αιγιαλού και η δημιουργία ζώνης παραλίας με την υπ’ αριθμ. 716-262/12.5.88 (ΦΕΚ 477/6-7-1988) απόφαση του Νομάρχη Πειραιά, περί "καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και παραλίας" στη θέση ... από το αθλητικό κέντρο του ... ...ς, η οποία επικύρωσε την από 23.3.1988 έκθεση της Επιτροπής ορίων αιγιαλού και παραλίας του άρθρου 2 του α.ν. 2344/1940 και το από Ιουλίου του 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Λ., που θεωρήθηκε την 1.1.1985 από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και συνοδεύει την έκθεση της παραπάνω Επιτροπής. Με την έκθεση αυτή και το διάγραμμα καθορίσθηκε η οριογραμμή αιγιαλού, με συνεχή πολυγωνική γραμμή ερυθρού χρώματος, η οριογραμμή της παραλίας παράλληλα προς τη γραμμή του αιγιαλού σε σταθερή απόσταση 10 τ.μ.

με συνεχή κίτρινη πολυγωνική γραμμή και τέλος καθορίσθηκε η οριογραμμή του παλαιού αιγιαλού με συνεχή κυανή πολυγωνική γραμμή. Η τελευταία αυτή γραμμή (κυανή) τοποθετήθηκε στο σημείο εκείνο όπως είχε χαραχθεί το έτος 1923, σύμφωνα με το από 4.8.1923 διάγραμμα Υπουργείου Οικονομικών, ήτοι βάσει της οριογραμμής χειμερίου κύματος του έτους 1923 ...

Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των ανακοπτουσών, ότι έχουν αποκτήσει παραγώγως την κυριότητα του επίμαχου ακινήτου, η μεν πρώτη εξ αυτών την επικαρπία, δε δεύτερη την ψιλή κυριότητα με τα αναφερόμενα νομίμως μεταγραμμένα συμβόλαια των ετών 1937, 1938 (αγοραπωλητήρια συμβόλαια με τα οποία απέκτησε πλήρη κυριότητα η δικαιοπάροχος της πρώτης των ανακοπτουσών), 1954 (συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή με το οποίο απέκτησε πλήρη κυριότητα η πρώτη ανακόπτουσα) και 1993 (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο απέκτησε την ψιλή κυριότητα η δεύτερη των ανακοπτουσών εταιρία με παρακράτηση της επικαρπίας από την πρώτη) δεν πιθανολογήθηκαν βάσιμοι ...

Tα ίδια εξάλλου δέχθηκε και η υπ’ αριθμ. 4938/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που έκρινε, σε δεύτερο βαθμό, την ανακοπή των ανακοπτουσών κατά του προδιαληφθέντος πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και απέρριψε αυτήν ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, επικύρωσε δε το ως άνω πρωτόκολλο, ενώ έχουν εκδοθεί και άλλα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής επί του ιδίου δημοσίου κτήματος και επί της ζώνης του παλαιού αιγιαλού, που αφορούν γείτονες των ανακοπτουσών και τα οποία μάλιστα έχουν επικυρωθεί τελεσίδικα (βλ.

τις υπ’ αριθμ. 4594/2002 και 3433/2004 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου). Η αυθαίρετη, λοιπόν, χρήση της έκτασης αυτής, που αναφέρεται στο ήδη προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, έγινε χωρίς συμβατική σχέση με το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσίβλητο) και για το λόγο αυτό εκδόθηκε σε βάρος τους το πρωτόκολλο αυτό με αριθμό …22.10.2002 ...

με το οποίο καθορίζεται συνολικό πόσο αποζημίωσης 104.148 ευρώ για την αυθαίρετη χρήση της πιο πάνω έκτασης, επιφανείας 375,93 τ.μ., κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1977 έως και 31.12.2001. Η αποζημίωση αυτή καθορίσθηκε μηνιαίως στα ποσά των 4,03 ευρώ ανά τ.μ. για το έτος 1997, σε 4,23 ευρώ για το έτος 1998, σε 4,44 ευρώ για το έτος 1999, σε 4,67 ευρώ για το έτος 2.000 (και επόμενα) και σε 5,72 ευρώ για το έτος 2007.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η αποζημίωση αυτή ανταποκρίνεται στη μισθωτική αξία του ακινήτου, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού της περιοχής ... Αττικής, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης τουριστικής ανάπτυξης και δραστηριοποιούνται σε αυτή πολλές σχετικές επιχειρήσεις. Μετά από αυτά είναι προφανές, ότι ο προσδιορισμός της καταβλητέας αποζημίωσης στο προαναφερόμενο ύψος είναι σύμφωνος με το νόμο και τις επικρατούσες στην περιοχή μισθωτικές συνθήκες".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το λόγο της ένδικης ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτουσες επιδιώκουν την μείωση της καθορισθείσας αποζημίωσης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο εκείνο δέχθηκε, ότι "όσον αφορά την δεύτερη των ανακοπτουσών εταιρία με την επωνυμία "... ...", αυτή απέκτησε μόνον τη ψιλή κυριότητα του επιδίκου ...

από την πρώτη των ανακοπτουσών, η οποία παρακράτησε την επικαρπία επ’ αυτού εφ’ όρου ζωής. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν πιθανολογήθηκε, ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα για το οποίο επιβλήθηκε αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση, ήτοι για τα έτη 1997 έως 2001, βρισκόταν πράγματι στην κατοχή του επιδίκου με την έννοια της λήψεως των ωφελειών του ..., αφού η εξουσία χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου ανήκε στην επικαρπώτρια, η τελευταία δε εισέπραττε τα μισθώματα από την εκμίσθωση ακινήτου".

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την ένδικη ανακοπή ως προς την άνω εταιρεία και επικύρωσε ως προς αυτή ... το πρωτόκολλο. Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι "όσον αφορά την τρίτη των ανακοπτουσών, μισθώτρια του ακινήτου (ήδη αναιρεσείουσα), αυτή συνιστά αυθαίρετη κάτοχο έναντι του Δημοσίου ..., καθόσον σε περίπτωση αυθαίρετης κατοχής δημόσιου κτήματος και εκμίσθωσής του σε τρίτον, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόκολλο εκδίδεται, τόσο κατά του εκμισθωτή, όσον και κατά μισθωτή, αφού και οι δύο είναι αυθαίρετοι κάτοχοι έναντι του Δημοσίου (ο πρώτος έμμεσος και ο δεύτερος άμεσος) και ευθύνονται, συνεπώς, σε αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την ανακοπή ως προς την πρώτη και τρίτη ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Β. συζ. Ν. Β. και επικύρωσε ως προς αυτές το σε βάρος τους εκδοθέν υπ’ αριθ. …22.10.2002 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης Δημοσίου Κτήματος του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά.

Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις με αριθμό 716-262/12-5-1988 Απόφασης του Νομάρχη Πειραιά-Καθορισμός των ορίων του αιγιαλού και δημιουργίας ζώνης παραλίας στη θέση ... από Αθλητικό Κέντρο ... ... - (ΦΕΚ 477/6-7-1988 τέταρτο τεύχος), είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Ειδικότερα με το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι παραβίασε την κανονιστικού περιεχομένου υπ’ αριθ. 716 - 262/12.5.1988 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς και κατ’ επέκταση και τις διατάξεις του άρθρ. 115 του π.δ/τος της 11/12.11.1929 με το να δεχθεί, ότι με την ως άνω απόφαση επικυρώθηκε στο σύνολό της η από 23.3.1988 έκθεση της Επιτροπής, που καθόρισε στην περιοχή του επιδίκου τα όρια του αιγιαλού, του παλαιού αιγιαλού και της παραλίας, παρόλο που με την απόφαση αυτή η έκθεση της Επιτροπής, δεν επικυρώθηκε και ως προς τον παλαιό αιγιαλό, γι’ αυτό και συμπληρώθηκε ως προς την ελλείπουσα αυτή επικύρωση, με την υπ’ αριθ. .../ 7.2.2003 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς (ΦΕΚ Δ’ 192/5.3.2003), η οποία όμως ακυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 4908/2013 απόφαση του ΣτΕ.

Συνεπώς, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι κατά το χρόνο έκδοσης του ανακοπτόμενου πρωτοκόλλου, το επίδικο ακίνητο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τμήμα παλαιού αιγιαλού και κατ’ επέκταση ως δημόσιο κτήμα, γι’ αυτό και το πρωτόκολλο είναι μη νόμιμο και ακυρωτέο. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, στην οικεία νομική σκέψη, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με τον καθορισμό της οριογραμμής του από την αρμόδια Επιτροπή, που σημαίνει, ότι και χωρίς σχετική έκθεση από την επιτροπή αυτή ή επικύρωσή της από τη Διοίκηση δεν εμποδίζεται το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να δεχθεί, ότι ορισμένη εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό ή παλαιό αιγιαλό, όπως εν προκειμένω σαφώς δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το επίδικο ακίνητο.

ΙΙΙ. Με το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει μεν αιτιολογίες, αλλά αυτές είναι αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός παρέχεται, επειδή η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή να στηρίζει την κρίση της αναφορικά με ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σε περιστατικά, που είτε δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου στην περίπτωση κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες), είτε είναι μεταξύ τους αντιφατικά και αλληλοαναιρούμενα (αντιφατικές αιτιολογίες). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών προς έκδοση του πορίσματος, το οποίο εξάγεται απ’ αυτές, εφ’ όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Εν προκειμένω, η πληττόμενη απόφαση, αν και δέχτηκε αναιρετικά ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ότι η μίσθωση του επίδικου ακινήτου έλαβε χώρα στις 29.5.2000, με σύνταξη μάλιστα ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της αναιρεσείουσας, ως μισθώτριας και της Σ. Σ. (πρώτης ανακόπτουσας), ως εκμισθώτριας, που σημαίνει, ότι η αυθαίρετη χρήση του επίδικου ακινήτου άρχισε στις 29.5.2000 και όχι από 1.1.1997, εντούτοις έκρινε ακολούθως, ότι, καλώς το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο καθόρισε σε βάρος της αποζημίωση χρήσης όχι από το χρόνο έναρξης της μίσθωσης, αλλά και για προηγούμενο διάστημα, ήτοι από 1.1.1997 έως 31.12.2001. Έτσι όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν διευκρινίζει, πως προκύπτει η διαφορά αυτή, διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς κρίσιμο ζήτημα και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως ορθά εκτιμάται η σχετική αιτίαση και όχι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, όπως η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι, συνεπώς, βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.

ΙV. Μετά ταύτα πρέπει: α) να αναιρεθεί ως προς την αναιρεσείουσα η προσβαλλόμενη απόφαση β) να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ. ως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12§2 του Ν. 405/2012) γ) να παραπεμφθεί, ως προς την αναιρεσείουσα, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφ’ όσον η σύνθεσή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ.) και δ) να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του, μειωμένη όμως κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5 παρ.12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ’ αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, ως προς την αναιρεσείουσα, την με αριθμό 3107/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ’ αυτή παραβόλου.

Παραπέμπει, ως προς την αναιρεσείουσα, την υπόθεση προς εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβληθείσα απόφαση, συγκείμενο από άλλο δικαστή. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας από τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ